| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41485 | πολυθεϊστικός | , ή, ό πο-λυ-θε-ϊ-στι-κός επίθ. & (σπάν.) πολυθεϊκός: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πολυθεϊσμό ή τον πολυθεϊστή: ~ή: λατρεία/παράδοση. Βλ. ειδωλολατρ-, παγανιστ-ικός. ΑΝΤ. μονοθεϊστικός [< γαλλ. polythéiste, αγγλ. polytheistic(al)] | |
| 41486 | πολυθένιο | βλ. πολυαιθυλένιο | |
| 41487 | πολυθεσία | πο-λυ-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): εργασία σε περισσότερες από μία θέσεις, κυρ. στον δημόσιο τομέα. Βλ. -θεσία, πολυαπασχόληση. ΑΝΤ. μονοθεσία | |
| 41488 | πολυθέσιος | , α, ο πο-λυ-θέ-σι-ος επίθ. ΑΝΤ. μονοθέσιος 1. που έχει πολλές θέσεις: ~ο: αυτοκίνητο. 2. που έχει πολλά τμήματα ή θέσεις εργασίας: ~ο: δημοτικό σχολείο (= που έχει πολλές θέσεις για δασκάλους και τάξεις για διδασκαλία μαθητών). | |
| 41489 | πολυθεσίτης | πο-λυ-θε-σί-της ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. πολυθεσίτισσα} εργαζόμενος σε περισσότερες από μία θέσεις, κυρ. στον δημόσιο τομέα. 2. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) παίκτης που είναι ικανός να αγωνίζεται με την ίδια επιτυχία σε περισσότερες από μία θέσεις της ενδεκάδας. Πβ. πολυεργαλείο. Βλ. αμυντικός, επιθετικός, λίμπερο, μέσος, -ίτης1. | |
| 41490 | πολυθόρυβος | , η, ο πο-λυ-θό-ρυ-βος επίθ.: που προκαλεί ή έχει πολύ θόρυβο: ~η: πλατεία/πόλη. Πβ. θορυβώδης. ΣΥΝ. πολύβουος ΑΝΤ. ήσυχος (1) [< γαλλ. bruyant] | |
| 41491 | πολυθρόνα | πο-λυ-θρό-να ουσ. (θηλ.): αναπαυτικό κάθισμα για ένα άτομο που διαθέτει πλάτη και μπράτσα: βελούδινη/δερμάτινη/κουνιστή/περιστρεφόμενη ~. ~-κρεβάτι/μασάζ. Βλ. καναπές.|| Αναπηρική ~ (= αναπηρικό αμαξίδιο). ● Υποκ.: πολυθρονίτσα (η) [< ιταλ. poltrona, παρετυμ. πολύς + θρόνος] | |
| 47349 | Πολυθρόνα | σταυ-ρο-πό-δι επίρρ.: (για τρόπο καθίσματος) με το ένα πόδι πάνω στο άλλο: Κάθισε ~ στην πολυθρόνα. Πβ. διπλό πόδι.|| (ως ουσ.) Δεν τη βόλευε το ~ και κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα. | |
| 41492 | πολυθρύλητος | , η, ο πο-λυ-θρύ-λη-τος επίθ. (λόγ.): για τον οποίο διαδίδονται φήμες, γίνεται ή έγινε πολύς λόγος: ~ος: ανασχηματισμός. ~η: συνέντευξη/υπόθεση. ~ο: ζήτημα/νομοσχέδιο. Πβ. πολύκροτος, πολυσυζητημένος.|| ~ο: έργο. Πβ. ονομαστός, περιλάλητος, περίφημος. [< αρχ. πολυθρύλητος] | |
| 41493 | πολυϊατρείο | [πολυϊατρεῖο] πο-λυ-ϊ-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): ιατρείο με γιατρούς πολλών ειδικοτήτων: δημοτικό/ιδιωτικό/κοινωνικό ~. ΣΥΝ. πολυδύναμο ιατρείο. Βλ. πολυκλινική. | |
| 41494 | πολυκαιρία | πο-λυ-και-ρί-α ουσ. (θηλ.): το πέρασμα μεγάλου χρονικού διαστήματος, κυρ. ως αίτιο φθοράς: φωτογραφία ξεθωριασμένη απ' την ~. [< μεσν. πολυκαιρία] | |
| 41495 | πολυκαιρίζει | πο-λυ-και-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {πολυκαίρι-σε, πολυκαιρί-σει, -σμένος}: διαρκεί για υπερβολικά μεγάλο διάστημα, χρονίζει: Αυτή η συζήτηση έχει ~σει και δεν οδηγεί πουθενά. Το θέμα ~σε και έχασε το ενδιαφέρον του.|| (ειδικότ., για τρόφιμα) Μην αφήνεις το γάλα να ~σει (= μπαγιατέψει). [< μεσν. πολυκαιρίζω] | |
| 41496 | πολυκαιρισμένος | , η, ο πο-λυ-και-ρι-σμέ-νος επίθ.: παλιός, πεπαλαιωμένος: ~η: έκδοση. ~ο: βιβλίο.|| ~ο: αλεύρι. Πβ. μπαγιάτικος. [< μεσν. πολυκαιρισμένος] | |
| 41497 | πολυκαλλιέργεια | πο-λυ-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ταυτόχρονη καλλιέργεια περισσότερων του ενός φυτικών ειδών σε αγροτική έκταση: ~ λαχανικών και πατάτας. Βλ. -καλλιέργεια. ΑΝΤ. μονοκαλλιέργεια [< γαλλ. polyculture, 1908] | |
| 41498 | πολυκάναλος | , η, ο πο-λυ-κά-να-λος επίθ. & πολυκαναλικός, ή, ό: ΤΗΛΕΠ. που χρησιμοποιεί, έχει ή γίνεται μέσα από πολλά κανάλια: ~ος: (ραδιο)ενισχυτής/ήχος. ~η: αναπαραγωγή/ηχογράφηση. ~ο: σήμα/σύστημα.|| ~ή: μετάδοση/ψηφιακή τηλεόραση. [< αγγλ. multichannel, 1921] | |
| 41499 | πολυκάντηλο | πο-λυ-κά-ντη-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. πολύφωτο με πολλά καντήλια, το οποίο χρησιμοποιείται σε ναούς: μέγα ~. [< μεσν. πολυκάνδηλον] | |
| 41500 | πολυκαρβονικός | , ή, ό πο-λυ-καρ-βο-νι-κός επίθ. : ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που είναι φτιαγμένος από πολυκαρβονικό: ~ό: πλαστικό/στέγαστρο. ~ά: πάνελ/φύλλα. ● Ουσ.: πολυκαρβονικό (το): πολυανθρακικό: συμπαγές ~. | |
| 41501 | πολυκαταλαβαίνω | πο-λυ-κα-τα-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {πολυκατάλαβα} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) καταλαβαίνω καλά: Δεν ~ τι εννοείς. Δεν πολυκατάλαβα τον προβληματισμό σου. ΣΥΝ. πολυπιάνω (1) | |
| 41502 | πολυκατάστημα | πο-λυ-κα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.): μεγάλο εμπορικό κατάστημα με πολλά επιμέρους τμήματα, όπου πωλούνται διάφορα είδη: κεντρικό/πενταώροφο ~. ~ οικιακού εξοπλισμού/τροφίμων (= σούπερ μάρκετ).|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ~. [< αγγλ. department store] | |
| 41504 | πολυκεντρικός | , ή, ό πο-λυ-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει πολλά κέντρα, εστίες: ~ή: ανάπτυξη/δομή/μελέτη. ~ό: πρότυπο (αστικής ανάπτυξης)/σύστημα πόλεων.|| (ΙΑΤΡ., σε νάρθηκα) ~ή: άρθρωση. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. polycentric, γαλλ. polycentrique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ