Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42120-42140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41554πολυμορφίαπο-λυ-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολύμορφου, ποικιλία: βιολογική/θρησκευτική/πολιτιστική ~. Η ~ της γλώσσας/έκφρασης/κοινωνίας/φύσης. Πβ. ποικιλομορφία, πολυτυπία. ΑΝΤ. ομοιομορφία [< μτγν. πολυμορφία, γαλλ. polymorphie, αγγλ. polymorphy]
41555πολυμορφικός, ή, ό πο-λυ-μορ-φι-κός επίθ. 1. που διαθέτει ευμετάβλητη μορφή, για να επιτελεί πολλαπλές λειτουργίες: ~ός: καναπές/χώρος. ~ές: κατασκευές.|| ~ό: αυτοκίνητο (: με δυνατότητα πολλαπλής αξιοποίησης του εσωτερικού του χώρου). Βλ. πολυχρηστικός. 2. που σχετίζεται με την πολυμορφία: ~ή: εκπαίδευση. Πβ. ποικίλος, ποικιλόμορφος. ΣΥΝ. πολύμορφος (1) ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) [< αγγλ. polymorphic]
41556πολυμορφισμόςπο-λυ-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. γενετική, δομική ή λειτουργική παραλλαγή που διαπιστώνεται ανάμεσα σε πληθυσμούς του ίδιου είδους. Βλ. γενετική ποικιλότητα. 2. ΧΗΜ.-ΚΡΥΣΤ. εμφάνιση μιας ουσίας με δύο ή περισσότερες διακριτές κρυσταλλικές μορφές. Βλ. αλλοτροπία, ισομορφισμός, -ισμός. [< γαλλ. polymorphisme, αγγλ. polymorphism]
41557πολυμορφοπύρηναπο-λυ-μορ-φο-πύ-ρη-να ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ήνων}: ΒΙΟΧ. λευκοκύτταρα, των οποίων ο πυρήνας σχηματίζει διάφορους λοβούς, με αποτέλεσμα να φαίνονται σαν να έχουν περισσότερους από έναν πυρήνες. Βλ. βασεό-, ηωσινό-, ουδετερό-φιλα.|| (κ. ως επίθ.) ~ λευκοκύτταρα. [< αγγλ. polymorphonuclear, γαλλ. polymorphonucléaire]
41558πολύμορφος, η, ο πο-λύ-μορ-φος επίθ. 1. που έχει πολλές μορφές: ~η: δημιουργία/πραγματικότητα/προσωπικότητα. ~ο: έργο. Πβ. ποικίλος, πολύπλευρος. Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. ποικιλόμορφος, πολυμορφικός (2) ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) 2. ΧΗΜ. που παρουσιάζει πολυμορφισμό ή προέρχεται από αυτόν. Βλ. αλλοτροπικός, ισόμορφος. [< 1: αρχ. πολύμορφος 2: γαλλ. polymorphe, αγγλ. polymorphous, polymorph]
41559πολύμοχθος, η, ο πο-λύ-μο-χθος επίθ.: που απαιτεί πολύ μόχθο, κοπιαστικός: ~η: πορεία/προσπάθεια. ΣΥΝ. επίμοχθος, επίπονος, κοπιώδης [< αρχ. πολύμοχθος]
41560πολύμπριζο & πολύπριζοπο-λύ-μπρι-ζο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. εξάρτημα που συνδέεται με πρίζα τοίχου και δίνει τη δυνατότητα ταυτόχρονης παροχής ρεύματος σε περισσότερες από μία ηλεκτρικές συσκευές: ~ ασφαλείας/προστασίας. [< γαλλ. multiprise, 1975]
41561πολυμυξίνηπο-λυ-μυ-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κάθε αντιβιοτικό που προέρχεται από τον μύκητα του εδάφους Bacillus polymyxa και χρησιμοποιείται ενάντια στα gram-αρνητικά μικρόβια. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. polymyxin, 1947, γαλλ. polymyxine]
41562πολυμυοσίτιδαπο-λυ-μυ-ο-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης αυτοάνοση ρευματική πάθηση των γραμμωτών μυών, που προσβάλλει κυρ. τους μυς της ωμικής και της πυελικής ζώνης και της οποίας η σοβαρότητα διαφέρει από ενήλικα σε ενήλικα. Βλ. δερματομυοσίτιδα, -ίτιδα. [< αγγλ. polymyositis, γαλλ. polymyosite]
41563πολύνεκρος, η, ο πο-λύ-νε-κρος επίθ.: που έχει ως θύματα πολλούς νεκρούς: ~ος: βομβαρδισμός/εκτροχιασμός τρένου/σεισμός. ~η: έκρηξη/επίθεση/τραγωδία. ~ο: δυστύχημα/ναυάγιο/τροχαίο. ~ες: μάχες/ταραχές.
41564πολυνευρίτιδαπο-λυ-νευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή πολλών περιφερικών νεύρων ταυτόχρονα, με κινητικά ή αισθητικά συμπτώματα, η οποία οφείλεται κυρ. σε έλλειψη της βιταμίνης Β. Βλ. -ίτιδα, μπέρι μπέρι. [< γαλλ. polynévrite, αγγλ. polyneuritis]
41565πολυνευροπάθειαπο-λυ-νευ-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση που προσβάλλει όλο σχεδόν το νευρικό σύστημα: διαβητική/περιφερική ~. [< αγγλ. polyneuropathy, 1938]
41566πολυνησιωτικός, ή, ό πο-λυ-νη-σιω-τι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλά νησιά ή σχετίζεται με αυτά: ο ~ χαρακτήρας της Ελλάδας.|| ~ά: ΑΕΙ (: με Σχολές ή/και Τμήματα σε διάφορα νησιά).
41567πολυνίκηςπο-λυ-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (για αθλητή, προπονητή ή ομάδα) αυτός που έχει νικήσει πολλές φορές: Αναδείχθηκε ~. Βλ. -νίκης.|| (ως επίθ.) ~ης: οδηγός (της Φόρμουλα 1)/τεχνικός. [< μτγν. πολυνίκης]
41568πολυνοιάζειπο-λυ-νοιά-ζει ρ. (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) ενδιαφέρει ιδιαίτερα: Δεν την ~ουν τα προβλήματα των άλλων.
41569πολυνομίαπο-λυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ύπαρξη πολλών αντικρουόμενων νόμων για το ίδιο ή παρεμφερές θέμα: αντιφατική ~. Αντιμετώπιση/φαινόμενο της ~ας. Βλ. -νομία.
41570πολυνομοσχέδιοπο-λυ-νο-μο-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): νομοσχέδιο με το οποίο επιχειρείται η ρύθμιση σειράς θεμάτων.
41571πολυνοσηρότηταπο-λυ-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): παρουσία πολλών χρόνιων παθήσεων, συνήθ. πάνω από τρεις, στον ίδιο οργανισμό: ~ των ηλικιωμένων. Βλ. πολυφαρμακία.
41572πολυνουκλεοτιδικός, ή, ό πο-λυ-νου-κλε-ο-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πολυνουκλεοτίδιο: ~ή: αλυσίδα.
41573πολυνουκλεοτίδιοπο-λυ-νου-κλε-ο-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. πολυμερική αλυσίδα νουκλεοτιδίων. Βλ. νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα. [< αγγλ. polynucleotide, 1911, γερμ. Polynucleotid]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.