Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42140-42160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41574πολύξερος, η, ο πο-λύ-ξε-ρος επίθ. (προφ.-συνήθ. ειρων.): που νομίζει ότι ξέρει πολλά πράγματα: Παριστάνει τον ~ο. Το παίζει ~. Πβ. ξερόλας. Βλ. εξυπνάκιας. [< μεσν. πολύξευρος]
52587πολύξερος

τύ-φλα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): στραβωμάρα, γκαβωμάρα: Δεν βλέπει την ~ του (= είναι θεόστραβος)! Πβ. τύφλωση.|| (σπάν.-μτφ.) Πνευματική ~. Πβ. τυφλότητα. ΣΥΝ. τυφλαμάρα ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι (αργκό): για κατάσταση υπερβολικής μέθης με συνέπεια την απώλεια της συνείδησης. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι πίτα (1), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, δεν ξέρει την τύφλα του: είναι εντελώς άσχετος: Κάνει τον πολύξερο και ~ ~! Δεν ξέρουν ~ ~ τους (= δεν ξέρουν γρι) από μουσική/υπολογιστές., τύφλα να ΄χει ο/το τάδε μπροστά στο(ν) δείνα: για κάποιον ή κάτι που διαθέτει μια ιδιότητα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από κάποιον ή κάτι άλλο που είναι διάσημο(ς) για αυτή., σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη

41575πολυόλεςπο-λυ-ό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυόλη}: ΧΗΜ. πολυαλκοόλες. [< αγγλ. polyol]
41576πολυολεφίνεςπο-λυ-ο-λε-φί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. πολυολεφίνη}: ΧΗΜ. ενώσεις που προέρχονται από τον πολυμερισμό των ολεφινών και χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία. Βλ. αλκένια. [< αγγλ. polyolefin, 1930, γαλλ. polyoléfine]
41577πολυομβρίαπο-λυ-ομ-βρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πολλές και διαρκείς βροχοπτώσεις. ΑΝΤ. ανομβρία (1) [< μτγν. πολυομβρία]
41578πολυοξέαπο-λυ-ο-ξέ-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. ενώσεις που περιέχουν πιο πολλές από μία όξινες ομάδες: ~ φρούτων (: βοηθούν στη σύσφιξη της επιδερμίδας). [< αγγλ. polyacid, γαλλ. polyacide]
41579πολυοργανικός, ή, ό πο-λυ-ορ-γα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αφορά πολλά όργανα: ~ή: ανεπάρκεια/βλάβη. Σύνδρομο ~ής δυσλειτουργίας. [< αγγλ. multi-organ]
41580πολυουρεθάνηπο-λυ-ου-ρε-θά-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. είδος πλαστικού, με ευρεία χρήση στη βιομηχανία, που χρησιμοποιείται κυρ. σε προϊόντα μόνωσης και στεγανοποίησης: διογκωμένη ~. Αφρός ~ης. Βλ. ελαστάνη. [< αγγλ. polyurethane, 1939 < poly + ur(ea), αρχ. οὖρον, + eth(er) + -ane, γαλλ. polyuréthan(n)e, 1960]
41581πολυουρίαπο-λυ-ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη ποσότητα ούρων κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, η οποία αποτελεί ένα από τα πρώτα συμπτώματα του διαβήτη ή ασθενειών των νεφρών: νυχτερινή/χρόνια ~. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. polyurie, αγγλ. polyuria]
41582πολύπαθος, η, ο πο-λύ-πα-θος επίθ. & (σπάν.-λόγ.) πολυπαθής, ής, ές: που έχει υποφέρει πολλά δεινά: ~η: περιοχή.|| (μτφ.) ~ο: έργο. Πβ. πολυβασανισ-, τυραννισ-μένος. [< αρχ. πολυπαθής]
41583πολυπαιγμένος, η, ο πο-λυ-παιγ-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει παιχτεί πολλές φορές: ~η: ταινία. ~o: έργο/τραγούδι.|| ~ος: θεατρικός συγγραφέας (: που τα έργα του έχουν ανεβεί πολλές φορές στη σκηνή).
41584πολυπαίζωπο-λυ-παί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυέπαιξα} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) παίζω πολύ: Δεν ~ πια παιχνίδια.|| (μτφ.) Παράγοντας που δεν ~ει ρόλο στη ...
41585πολυπαραγοντικός, ή, ό πο-λυ-πα-ρα-γο-ντι-κός επίθ.: που οφείλεται ή στηρίζεται σε πολλούς παράγοντες: ~ός: δείκτης/έλεγχος/κίνδυνος/ μηχανισμός/μύθος/πόνος/χαρακτήρας. ~ή: αιτιολογία/ανάλυση/ασθένεια/ διαδικασία/διαταραχή/έρευνα/κληρονομικότητα/πάθηση/προσέγγιση. ~ό: μοντέλο/νόσημα/πείραμα/περιβάλλον/πρόβλημα/σύστημα/σχήμα/υπόδειγμα/φαινόμενο. [< γαλλ. multimodal, 1902, αγγλ. ~, multifactorial, 1920]
41586πολυπατώ[πολυπατῶ] πο-λυ-πα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) & πολυπατάω (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) πηγαίνω, εμφανίζομαι κάπου συχνά: Δεν ~άει στη σχολή.
41587πολυπάωπο-λυ-πά-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) & πολυπηγαίνω (προφ., σε αρνητ. προτάσεις) 1. πάω κάπου συχνά: Δεν ~ει πια στα μαθήματα χορού. 2. ταιριάζω πολύ: Το πουκάμισο που φοράς δεν ~ει με το παντελόνι. 3. μου αρέσει κάποιος, τον συμπαθώ: Σταμάτησε να βγαίνει με αυτή την παρέα, γιατί δεν την ~ει.
41588πολύπειρος, η, ο πο-λύ-πει-ρος επίθ.: πολύ έμπειρος: ~ος: δημοσιογράφος/πολιτικός/προπονητής. ~η: ομάδα. ~ο: στέλεχος. Πβ. πεπειραμένος. ΑΝΤ. άπειρος2, πρωτόπειρος [< αρχ. πολύπειρος]
41589πολυπεπτιδικός, ή, ό πο-λυ-πε-πτι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πολυπεπτίδιο: ~ή: αλυσίδα/ορμόνη. [< αγγλ. polypeptidic, γαλλ. polypeptidique, 1941]
41590πολυπεπτίδιοπο-λυ-πε-πτί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πεπτίδιο που περιέχει πολλά αμινοξέα, τα οποία ενώνονται με πεπτιδικούς δεσμούς: παγκρεατικό ~. [< αγγλ.-γαλλ. polypeptide, 1903]
41591πολυπιάνωπο-λυ-πιά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυέπια-σα} (προφ., σε αρνητ. προτάσεις) 1. πολυκαταλαβαίνω: Δεν σε ~. Δεν ~ τι λες. 2. αγγίζω: (απειλητ.) Μη με ~εις, γιατί ...πολυπιάνει 1. έχει σήμα: Δεν ~ το κινητό μου. 2. ασκεί επίδραση: Ο καφές δεν με ~σε.
41592πολυπλέκτηςπο-λυ-πλέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συνδυαστικό κύκλωμα που δέχεται δεδομένα από δύο ή περισσότερες εισόδους και τα μεταφέρει σε μία έξοδο: αναλογικός/ψηφιακός ~. ΑΝΤ. αποπολυπλέκτης [< αγγλ. multiplexer, γαλλ. multiplexeur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.