| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41526 | πολυλεκτικός | , ή, ό πο-λυ-λε-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αποτελείται από ή διατυπώνεται με περισσότερες από μία λέξεις: ~ός: όρος. ~ό: σύνθετο (π.χ. ανοιχτή συζήτηση, ζώνη ασφαλείας, διαδήλωση-μαμούθ· πβ. σύμπλοκο). ΑΝΤ. μονολεκτικός | |
| 41527 | πολυλογάδικος | , η, ο πο-λυ-λο-γά-δι-κος επίθ. (προφ.): φλύαρος. | |
| 41528 | πολυλογάς | πο-λυ-λο-γάς ουσ. (αρσ.) , πολυλογού (η) (προφ.): αυτός που μιλά πολύ, που φλυαρεί. Πβ. αμετροεπής, φαφλατάς. Βλ. -άς. ΣΥΝ. φλύαρος (1) ΑΝΤ. λιγομίλητος | |
| 41529 | πολυλογία | πο-λυ-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): φλυαρία: ακατάπαυστη/ακατάσχετη ~. Πβ. αμετροέπεια, μπλαμπλά, πάρλα. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. λογοδιάρροια ΑΝΤ. βραχυλογία (2), ολιγολογία ● πολυλογίες (οι): πολλά και ασήμαντα λόγια: Άσε τις ~ και πες μας ακριβώς τι συνέβη. [< αρχ. πολυλογία] | |
| 41530 | πολύλογος | , η, ο πο-λύ-λο-γος επίθ.: που αποτελείται από πολλά λόγια: ~ος: χαιρετισμός. Βλ. -λογος, η, ο. [< αρχ. πολύλογος] | |
| 10506 | Πολυλογω | σύνδ. που δηλώνει 1. σκοπό: Κρύφτηκε, ~ μην τον δουν. Ήρθα, ~ μείνω. Προσέχουμε, ~ έχουμε. Τρέξε ~/να προλάβεις! ~ (= αν θέλεις να) τα καταφέρεις, πρέπει να κουραστείς. ~ (= προκειμένου να) κλείσετε τη συσκευή, πατήστε το κουμπί.|| Δεν ήξερα ότι θα ήσουν κι εσύ, ~ ερχόμουν (ενν. θα ερχόμουν, αν το ήξερα). 2. αποτέλεσμα· ώστε να: Το άρθρο είναι ημιτελές ~ δημοσιευτεί. Είναι πολύ νωρίς, ~ κάνουμε δηλώσεις (= για δηλώσεις). Κάτι ήξερε, ~ μη μιλήσει (= που/και δεν μίλησε). Δεν μου αρέσει κάτι, ~ ν' αγοράσω (= να το αγοράσω). Μακάρι να είχα νέα τους, ~ μην ανησυχούσα. 3. αιτία· επειδή: ~ μην προσέχει, είδες/να τι έπαθε! ~ με ζαλίζεις, έχυσα τον καφέ. ~ μην ήρθε, κάτι του συνέβη. 4. χρόνο· έως ότου να, μέχρι να: Πέρασαν χρόνια, ~ καταλάβει ότι ... Έκανε καιρό ~/να του μιλήσει. Χρειάστηκε ώρα, ~ ετοιμαστεί. ● ΦΡ.: για να δούμε ... βλ. βλέπω, για να είμαι/γίνω πιο ακριβής/σαφής βλ. ακριβής, για να λέμε/πούμε και του στραβού το δίκιο βλ. στραβός, για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, για να μη σ' τα πολυλογώ βλ. πολυλογώ, για να μην/χωρίς να αναφέρουμε ... βλ. αναφέρω, για να περάσει/περνάει η ώρα βλ. περνώ, για να 'χουμε (και/(το)) καλό ρώτημα βλ. ρώτημα [< μεσν. διά να] | |
| 41531 | πολυλογώ | [πολυλογῶ] πο-λυ-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | συνήθ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: μιλώ πολύ, φλυαρώ: Φρόντισε να μην ~είς. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. παρλάρω ● ΦΡ.: για να μη σ' τα πολυλογώ (προφ.): με λίγα λόγια, συνοπτικά: ~ ~, όλα πήγαν καλά. [< μτγν. πολυλογῶ] | |
| 41532 | πολυμάθεια | πο-λυ-μά-θει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυμαθούς. Πβ. ευρυμάθεια, πολυγνωσία. Βλ. α-, ημι-μάθεια. [< αρχ. πολυμάθεια] | |
| 41533 | πολυμαθής | , ής, ές πο-λυ-μα-θής επίθ. {πολυμαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που έχει πολλές γνώσεις, μορφωμένος: ~ής: λόγιος. Πβ. ευρυμαθής, πανεπιστήμων. Βλ. α-, ημι-μαθής. [< αρχ. πολυμαθής] | |
| 41534 | πολυμελής | , ής, ές πο-λυ-με-λής (λόγ.): που αποτελείται από πολλά μέλη: ~ής: θίασος. ~ής: αντιπροσωπεία/οικογένεια/ομάδα/χορωδία. ~ές: συγκρότημα. Πβ. πολυάριθμος. Βλ. -μελής. ΣΥΝ. πολυπρόσωπος (1) ΑΝΤ. ολιγομελής [< αρχ. πολυμελής] | |
| 41535 | πολυμεράση | πο-λυ-με-ρά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει τον πολυμερισμό των νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA): αλυσιδωτή αντίδραση ~ης. Βλ. πολυμερισμός. [< αγγλ. polymerase, 1948, γαλλ. polymérase, 1960] | |
| 41536 | πολυμέρεια | πο-λυ-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυμερούς: Η ~ του έργου ενός συγγραφέα. ΑΝΤ. μονομέρεια [< μτγν. πολυμέρεια ‘ύπαρξη πολλών τμημάτων’] | |
| 41537 | πολυμερής | , ής, ές πο-λυ-με-ρής επίθ. (λόγ.) 1. που διεξάγεται μεταξύ πολλών μερών: ~ής: διάλογος. ~ής: διπλωματία/συμφωνία/συνεργασία. ~είς: διαπραγματεύσεις/σχέσεις. Βλ. -μερής. 2. που αποτελείται από πολλά μέρη, πολύπλευρος: ~ής: έρευνα/σύνθεση. ~ές: σχέδιο. ~είς: έλεγχοι. Πβ. πολυ-διάστατος, -σύνθετος, -σχιδής. ΑΝΤ. μονομερής 3. ΧΗΜ. που παράγεται με πολυμερισμό: ~ές: πλαστικό (βλ. τεφλόν)/σώμα/υλικό. ● Ουσ.: πολυμερές (το): ΧΗΜ. χημική ένωση που αποτελείται από μακρομόρια και προκύπτει από πολυμερισμό: γραµµικό ~. Συνθετικά ~ή (βλ. νάιλον). Το DNA ανήκει στα φυσικά ~ή. Πβ. βιοπολυμερή. Βλ. μονομερές, ολιγομερές, συμ~, φωτο~. [< γαλλ. polymère, αγγλ. polymer] [< 2: αρχ. πολυμερής] | |
| 41538 | πολυμερίζω | πο-λυ-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {πολυμερί-στηκε, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΧΗΜ. παράγω πολυμερές: Υλικό που δεν ~εται. [< γαλλ. polymériser, αγγλ. polymerize] | |
| 41539 | πολυμερικός | , ή, ό πο-λυ-με-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τα πολυμερή: ~ή: μεμβράνη. ~ό: υλικό. ~ές: αλυσίδες. [< γαλλ. polymérique, αγγλ. polymeric] | |
| 41540 | πολυμερισμός | πο-λυ-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. διαδικασία κατά την οποία πολλά απλά μόρια συνδέονται μεταξύ τους, για να σχηματίσουν μεγαλύτερα: ~ προσθήκης/συμπύκνωσης. ~ ενώσεων με ρίζα βινυλίου/των ολεφινών. Βλ. ισομερισμός, μακρομόρια, πλαστικό, συμ~, φωτο~, -ισμός. [< γαλλ. polymérisation, αγγλ. polymerization] | |
| 41541 | πολυμέσα | πο-λυ-μέ-σα ουσ. (ουδ.) (τα): ΠΛΗΡΟΦ. οπτικοακουστικά μέσα που συνδυάζουν ταυτόχρονα ποικίλες μορφές αναπαράστασης της πληροφορίας (κείμενο, εικόνα, ήχος), συνήθ. μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, και χρησιμοποιούνται κυρ. για παιδαγωγικούς σκοπούς: διαδραστικά/ψηφιακά ~. Τεχνολογία/συσκευές ~ων. Αναπαραγωγή/βιβλιοθήκη/έκθεση/εργαστήρι/εφαρμογές/ροή ~ων. Εκπαίδευση με χρήση ~ων. Βλ. υπερμέσα. ΣΥΝ. μουλτιμίντια [< αγγλ. multimedia, 1950, γαλλ. multimédia, 1980] | |
| 41542 | πολυμεσικός | , ή, ό πο-λυ-με-σι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τα πολυμέσα: ~ή: αίθουσα/πληροφόρηση (βλ. ΥΠΠ). ~ό: βιβλίο/λεξικό/περιβάλλον/σύστημα. ~ές: βάσεις δεδομένων/υπηρεσίες. ~ές εφαρμογές στην εκπαίδευση/στην υγεία. Βλ. υπερμεσικός. [< αγγλ. multimedia, 1962 | |
| 53346 | πολυμεσικός | , ή, ό [ὑπερμεσικός] υ-περ-με-σι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τα υπερμέσα: ~ό: περιβάλλον. ~ές: εφαρμογές. ~ά: συστήματα. Βλ. πολυμεσικός. | |
| 41543 | πολυμεταβλητός | , ή, ό πο-λυ-με-τα-βλη-τός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που εξαρτάται από πολλές μεταβλητές: ~ή: ανάλυση. [< αγγλ. multivariate, 1920] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ