| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41475 | πολυεύσπλαχνος | , η, ο πο-λυ-εύ-σπλα-χνος επίθ. & πολυεύσπλαγχνος: ΕΚΚΛΗΣ. (ως προσωνυμία του Θεού) πολύ ευσπλαχνικός. Πβ. οικτίρμων, πολυέλεος, φιλεύσπλαχνος. ΑΝΤ. άσπλαχνος [< μτγν. πολυεύσπλαγχνος] | |
| 41476 | πολυεφέ | πο-λυ-ε-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό εξάρτημα το οποίο επεξεργάζεται ψηφιακά τον ήχο έγχορδων μουσικών οργάνων: ~ κιθάρας. Βλ. πεταλιέρα. | |
| 41477 | πολυζήτητος | , η, ο πο-λυ-ζή-τη-τος επίθ.: περιζήτητος. [< μεσν. πολυζήτητος] | |
| 41478 | πολύζυγο | πο-λύ-ζυ-γο ουσ. (ουδ.): ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής που αποτελείται από δύο μακριές κατακόρυφες δοκούς παράλληλες μεταξύ τους και πολλές μικρότερες οριζόντιες ράβδους, το οποίο χρησιμοποιείται για εκτάσεις και άσκηση των κοιλιακών μυών. Βλ. δί-, μονό-ζυγο. [< αρχ. επίθ. πολύζυγος 'που έχει πολλά καθίσματα κωπηλατών'] | |
| 41479 | πολυήμερος | , η, ο βλ. -ήμερος, πολυ- | |
| 41480 | πολυθέαμα | πο-λυ-θέ-α-μα ουσ. (ουδ.): ψυχαγωγικό θέαμα που συνδυάζει διάφορα καλλιτεχνικά στοιχεία μεταξύ τους, όπως εικόνα και ήχο: θεατρικό/μουσικό/παιδικό ~. Πβ. υπερθέαμα. Βλ. φαντασμαγορία. | |
| 41481 | πολυθεΐα | πο-λυ-θε-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. πολυθεϊσμός. [< μτγν. πολυθεΐα] | |
| 41482 | πολυθεϊκός | , ή, ό: βλ. πολυθεϊστικός | |
| 41483 | πολυθεϊσμός | πο-λυ-θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. δόγμα που υποστηρίζει την ύπαρξη και τη λατρεία πολλών θεών. Βλ. ειδωλολατρία, παγανισμός. ΣΥΝ. πολυθεΐα ΑΝΤ. μονοθεϊσμός [< γαλλ. polythéisme, αγγλ. polytheism] | |
| 41484 | πολυθεϊστής | πο-λυ-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του πολυθεϊσμού. Βλ. ειδωλολάτρης, παγανιστής. ΑΝΤ. μονοθεϊστής [< γαλλ. polythéiste, αγγλ. polytheist] | |
| 41485 | πολυθεϊστικός | , ή, ό πο-λυ-θε-ϊ-στι-κός επίθ. & (σπάν.) πολυθεϊκός: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πολυθεϊσμό ή τον πολυθεϊστή: ~ή: λατρεία/παράδοση. Βλ. ειδωλολατρ-, παγανιστ-ικός. ΑΝΤ. μονοθεϊστικός [< γαλλ. polythéiste, αγγλ. polytheistic(al)] | |
| 41486 | πολυθένιο | βλ. πολυαιθυλένιο | |
| 41487 | πολυθεσία | πο-λυ-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): εργασία σε περισσότερες από μία θέσεις, κυρ. στον δημόσιο τομέα. Βλ. -θεσία, πολυαπασχόληση. ΑΝΤ. μονοθεσία | |
| 41488 | πολυθέσιος | , α, ο πο-λυ-θέ-σι-ος επίθ. ΑΝΤ. μονοθέσιος 1. που έχει πολλές θέσεις: ~ο: αυτοκίνητο. 2. που έχει πολλά τμήματα ή θέσεις εργασίας: ~ο: δημοτικό σχολείο (= που έχει πολλές θέσεις για δασκάλους και τάξεις για διδασκαλία μαθητών). | |
| 41489 | πολυθεσίτης | πο-λυ-θε-σί-της ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. πολυθεσίτισσα} εργαζόμενος σε περισσότερες από μία θέσεις, κυρ. στον δημόσιο τομέα. 2. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) παίκτης που είναι ικανός να αγωνίζεται με την ίδια επιτυχία σε περισσότερες από μία θέσεις της ενδεκάδας. Πβ. πολυεργαλείο. Βλ. αμυντικός, επιθετικός, λίμπερο, μέσος, -ίτης1. | |
| 41490 | πολυθόρυβος | , η, ο πο-λυ-θό-ρυ-βος επίθ.: που προκαλεί ή έχει πολύ θόρυβο: ~η: πλατεία/πόλη. Πβ. θορυβώδης. ΣΥΝ. πολύβουος ΑΝΤ. ήσυχος (1) [< γαλλ. bruyant] | |
| 41491 | πολυθρόνα | πο-λυ-θρό-να ουσ. (θηλ.): αναπαυτικό κάθισμα για ένα άτομο που διαθέτει πλάτη και μπράτσα: βελούδινη/δερμάτινη/κουνιστή/περιστρεφόμενη ~. ~-κρεβάτι/μασάζ. Βλ. καναπές.|| Αναπηρική ~ (= αναπηρικό αμαξίδιο). ● Υποκ.: πολυθρονίτσα (η) [< ιταλ. poltrona, παρετυμ. πολύς + θρόνος] | |
| 47349 | Πολυθρόνα | σταυ-ρο-πό-δι επίρρ.: (για τρόπο καθίσματος) με το ένα πόδι πάνω στο άλλο: Κάθισε ~ στην πολυθρόνα. Πβ. διπλό πόδι.|| (ως ουσ.) Δεν τη βόλευε το ~ και κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα. | |
| 41492 | πολυθρύλητος | , η, ο πο-λυ-θρύ-λη-τος επίθ. (λόγ.): για τον οποίο διαδίδονται φήμες, γίνεται ή έγινε πολύς λόγος: ~ος: ανασχηματισμός. ~η: συνέντευξη/υπόθεση. ~ο: ζήτημα/νομοσχέδιο. Πβ. πολύκροτος, πολυσυζητημένος.|| ~ο: έργο. Πβ. ονομαστός, περιλάλητος, περίφημος. [< αρχ. πολυθρύλητος] | |
| 41493 | πολυϊατρείο | [πολυϊατρεῖο] πο-λυ-ϊ-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): ιατρείο με γιατρούς πολλών ειδικοτήτων: δημοτικό/ιδιωτικό/κοινωνικό ~. ΣΥΝ. πολυδύναμο ιατρείο. Βλ. πολυκλινική. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ