Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42060-42080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41494πολυκαιρίαπο-λυ-και-ρί-α ουσ. (θηλ.): το πέρασμα μεγάλου χρονικού διαστήματος, κυρ. ως αίτιο φθοράς: φωτογραφία ξεθωριασμένη απ' την ~. [< μεσν. πολυκαιρία]
41495πολυκαιρίζειπο-λυ-και-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {πολυκαίρι-σε, πολυκαιρί-σει, -σμένος}: διαρκεί για υπερβολικά μεγάλο διάστημα, χρονίζει: Αυτή η συζήτηση έχει ~σει και δεν οδηγεί πουθενά. Το θέμα ~σε και έχασε το ενδιαφέρον του.|| (ειδικότ., για τρόφιμα) Μην αφήνεις το γάλα να ~σει (= μπαγιατέψει). [< μεσν. πολυκαιρίζω]
41496πολυκαιρισμένος, η, ο πο-λυ-και-ρι-σμέ-νος επίθ.: παλιός, πεπαλαιωμένος: ~η: έκδοση. ~ο: βιβλίο.|| ~ο: αλεύρι. Πβ. μπαγιάτικος. [< μεσν. πολυκαιρισμένος]
41497πολυκαλλιέργειαπο-λυ-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ταυτόχρονη καλλιέργεια περισσότερων του ενός φυτικών ειδών σε αγροτική έκταση: ~ λαχανικών και πατάτας. Βλ. -καλλιέργεια. ΑΝΤ. μονοκαλλιέργεια [< γαλλ. polyculture, 1908]
41498πολυκάναλος, η, ο πο-λυ-κά-να-λος επίθ. & πολυκαναλικός, ή, ό: ΤΗΛΕΠ. που χρησιμοποιεί, έχει ή γίνεται μέσα από πολλά κανάλια: ~ος: (ραδιο)ενισχυτής/ήχος. ~η: αναπαραγωγή/ηχογράφηση. ~ο: σήμα/σύστημα.|| ~ή: μετάδοση/ψηφιακή τηλεόραση. [< αγγλ. multichannel, 1921]
41499πολυκάντηλοπο-λυ-κά-ντη-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. πολύφωτο με πολλά καντήλια, το οποίο χρησιμοποιείται σε ναούς: μέγα ~. [< μεσν. πολυκάνδηλον]
41500πολυκαρβονικός, ή, ό πο-λυ-καρ-βο-νι-κός επίθ. : ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που είναι φτιαγμένος από πολυκαρβονικό: ~ό: πλαστικό/στέγαστρο. ~ά: πάνελ/φύλλα. ● Ουσ.: πολυκαρβονικό (το): πολυανθρακικό: συμπαγές ~.
41501πολυκαταλαβαίνωπο-λυ-κα-τα-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {πολυκατάλαβα} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) καταλαβαίνω καλά: Δεν ~ τι εννοείς. Δεν πολυκατάλαβα τον προβληματισμό σου. ΣΥΝ. πολυπιάνω (1)
41502πολυκατάστημαπο-λυ-κα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.): μεγάλο εμπορικό κατάστημα με πολλά επιμέρους τμήματα, όπου πωλούνται διάφορα είδη: κεντρικό/πενταώροφο ~. ~ οικιακού εξοπλισμού/τροφίμων (= σούπερ μάρκετ).|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ~. [< αγγλ. department store]
41504πολυκεντρικός, ή, ό πο-λυ-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει πολλά κέντρα, εστίες: ~ή: ανάπτυξη/δομή/μελέτη. ~ό: πρότυπο (αστικής ανάπτυξης)/σύστημα πόλεων.|| (ΙΑΤΡ., σε νάρθηκα) ~ή: άρθρωση. Βλ. -κεντρικός. [< αγγλ. polycentric, γαλλ. polycentrique]
41505πολύκεντροπο-λύ-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου} & πολυκέντρο: χώρος όπου παρουσιάζονται εκδηλώσεις και πραγματοποιούνται ποικίλες δραστηριότητες, συνήθ. πολιτιστικές και αθλητικές, ή παρέχονται υπηρεσίες εμπορικές, ψυχαγωγικές ή κοινωνικές: ~ νεολαίας. Πβ. πολυχώρος.
41506πολυκερματισμόςπο-λυ-κερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κατακερματισμός.
41507πολυκέφαλος, η, ο πο-λυ-κέ-φα-λος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει πολλά πρόσωπα στην ηγεσία του: ~η: εξουσία/επιχείρηση. ~ο: στράτευμα. 2. που έχει πολλά κεφάλια. Βλ. -κέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυκέφαλο τέρας & τέρας με πολλά κεφάλια (μτφ.): πολύπλευρο και δυσεπίλυτο πρόβλημα: Η ακρίβεια/η γραφειοκρατία είναι ένα ~ ~. Πβ. Λερναία Ύδρα. [< 1: αρχ. πολυκέφαλος]
41508πολυκινηματογράφοςπο-λυ-κι-νη-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): συγκρότημα πολλών κινηματογραφικών αιθουσών: θερινός/χειμερινός ~. ΣΥΝ. μούλτιπλεξ, πολυσινεμά
41509πολυκλαδικός, ή, ό πο-λυ-κλα-δι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει πολλούς κλάδους: ~ή: έκθεση (προϊόντων)/προσέγγιση. ~ό: ερευνητικό κέντρο.
41510πολύκλαυστος, η, ο πο-λύ-κλαυ-στος επίθ. (λόγ.): (για νεκρό) τον οποίο έκλαψαν πολύ. [< αρχ. πολύκλαυστος]
41511πολυκλινικήπο-λυ-κλι-νι-κή ουσ. (θηλ.): ιδιωτική κυρ. κλινική με πολλά τμήματα. Βλ. πολυϊατρείο. [< γερμ. Poliklinik, γαλλ. polyclinique, αγγλ. polyclinic]
41512πολυκλωνικός, ή, ό πο-λυ-κλω-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που ανήκει σε πολλούς κυτταρικούς κλώνους, παράγεται ή συντίθεται από αυτούς: ~ά: αντισώματα. Βλ. μονοκλωνικός. [< αγγλ. polyclonal, 1914]
41514πολυκοιτάζωπο-λυ-κοι-τά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πολυκοίτα-ξα} 1. (σε αρνητ. προτάσεις) δίνω ιδιαίτερη σημασία σε κάτι: Δεν ~ει τις λεπτομέρειες. Βιάστηκα να το αγοράσω και δεν το ~ξα. 2. κοιτάζω επίμονα: Ζήλευε κάθε φορά που ~ζαν τη γυναίκα του. Πβ. καρφώνω.
41515πολυκομματικός, ή, ό πο-λυ-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον πολυκομματισμό, που αφορά τις σχέσεις μεταξύ πολλών κομμάτων: ~ή: δημοκρατία. ~ό: σύστημα. ~ές: εκλογές. ΑΝΤ. δικομματικός, μονοκομματικός ● επίρρ.: πολυκομματικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.