Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42080-42100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41516πολυκομματισμόςπο-λυ-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. παρουσία πολλών κομμάτων στην πολιτική σκηνή μιας χώρας: αρχή του ~ού. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. δικομματισμός, μονοκομματισμός
41517πολυκοσμίαπο-λυ-κο-σμί-α ουσ. (θηλ.): συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε έναν χώρο, συνωστισμός: θόρυβος και ~. Στη συναυλία προκλήθηκε το αδιαχώρητο από την ~. Πβ. κοσμο-πλημμύρα, -συρροή. < πβ. γαλλ. affluence]
41518πολυκουζινάκιπο-λυ-κου-ζι-νά-κι ουσ. (ουδ.) & πολυκούζινο: ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή πολυσυσκευή που συνήθ. περιλαμβάνει ηλεκτρικές εστίες, νεροχύτη και ψυγείο. [< αμερικ. kitchenette, 1910, γαλλ. ~, 1936]
41519πολύκροτος, η, ο πο-λύ-κρο-τος επίθ.: που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση στην κοινή γνώμη: ~η: δίκη/υπόθεση. ~ο: βιβλίο/σίριαλ. Πβ. περιβόητος, πολυσυζητημένος. [< αρχ. πολύκροτος ‘θορυβώδης, πανούργος’]
41520πολυκυκλικός, ή, ό πο-λυ-κυ-κλι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει δύο ή περισσότερους δακτυλίους σε ένα μόριο: ~ός: αρωματικός υδρογονάνθρακας (σύμβ. PAH). ~ές: ενώσεις. Βλ. ετεροκυκλικός. [< γαλλ. polycyclique, 1906, αγγλ. polycyclic]
41521πολυκύμαντος, η, ο πο-λυ-κύ-μα-ντος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. πολυτάραχος ΑΝΤ. ακύμαντος 1. που έχει κυματισμούς, αναταράσσεται από κύματα: ~η: θάλασσα. Πβ. κυματ-, τρικυμι-ώδης. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις, εναλλαγές ή περιπέτειες: ~ος: βίος (= πολυτάραχος). ~η: ιστορία. ~ο: ταξίδι. Πβ. ταραχώδης. [< μεσν. πολυκύμαντος, πβ. μτγν. πολυκύμαντος]
41522πολυκυστικός, ή, ό πο-λυ-κυ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που περιέχει πολλές κύστεις, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυκυστικές ωοθήκες: παθολογική κατάσταση κατά την οποία δεν πραγματοποιείται ωορρηξία, λόγω δυσλειτουργίας των ορμονών και συσσώρευσης πολλών μικρών κύστεων στις ωοθήκες. Σύνδρομο ~ών ~ών. Βλ. υπογονιμότητα. [< αγγλ. polycystic]
41523πολυκύτταρος, η, ο πο-λυ-κύτ-τα-ρος επίθ. & πολυκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ. που σχηματίζεται από πολλά κύτταρα: ~οι: οργανισμοί. ΑΝΤ. μονοκύτταρος [< γαλλ. multicellulaire]
41524πολυλειτουργικός, ή, ό πο-λυ-λει-τουρ-γι-κός επίθ.: που έχει ή επιτελεί πολλές λειτουργίες: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: εκτυπωτής (βλ. πολυμηχάνημα)/φούρνος. ~ή: οθόνη/συσκευή. ~ό: μηχάνημα/τιμόνι.|| ~ός: ρόλος. ~ή: γεωργία. ~ό: κέντρο (κοινωνικών υπηρεσιών). Πβ. πολυδύναμος. [< αγγλ. multifunctional, 1941, polyfunctional, γαλλ. multifonctionnel, 1967, multifonction, 1970]
41525πολυλειτουργικότητα

πο-λυ-λει-τουρ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυλειτουργικού: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εκτυπωτή.|| ~ της γεωργίας (: ανάπτυξη και άλλων δραστηριοτήτων πέραν της παραγωγής τροφίμων, π.χ. του αγροτουρισμού). [< αγγλ. multifunctionality, γαλλ. multifonctionnalité]

41526πολυλεκτικός, ή, ό πο-λυ-λε-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αποτελείται από ή διατυπώνεται με περισσότερες από μία λέξεις: ~ός: όρος. ~ό: σύνθετο (π.χ. ανοιχτή συζήτηση, ζώνη ασφαλείας, διαδήλωση-μαμούθ· πβ. σύμπλοκο). ΑΝΤ. μονολεκτικός
41527πολυλογάδικος, η, ο πο-λυ-λο-γά-δι-κος επίθ. (προφ.): φλύαρος.
41528πολυλογάςπο-λυ-λο-γάς ουσ. (αρσ.) , πολυλογού (η) (προφ.): αυτός που μιλά πολύ, που φλυαρεί. Πβ. αμετροεπής, φαφλατάς. Βλ. -άς. ΣΥΝ. φλύαρος (1) ΑΝΤ. λιγομίλητος
41529πολυλογίαπο-λυ-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): φλυαρία: ακατάπαυστη/ακατάσχετη ~. Πβ. αμετροέπεια, μπλαμπλά, πάρλα. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. λογοδιάρροια ΑΝΤ. βραχυλογία (2), ολιγολογία ● πολυλογίες (οι): πολλά και ασήμαντα λόγια: Άσε τις ~ και πες μας ακριβώς τι συνέβη. [< αρχ. πολυλογία]
41530πολύλογος, η, ο πο-λύ-λο-γος επίθ.: που αποτελείται από πολλά λόγια: ~ος: χαιρετισμός. Βλ. -λογος, η, ο. [< αρχ. πολύλογος]
10506Πολυλογω

σύνδ. που δηλώνει 1. σκοπό: Κρύφτηκε, ~ μην τον δουν. Ήρθα, ~ μείνω. Προσέχουμε, ~ έχουμε. Τρέξε ~/να προλάβεις! ~ (= αν θέλεις να) τα καταφέρεις, πρέπει να κουραστείς. ~ (= προκειμένου να) κλείσετε τη συσκευή, πατήστε το κουμπί.|| Δεν ήξερα ότι θα ήσουν κι εσύ, ~ ερχόμουν (ενν. θα ερχόμουν, αν το ήξερα). 2. αποτέλεσμα· ώστε να: Το άρθρο είναι ημιτελές ~ δημοσιευτεί. Είναι πολύ νωρίς, ~ κάνουμε δηλώσεις (= για δηλώσεις). Κάτι ήξερε, ~ μη μιλήσει (= που/και δεν μίλησε). Δεν μου αρέσει κάτι, ~ ν' αγοράσω (= να το αγοράσω). Μακάρι να είχα νέα τους, ~ μην ανησυχούσα. 3. αιτία· επειδή: ~ μην προσέχει, είδες/να τι έπαθε! ~ με ζαλίζεις, έχυσα τον καφέ. ~ μην ήρθε, κάτι του συνέβη. 4. χρόνο· έως ότου να, μέχρι να: Πέρασαν χρόνια, ~ καταλάβει ότι ... Έκανε καιρό ~/να του μιλήσει. Χρειάστηκε ώρα, ~ ετοιμαστεί. ● ΦΡ.: για να δούμε ... βλ. βλέπω, για να είμαι/γίνω πιο ακριβής/σαφής βλ. ακριβής, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο βλ. στραβός, για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, για να μη σ' τα πολυλογώ βλ. πολυλογώ, για να μην/χωρίς να αναφέρουμε ... βλ. αναφέρω, για να περάσει/περνάει η ώρα βλ. περνώ, για να 'χουμε (και/(το)) καλό ρώτημα βλ. ρώτημα [< μεσν. διά να]

41531πολυλογώ[πολυλογῶ] πο-λυ-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | συνήθ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: μιλώ πολύ, φλυαρώ: Φρόντισε να μην ~είς. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. παρλάρω ● ΦΡ.: για να μη σ' τα πολυλογώ (προφ.): με λίγα λόγια, συνοπτικά: ~ ~, όλα πήγαν καλά. [< μτγν. πολυλογῶ]
41532πολυμάθειαπο-λυ-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυμαθούς. Πβ. ευρυμάθεια, πολυγνωσία. Βλ. α-, ημι-μάθεια. [< αρχ. πολυμάθεια]
41533πολυμαθής, ής, ές πο-λυ-μα-θής επίθ. {πολυμαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που έχει πολλές γνώσεις, μορφωμένος: ~ής: λόγιος. Πβ. ευρυμαθής, πανεπιστήμων. Βλ. α-, ημι-μαθής. [< αρχ. πολυμαθής]
41534πολυμελής, ής, ές πο-λυ-με-λής (λόγ.): που αποτελείται από πολλά μέλη: ~ής: θίασος. ~ής: αντιπροσωπεία/οικογένεια/ομάδα/χορωδία. ~ές: συγκρότημα. Πβ. πολυάριθμος. Βλ. -μελής. ΣΥΝ. πολυπρόσωπος (1) ΑΝΤ. ολιγομελής [< αρχ. πολυμελής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.