| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41554 | πολυμορφία | πο-λυ-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολύμορφου, ποικιλία: βιολογική/θρησκευτική/πολιτιστική ~. Η ~ της γλώσσας/έκφρασης/κοινωνίας/φύσης. Πβ. ποικιλομορφία, πολυτυπία. ΑΝΤ. ομοιομορφία [< μτγν. πολυμορφία, γαλλ. polymorphie, αγγλ. polymorphy] | |
| 41555 | πολυμορφικός | , ή, ό πο-λυ-μορ-φι-κός επίθ. 1. που διαθέτει ευμετάβλητη μορφή, για να επιτελεί πολλαπλές λειτουργίες: ~ός: καναπές/χώρος. ~ές: κατασκευές.|| ~ό: αυτοκίνητο (: με δυνατότητα πολλαπλής αξιοποίησης του εσωτερικού του χώρου). Βλ. πολυχρηστικός. 2. που σχετίζεται με την πολυμορφία: ~ή: εκπαίδευση. Πβ. ποικίλος, ποικιλόμορφος. ΣΥΝ. πολύμορφος (1) ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) [< αγγλ. polymorphic] | |
| 41556 | πολυμορφισμός | πο-λυ-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. γενετική, δομική ή λειτουργική παραλλαγή που διαπιστώνεται ανάμεσα σε πληθυσμούς του ίδιου είδους. Βλ. γενετική ποικιλότητα. 2. ΧΗΜ.-ΚΡΥΣΤ. εμφάνιση μιας ουσίας με δύο ή περισσότερες διακριτές κρυσταλλικές μορφές. Βλ. αλλοτροπία, ισομορφισμός, -ισμός. [< γαλλ. polymorphisme, αγγλ. polymorphism] | |
| 41557 | πολυμορφοπύρηνα | πο-λυ-μορ-φο-πύ-ρη-να ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ήνων}: ΒΙΟΧ. λευκοκύτταρα, των οποίων ο πυρήνας σχηματίζει διάφορους λοβούς, με αποτέλεσμα να φαίνονται σαν να έχουν περισσότερους από έναν πυρήνες. Βλ. βασεό-, ηωσινό-, ουδετερό-φιλα.|| (κ. ως επίθ.) ~ λευκοκύτταρα. [< αγγλ. polymorphonuclear, γαλλ. polymorphonucléaire] | |
| 41558 | πολύμορφος | , η, ο πο-λύ-μορ-φος επίθ. 1. που έχει πολλές μορφές: ~η: δημιουργία/πραγματικότητα/προσωπικότητα. ~ο: έργο. Πβ. ποικίλος, πολύπλευρος. Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. ποικιλόμορφος, πολυμορφικός (2) ΑΝΤ. ομοιόμορφος (1) 2. ΧΗΜ. που παρουσιάζει πολυμορφισμό ή προέρχεται από αυτόν. Βλ. αλλοτροπικός, ισόμορφος. [< 1: αρχ. πολύμορφος 2: γαλλ. polymorphe, αγγλ. polymorphous, polymorph] | |
| 41559 | πολύμοχθος | , η, ο πο-λύ-μο-χθος επίθ.: που απαιτεί πολύ μόχθο, κοπιαστικός: ~η: πορεία/προσπάθεια. ΣΥΝ. επίμοχθος, επίπονος, κοπιώδης [< αρχ. πολύμοχθος] | |
| 41560 | πολύμπριζο & πολύπριζο | πο-λύ-μπρι-ζο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. εξάρτημα που συνδέεται με πρίζα τοίχου και δίνει τη δυνατότητα ταυτόχρονης παροχής ρεύματος σε περισσότερες από μία ηλεκτρικές συσκευές: ~ ασφαλείας/προστασίας. [< γαλλ. multiprise, 1975] | |
| 41561 | πολυμυξίνη | πο-λυ-μυ-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κάθε αντιβιοτικό που προέρχεται από τον μύκητα του εδάφους Bacillus polymyxa και χρησιμοποιείται ενάντια στα gram-αρνητικά μικρόβια. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. polymyxin, 1947, γαλλ. polymyxine] | |
| 41562 | πολυμυοσίτιδα | πο-λυ-μυ-ο-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης αυτοάνοση ρευματική πάθηση των γραμμωτών μυών, που προσβάλλει κυρ. τους μυς της ωμικής και της πυελικής ζώνης και της οποίας η σοβαρότητα διαφέρει από ενήλικα σε ενήλικα. Βλ. δερματομυοσίτιδα, -ίτιδα. [< αγγλ. polymyositis, γαλλ. polymyosite] | |
| 41563 | πολύνεκρος | , η, ο πο-λύ-νε-κρος επίθ.: που έχει ως θύματα πολλούς νεκρούς: ~ος: βομβαρδισμός/εκτροχιασμός τρένου/σεισμός. ~η: έκρηξη/επίθεση/τραγωδία. ~ο: δυστύχημα/ναυάγιο/τροχαίο. ~ες: μάχες/ταραχές. | |
| 41564 | πολυνευρίτιδα | πο-λυ-νευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή πολλών περιφερικών νεύρων ταυτόχρονα, με κινητικά ή αισθητικά συμπτώματα, η οποία οφείλεται κυρ. σε έλλειψη της βιταμίνης Β. Βλ. -ίτιδα, μπέρι μπέρι. [< γαλλ. polynévrite, αγγλ. polyneuritis] | |
| 41565 | πολυνευροπάθεια | πο-λυ-νευ-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση που προσβάλλει όλο σχεδόν το νευρικό σύστημα: διαβητική/περιφερική ~. [< αγγλ. polyneuropathy, 1938] | |
| 41566 | πολυνησιωτικός | , ή, ό πο-λυ-νη-σιω-τι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλά νησιά ή σχετίζεται με αυτά: ο ~ χαρακτήρας της Ελλάδας.|| ~ά: ΑΕΙ (: με Σχολές ή/και Τμήματα σε διάφορα νησιά). | |
| 41567 | πολυνίκης | πο-λυ-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (για αθλητή, προπονητή ή ομάδα) αυτός που έχει νικήσει πολλές φορές: Αναδείχθηκε ~. Βλ. -νίκης.|| (ως επίθ.) ~ης: οδηγός (της Φόρμουλα 1)/τεχνικός. [< μτγν. πολυνίκης] | |
| 41568 | πολυνοιάζει | πο-λυ-νοιά-ζει ρ. (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) ενδιαφέρει ιδιαίτερα: Δεν την ~ουν τα προβλήματα των άλλων. | |
| 41569 | πολυνομία | πο-λυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ύπαρξη πολλών αντικρουόμενων νόμων για το ίδιο ή παρεμφερές θέμα: αντιφατική ~. Αντιμετώπιση/φαινόμενο της ~ας. Βλ. -νομία. | |
| 41570 | πολυνομοσχέδιο | πο-λυ-νο-μο-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): νομοσχέδιο με το οποίο επιχειρείται η ρύθμιση σειράς θεμάτων. | |
| 41571 | πολυνοσηρότητα | πο-λυ-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): παρουσία πολλών χρόνιων παθήσεων, συνήθ. πάνω από τρεις, στον ίδιο οργανισμό: ~ των ηλικιωμένων. Βλ. πολυφαρμακία. | |
| 41572 | πολυνουκλεοτιδικός | , ή, ό πο-λυ-νου-κλε-ο-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πολυνουκλεοτίδιο: ~ή: αλυσίδα. | |
| 41573 | πολυνουκλεοτίδιο | πο-λυ-νου-κλε-ο-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. πολυμερική αλυσίδα νουκλεοτιδίων. Βλ. νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα. [< αγγλ. polynucleotide, 1911, γερμ. Polynucleotid] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ