Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42040-42060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41466πολυεπιστημονικός, ή, ό πο-λυ-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ.: που αφορά περισσότερα από δύο επιστημονικά πεδία: ~ή: έρευνα/θεώρηση/προσέγγιση. ~ό: ερευνητικό κέντρο/συνέδριο. Βλ. διεπιστημονικός. ● επίρρ.: πολυεπιστημονικά [< αγγλ. multidisciplinary, 1944, γαλλ. multidisciplinaire, περ. 1960, pluridisciplinaire, 1966]
41467πολυεπιστημονικότηταπο-λυ-ε-πι-στη-μο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυεπιστημονικού. Βλ. διεπιστημονικότητα. [< αγγλ. multidisciplinarity, γαλλ. pluridisciplinarité, 1969]
41468πολυεργαλείο[πολυεργαλεῖο] πο-λυ-ερ-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο που περιλαμβάνει σε μια μονάδα περισσότερα από ένα εξαρτήματα (όπως, ανοιχτήρια, κατσαβίδια, μαχαίρια, λεπίδες, πένσες, ψαλίδια), ώστε να είναι κατάλληλο για ποικίλες εργασίες: χρήσιμο ~. ~ τσέπης. Βλ. πολυ-μηχάνημα, -συσκευή. 2. (μτφ.-στην αθλητική αργκό) ποδοσφαιριστής ή μπασκετμπολίστας που μπορεί να αγωνιστεί σε περισσότερες από μία θέσεις με την ίδια ευκολία. Πβ. πολυθεσίτης. [< 1: αγγλ. multi-tool, 1985]
41469πολυερυθραιμίαπο-λυ-ε-ρυ-θραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων χωρίς παράλληλο πολλαπλασιασμό των λευκοκυττάρων ή των αιμοπεταλίων, η οποία οφείλεται σε αυξημένη ερυθροποιητίνη και έχει επιπτώσεις στα αγγεία. Βλ. -αιμία, αιμόλυση, αναιμία. [< γαλλ. polyglobulie, 1904]
41470πολυεστέραςπο-λυ-ε-στέ-ρας ουσ. (αρσ.) & πολυέστερ (το): ΧΗΜ. συνθετικό πολυμερές που περιέχει εστέρα και χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή υφαντικών ινών: ανθεκτικός ~. Επένδυση από ~α. [< αγγλ. polyester, 1922, γαλλ. ~, 1957]
41471πολυεστερικός, ή, ό πο-λυ-ε-στε-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από πολυεστέρα: ~ός: στόκος. ~ή: βαφή. ~ό: ύφασμα. ~ές: ίνες. ~ά: ρολά/σκάφη/φύλα. [< αγγλ. polyester, 1975
41472πολυεστιακός, ή, ό πο-λυ-ε-στι-α-κός επίθ. 1. ΟΠΤ. (για γυαλιά ή φακούς επαφής) με πολλές εστίες, για τη διόρθωση περισσότερων από μιας οφθαλμολογικών παθήσεων. Βλ. διπλοεστιακός. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) που αναπτύσσεται σε πολλές περιοχές: ~ό: λέμφωμα. [< 1: αγγλ. multifocal, 1920]
41473πολυετής, ής, ές βλ. -ετής, πολυ-
41474πολυετίαβλ. -ετία, πολυ-
41475πολυεύσπλαχνος, η, ο πο-λυ-εύ-σπλα-χνος επίθ. & πολυεύσπλαγχνος: ΕΚΚΛΗΣ. (ως προσωνυμία του Θεού) πολύ ευσπλαχνικός. Πβ. οικτίρμων, πολυέλεος, φιλεύσπλαχνος. ΑΝΤ. άσπλαχνος [< μτγν. πολυεύσπλαγχνος]
41476πολυεφέπο-λυ-ε-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό εξάρτημα το οποίο επεξεργάζεται ψηφιακά τον ήχο έγχορδων μουσικών οργάνων: ~ κιθάρας. Βλ. πεταλιέρα.
41477πολυζήτητος, η, ο πο-λυ-ζή-τη-τος επίθ.: περιζήτητος. [< μεσν. πολυζήτητος]
41478πολύζυγοπο-λύ-ζυ-γο ουσ. (ουδ.): ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής που αποτελείται από δύο μακριές κατακόρυφες δοκούς παράλληλες μεταξύ τους και πολλές μικρότερες οριζόντιες ράβδους, το οποίο χρησιμοποιείται για εκτάσεις και άσκηση των κοιλιακών μυών. Βλ. δί-, μονό-ζυγο. [< αρχ. επίθ. πολύζυγος 'που έχει πολλά καθίσματα κωπηλατών']
41479πολυήμερος, η, ο βλ. -ήμερος, πολυ-
41480πολυθέαμαπο-λυ-θέ-α-μα ουσ. (ουδ.): ψυχαγωγικό θέαμα που συνδυάζει διάφορα καλλιτεχνικά στοιχεία μεταξύ τους, όπως εικόνα και ήχο: θεατρικό/μουσικό/παιδικό ~. Πβ. υπερθέαμα. Βλ. φαντασμαγορία.
41481πολυθεΐαπο-λυ-θε-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. πολυθεϊσμός. [< μτγν. πολυθεΐα]
41482πολυθεϊκός, ή, ό: βλ. πολυθεϊστικός
41483πολυθεϊσμόςπο-λυ-θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. δόγμα που υποστηρίζει την ύπαρξη και τη λατρεία πολλών θεών. Βλ. ειδωλολατρία, παγανισμός. ΣΥΝ. πολυθεΐα ΑΝΤ. μονοθεϊσμός [< γαλλ. polythéisme, αγγλ. polytheism]
41484πολυθεϊστήςπο-λυ-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του πολυθεϊσμού. Βλ. ειδωλολάτρης, παγανιστής. ΑΝΤ. μονοθεϊστής [< γαλλ. polythéiste, αγγλ. polytheist]
41485πολυθεϊστικός, ή, ό πο-λυ-θε-ϊ-στι-κός επίθ. & (σπάν.) πολυθεϊκός: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πολυθεϊσμό ή τον πολυθεϊστή: ~ή: λατρεία/παράδοση. Βλ. ειδωλολατρ-, παγανιστ-ικός. ΑΝΤ. μονοθεϊστικός [< γαλλ. polythéiste, αγγλ. polytheistic(al)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.