| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41544 | πολυμεταγγιζόμενος | , η, ο πο-λυ-με-ταγ-γι-ζό-με-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που υποβάλλεται σε συνεχείς μεταγγίσεις αίματος, συνήθ. λόγω αιμορροφιλίας ή αναιμίας: ~οι: ασθενείς/πάσχοντες. [< γαλλ. polytransfusé, 1983] | |
| 41545 | πολυμετοχικός | , ή, ό πο-λυ-με-το-χι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αποτελείται από πολλούς μετόχους: ~ή: εταιρεία/τράπεζα. ΑΝΤ. μονομετοχικός | |
| 41546 | πολυμετοχικότητα | πο-λυ-με-το-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία μια εταιρεία, ένας οργανισμός έχει πολλούς μετόχους. Βλ. -ότητα. | |
| 41547 | πολύμετρο | πο-λύ-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση διαφόρων ηλεκτρικών παραμέτρων, όπως η τάση, η ένταση και η αντίσταση του ρεύματος: αναλογικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. multimeter, 1910, γαλλ. multimètre, 1963] | |
| 41548 | πολυμέτωπος | , η, ο πο-λυ-μέ-τω-πος επίθ. & (σπάν.) πολυμετωπικός: που γίνεται σε πολλά μέτωπα: ~ος: αγώνας. ~η: δράση/επίθεση/μάχη/προσπάθεια/σύγκρουση. ~ική: αντίδραση. [< αγγλ. multifront, 1940] | |
| 41549 | πολύμηνος | , η, ο πο-λύ-μη-νος επίθ.: που διαρκεί πολλούς μήνες: ~ος: αγώνας. ~η: αναμονή/έρευνα/καθυστέρηση/μάχη/προσπάθεια. ~ες: διαβουλεύσεις/διαπραγματεύσεις. Βλ. -μηνος. [< μεσν. πολύμηνος] | |
| 41550 | πολυμηχανή | πο-λυ-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): συσκευή πολλαπλών λειτουργιών: ~ αρτοζαχαροπλαστικής/παραγωγής κουλουριών/ροφημάτων. Αυτόματη ~. | |
| 41551 | πολυμηχάνημα | πο-λυ-μη-χά-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που λειτουργεί ως εκτυπωτής, φωτοαντιγραφικό, σαρωτής και φαξ: έγχρωμο ~. ~ήματα λέιζερ. Βλ. πολυσυσκευή. | |
| 41552 | πολυμήχανος | , η, ο πο-λυ-μή-χα-νος επίθ.: που επινοεί πολλούς τρόπους για να πετύχει κάτι, εφευρετικός: ~η: γυναίκα.|| (κατ' επέκτ.) ~η: στρατηγική. Πβ. επινοητ-, ευρηματ-ικός, πολύτροπος. [< αρχ. πολυμήχανος] | |
| 41553 | πολυμιλώ | [πολυμιλῶ] πο-λυ-μι-λώ ρ. (αμτβ.) {πολυμιλ-ά κ. -άει ... | πολυμίλ-ησα} & πολυμιλάω (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) μιλώ πολύ: Σήμερα είναι εκνευρισμένος, μην του ~άτε. Δεν ~άει για την προσωπική της ζωή. [< μεσν. πολυμιλώ] | |
| 41554 | πολυμορφία | πο-λυ-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολύμορφου, ποικιλία: βιολογική/θρησκευτική/πολιτιστική ~. Η ~ της γλώσσας/έκφρασης/κοινωνίας/φύσης. Πβ. ποικιλομορφία, πολυτυπία. ΑΝΤ. ομοιομορφία [< μτγν. πολυμορφία, γαλλ. polymorphie, αγγλ. polymorphy] | |
| 41555 | πολυμορφικός | , ή, ό πο-λυ-μορ-φι-κός επίθ. 1. που διαθέτει ευμετάβλητη μορφή, για να επιτελεί πολλαπλές λειτουργίες: ~ός: καναπές/χώρος. ~ές: κατασκευές.|| ~ό: αυτοκίνητο (: με δυνατότητα πολλαπλής αξιοποίησης του εσωτερικού του χώρου). Βλ. πολυχρηστικός. 2. που σχετίζεται με την πολυμορφία: ~ή: εκπαίδευση. Πβ. ποικίλος, ποικιλόμορφος. ΣΥΝ. πολύμορφος (1) ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) [< αγγλ. polymorphic] | |
| 41556 | πολυμορφισμός | πο-λυ-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. γενετική, δομική ή λειτουργική παραλλαγή που διαπιστώνεται ανάμεσα σε πληθυσμούς του ίδιου είδους. Βλ. γενετική ποικιλότητα. 2. ΧΗΜ.-ΚΡΥΣΤ. εμφάνιση μιας ουσίας με δύο ή περισσότερες διακριτές κρυσταλλικές μορφές. Βλ. αλλοτροπία, ισομορφισμός, -ισμός. [< γαλλ. polymorphisme, αγγλ. polymorphism] | |
| 41557 | πολυμορφοπύρηνα | πο-λυ-μορ-φο-πύ-ρη-να ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ήνων}: ΒΙΟΧ. λευκοκύτταρα, των οποίων ο πυρήνας σχηματίζει διάφορους λοβούς, με αποτέλεσμα να φαίνονται σαν να έχουν περισσότερους από έναν πυρήνες. Βλ. βασεό-, ηωσινό-, ουδετερό-φιλα.|| (κ. ως επίθ.) ~ λευκοκύτταρα. [< αγγλ. polymorphonuclear, γαλλ. polymorphonucléaire] | |
| 41558 | πολύμορφος | , η, ο πο-λύ-μορ-φος επίθ. 1. που έχει πολλές μορφές: ~η: δημιουργία/πραγματικότητα/προσωπικότητα. ~ο: έργο. Πβ. ποικίλος, πολύπλευρος. Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. ποικιλόμορφος, πολυμορφικός (2) ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) 2. ΧΗΜ. που παρουσιάζει πολυμορφισμό ή προέρχεται από αυτόν. Βλ. αλλοτροπικός, ισόμορφος. [< 1: αρχ. πολύμορφος 2: γαλλ. polymorphe, αγγλ. polymorphous, polymorph] | |
| 41559 | πολύμοχθος | , η, ο πο-λύ-μο-χθος επίθ.: που απαιτεί πολύ μόχθο, κοπιαστικός: ~η: πορεία/προσπάθεια. ΣΥΝ. επίμοχθος, επίπονος, κοπιώδης [< αρχ. πολύμοχθος] | |
| 41560 | πολύμπριζο & πολύπριζο | πο-λύ-μπρι-ζο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. εξάρτημα που συνδέεται με πρίζα τοίχου και δίνει τη δυνατότητα ταυτόχρονης παροχής ρεύματος σε περισσότερες από μία ηλεκτρικές συσκευές: ~ ασφαλείας/προστασίας. [< γαλλ. multiprise, 1975] | |
| 41561 | πολυμυξίνη | πο-λυ-μυ-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κάθε αντιβιοτικό που προέρχεται από τον μύκητα του εδάφους Bacillus polymyxa και χρησιμοποιείται ενάντια στα gram-αρνητικά μικρόβια. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. polymyxin, 1947, γαλλ. polymyxine] | |
| 41562 | πολυμυοσίτιδα | πο-λυ-μυ-ο-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης αυτοάνοση ρευματική πάθηση των γραμμωτών μυών, που προσβάλλει κυρ. τους μυς της ωμικής και της πυελικής ζώνης και της οποίας η σοβαρότητα διαφέρει από ενήλικα σε ενήλικα. Βλ. δερματομυοσίτιδα, -ίτιδα. [< αγγλ. polymyositis, γαλλ. polymyosite] | |
| 41563 | πολύνεκρος | , η, ο πο-λύ-νε-κρος επίθ.: που έχει ως θύματα πολλούς νεκρούς: ~ος: βομβαρδισμός/εκτροχιασμός τρένου/σεισμός. ~η: έκρηξη/επίθεση/τραγωδία. ~ο: δυστύχημα/ναυάγιο/τροχαίο. ~ες: μάχες/ταραχές. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ