Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42100-42120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41535πολυμεράσηπο-λυ-με-ρά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει τον πολυμερισμό των νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA): αλυσιδωτή αντίδραση ~ης. Βλ. πολυμερισμός. [< αγγλ. polymerase, 1948, γαλλ. polymérase, 1960]
41536πολυμέρειαπο-λυ-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυμερούς: Η ~ του έργου ενός συγγραφέα. ΑΝΤ. μονομέρεια [< μτγν. πολυμέρεια ‘ύπαρξη πολλών τμημάτων’]
41537πολυμερής, ής, ές πο-λυ-με-ρής επίθ. (λόγ.) 1. που διεξάγεται μεταξύ πολλών μερών: ~ής: διάλογος. ~ής: διπλωματία/συμφωνία/συνεργασία. ~είς: διαπραγματεύσεις/σχέσεις. Βλ. -μερής. 2. που αποτελείται από πολλά μέρη, πολύπλευρος: ~ής: έρευνα/σύνθεση. ~ές: σχέδιο. ~είς: έλεγχοι. Πβ. πολυ-διάστατος, -σύνθετος, -σχιδής. ΑΝΤ. μονομερής 3. ΧΗΜ. που παράγεται με πολυμερισμό: ~ές: πλαστικό (βλ. τεφλόν)/σώμα/υλικό. ● Ουσ.: πολυμερές (το): ΧΗΜ. χημική ένωση που αποτελείται από μακρομόρια και προκύπτει από πολυμερισμό: γραµµικό ~. Συνθετικά ~ή (βλ. νάιλον). Το DNA ανήκει στα φυσικά ~ή. Πβ. βιοπολυμερή. Βλ. μονομερές, ολιγομερές, συμ~, φωτο~. [< γαλλ. polymère, αγγλ. polymer] [< 2: αρχ. πολυμερής]
41538πολυμερίζωπο-λυ-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {πολυμερί-στηκε, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΧΗΜ. παράγω πολυμερές: Υλικό που δεν ~εται. [< γαλλ. polymériser, αγγλ. polymerize]
41539πολυμερικός, ή, ό πο-λυ-με-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τα πολυμερή: ~ή: μεμβράνη. ~ό: υλικό. ~ές: αλυσίδες. [< γαλλ. polymérique, αγγλ. polymeric]
41540πολυμερισμόςπο-λυ-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. διαδικασία κατά την οποία πολλά απλά μόρια συνδέονται μεταξύ τους, για να σχηματίσουν μεγαλύτερα: ~ προσθήκης/συμπύκνωσης. ~ ενώσεων με ρίζα βινυλίου/των ολεφινών. Βλ. ισομερισμός, μακρομόρια, πλαστικό, συμ~, φωτο~, -ισμός. [< γαλλ. polymérisation, αγγλ. polymerization]
41541πολυμέσαπο-λυ-μέ-σα ουσ. (ουδ.) (τα): ΠΛΗΡΟΦ. οπτικοακουστικά μέσα που συνδυάζουν ταυτόχρονα ποικίλες μορφές αναπαράστασης της πληροφορίας (κείμενο, εικόνα, ήχος), συνήθ. μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, και χρησιμοποιούνται κυρ. για παιδαγωγικούς σκοπούς: διαδραστικά/ψηφιακά ~. Τεχνολογία/συσκευές ~ων. Αναπαραγωγή/βιβλιοθήκη/έκθεση/εργαστήρι/εφαρμογές/ροή ~ων. Εκπαίδευση με χρήση ~ων. Βλ. υπερμέσα. ΣΥΝ. μουλτιμίντια [< αγγλ. multimedia, 1950, γαλλ. multimédia, 1980]
41542πολυμεσικός, ή, ό πο-λυ-με-σι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τα πολυμέσα: ~ή: αίθουσα/πληροφόρηση (βλ. ΥΠΠ). ~ό: βιβλίο/λεξικό/περιβάλλον/σύστημα. ~ές: βάσεις δεδομένων/υπηρεσίες. ~ές εφαρμογές στην εκπαίδευση/στην υγεία. Βλ. υπερμεσικός. [< αγγλ. multimedia, 1962
53346πολυμεσικός

, ή, ό [ὑπερμεσικός] υ-περ-με-σι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τα υπερμέσα: ~ό: περιβάλλον. ~ές: εφαρμογές. ~ά: συστήματα. Βλ. πολυμεσικός.

41543πολυμεταβλητός, ή, ό πο-λυ-με-τα-βλη-τός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που εξαρτάται από πολλές μεταβλητές: ~ή: ανάλυση. [< αγγλ. multivariate, 1920]
41544πολυμεταγγιζόμενος, η, ο πο-λυ-με-ταγ-γι-ζό-με-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που υποβάλλεται σε συνεχείς μεταγγίσεις αίματος, συνήθ. λόγω αιμορροφιλίας ή αναιμίας: ~οι: ασθενείς/πάσχοντες. [< γαλλ. polytransfusé, 1983]
41545πολυμετοχικός, ή, ό πο-λυ-με-το-χι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αποτελείται από πολλούς μετόχους: ~ή: εταιρεία/τράπεζα. ΑΝΤ. μονομετοχικός
41546πολυμετοχικότηταπο-λυ-με-το-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία μια εταιρεία, ένας οργανισμός έχει πολλούς μετόχους. Βλ. -ότητα.
41547πολύμετροπο-λύ-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση διαφόρων ηλεκτρικών παραμέτρων, όπως η τάση, η ένταση και η αντίσταση του ρεύματος: αναλογικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. multimeter, 1910, γαλλ. multimètre, 1963]
41548πολυμέτωπος, η, ο πο-λυ-μέ-τω-πος επίθ. & (σπάν.) πολυμετωπικός: που γίνεται σε πολλά μέτωπα: ~ος: αγώνας. ~η: δράση/επίθεση/μάχη/προσπάθεια/σύγκρουση. ~ική: αντίδραση. [< αγγλ. multifront, 1940]
41549πολύμηνος, η, ο πο-λύ-μη-νος επίθ.: που διαρκεί πολλούς μήνες: ~ος: αγώνας. ~η: αναμονή/έρευνα/καθυστέρηση/μάχη/προσπάθεια. ~ες: διαβουλεύσεις/διαπραγματεύσεις. Βλ. -μηνος. [< μεσν. πολύμηνος]
41550πολυμηχανήπο-λυ-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): συσκευή πολλαπλών λειτουργιών: ~ αρτοζαχαροπλαστικής/παραγωγής κουλουριών/ροφημάτων. Αυτόματη ~.
41551πολυμηχάνημαπο-λυ-μη-χά-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που λειτουργεί ως εκτυπωτής, φωτοαντιγραφικό, σαρωτής και φαξ: έγχρωμο ~. ~ήματα λέιζερ. Βλ. πολυσυσκευή.
41552πολυμήχανος, η, ο πο-λυ-μή-χα-νος επίθ.: που επινοεί πολλούς τρόπους για να πετύχει κάτι, εφευρετικός: ~η: γυναίκα.|| (κατ' επέκτ.) ~η: στρατηγική. Πβ. επινοητ-, ευρηματ-ικός, πολύτροπος. [< αρχ. πολυμήχανος]
41553πολυμιλώ[πολυμιλῶ] πο-λυ-μι-λώ ρ. (αμτβ.) {πολυμιλ-ά κ. -άει ... | πολυμίλ-ησα} & πολυμιλάω (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) μιλώ πολύ: Σήμερα είναι εκνευρισμένος, μην του ~άτε. Δεν ~άει για την προσωπική της ζωή. [< μεσν. πολυμιλώ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.