| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41505 | πολύκεντρο | πο-λύ-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου} & πολυκέντρο: χώρος όπου παρουσιάζονται εκδηλώσεις και πραγματοποιούνται ποικίλες δραστηριότητες, συνήθ. πολιτιστικές και αθλητικές, ή παρέχονται υπηρεσίες εμπορικές, ψυχαγωγικές ή κοινωνικές: ~ νεολαίας. Πβ. πολυχώρος. | |
| 41506 | πολυκερματισμός | πο-λυ-κερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): κατακερματισμός. | |
| 41507 | πολυκέφαλος | , η, ο πο-λυ-κέ-φα-λος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει πολλά πρόσωπα στην ηγεσία του: ~η: εξουσία/επιχείρηση. ~ο: στράτευμα. 2. που έχει πολλά κεφάλια. Βλ. -κέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυκέφαλο τέρας & τέρας με πολλά κεφάλια (μτφ.): πολύπλευρο και δυσεπίλυτο πρόβλημα: Η ακρίβεια/η γραφειοκρατία είναι ένα ~ ~. Πβ. Λερναία Ύδρα. [< 1: αρχ. πολυκέφαλος] | |
| 41508 | πολυκινηματογράφος | πο-λυ-κι-νη-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): συγκρότημα πολλών κινηματογραφικών αιθουσών: θερινός/χειμερινός ~. ΣΥΝ. μούλτιπλεξ, πολυσινεμά | |
| 41509 | πολυκλαδικός | , ή, ό πο-λυ-κλα-δι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει πολλούς κλάδους: ~ή: έκθεση (προϊόντων)/προσέγγιση. ~ό: ερευνητικό κέντρο. | |
| 41510 | πολύκλαυστος | , η, ο πο-λύ-κλαυ-στος επίθ. (λόγ.): (για νεκρό) τον οποίο έκλαψαν πολύ. [< αρχ. πολύκλαυστος] | |
| 41511 | πολυκλινική | πο-λυ-κλι-νι-κή ουσ. (θηλ.): ιδιωτική κυρ. κλινική με πολλά τμήματα. Βλ. πολυϊατρείο. [< γερμ. Poliklinik, γαλλ. polyclinique, αγγλ. polyclinic] | |
| 41512 | πολυκλωνικός | , ή, ό πο-λυ-κλω-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που ανήκει σε πολλούς κυτταρικούς κλώνους, παράγεται ή συντίθεται από αυτούς: ~ά: αντισώματα. Βλ. μονοκλωνικός. [< αγγλ. polyclonal, 1914] | |
| 41514 | πολυκοιτάζω | πο-λυ-κοι-τά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πολυκοίτα-ξα} 1. (σε αρνητ. προτάσεις) δίνω ιδιαίτερη σημασία σε κάτι: Δεν ~ει τις λεπτομέρειες. Βιάστηκα να το αγοράσω και δεν το ~ξα. 2. κοιτάζω επίμονα: Ζήλευε κάθε φορά που ~ζαν τη γυναίκα του. Πβ. καρφώνω. | |
| 41515 | πολυκομματικός | , ή, ό πο-λυ-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον πολυκομματισμό, που αφορά τις σχέσεις μεταξύ πολλών κομμάτων: ~ή: δημοκρατία. ~ό: σύστημα. ~ές: εκλογές. ΑΝΤ. δικομματικός, μονοκομματικός ● επίρρ.: πολυκομματικά | |
| 41516 | πολυκομματισμός | πο-λυ-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. παρουσία πολλών κομμάτων στην πολιτική σκηνή μιας χώρας: αρχή του ~ού. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. δικομματισμός, μονοκομματισμός | |
| 41517 | πολυκοσμία | πο-λυ-κο-σμί-α ουσ. (θηλ.): συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε έναν χώρο, συνωστισμός: θόρυβος και ~. Στη συναυλία προκλήθηκε το αδιαχώρητο από την ~. Πβ. κοσμο-πλημμύρα, -συρροή. < πβ. γαλλ. affluence] | |
| 41518 | πολυκουζινάκι | πο-λυ-κου-ζι-νά-κι ουσ. (ουδ.) & πολυκούζινο: ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή πολυσυσκευή που συνήθ. περιλαμβάνει ηλεκτρικές εστίες, νεροχύτη και ψυγείο. [< αμερικ. kitchenette, 1910, γαλλ. ~, 1936] | |
| 41519 | πολύκροτος | , η, ο πο-λύ-κρο-τος επίθ.: που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση στην κοινή γνώμη: ~η: δίκη/υπόθεση. ~ο: βιβλίο/σίριαλ. Πβ. περιβόητος, πολυσυζητημένος. [< αρχ. πολύκροτος ‘θορυβώδης, πανούργος’] | |
| 41520 | πολυκυκλικός | , ή, ό πο-λυ-κυ-κλι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει δύο ή περισσότερους δακτυλίους σε ένα μόριο: ~ός: αρωματικός υδρογονάνθρακας (σύμβ. PAH). ~ές: ενώσεις. Βλ. ετεροκυκλικός. [< γαλλ. polycyclique, 1906, αγγλ. polycyclic] | |
| 41521 | πολυκύμαντος | , η, ο πο-λυ-κύ-μα-ντος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. πολυτάραχος ΑΝΤ. ακύμαντος 1. που έχει κυματισμούς, αναταράσσεται από κύματα: ~η: θάλασσα. Πβ. κυματ-, τρικυμι-ώδης. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις, εναλλαγές ή περιπέτειες: ~ος: βίος (= πολυτάραχος). ~η: ιστορία. ~ο: ταξίδι. Πβ. ταραχώδης. [< μεσν. πολυκύμαντος, πβ. μτγν. πολυκύμαντος] | |
| 41522 | πολυκυστικός | , ή, ό πο-λυ-κυ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που περιέχει πολλές κύστεις, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυκυστικές ωοθήκες: παθολογική κατάσταση κατά την οποία δεν πραγματοποιείται ωορρηξία, λόγω δυσλειτουργίας των ορμονών και συσσώρευσης πολλών μικρών κύστεων στις ωοθήκες. Σύνδρομο ~ών ~ών. Βλ. υπογονιμότητα. [< αγγλ. polycystic] | |
| 41523 | πολυκύτταρος | , η, ο πο-λυ-κύτ-τα-ρος επίθ. & πολυκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ. που σχηματίζεται από πολλά κύτταρα: ~οι: οργανισμοί. ΑΝΤ. μονοκύτταρος [< γαλλ. multicellulaire] | |
| 41524 | πολυλειτουργικός | , ή, ό πο-λυ-λει-τουρ-γι-κός επίθ.: που έχει ή επιτελεί πολλές λειτουργίες: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: εκτυπωτής (βλ. πολυμηχάνημα)/φούρνος. ~ή: οθόνη/συσκευή. ~ό: μηχάνημα/τιμόνι.|| ~ός: ρόλος. ~ή: γεωργία. ~ό: κέντρο (κοινωνικών υπηρεσιών). Πβ. πολυδύναμος. [< αγγλ. multifunctional, 1941, polyfunctional, γαλλ. multifonctionnel, 1967, multifonction, 1970] | |
| 41525 | πολυλειτουργικότητα | πο-λυ-λει-τουρ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυλειτουργικού: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εκτυπωτή.|| ~ της γεωργίας (: ανάπτυξη και άλλων δραστηριοτήτων πέραν της παραγωγής τροφίμων, π.χ. του αγροτουρισμού). [< αγγλ. multifunctionality, γαλλ. multifonctionnalité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ