| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41564 | πολυνευρίτιδα | πο-λυ-νευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή πολλών περιφερικών νεύρων ταυτόχρονα, με κινητικά ή αισθητικά συμπτώματα, η οποία οφείλεται κυρ. σε έλλειψη της βιταμίνης Β. Βλ. -ίτιδα, μπέρι μπέρι. [< γαλλ. polynévrite, αγγλ. polyneuritis] | |
| 41565 | πολυνευροπάθεια | πο-λυ-νευ-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση που προσβάλλει όλο σχεδόν το νευρικό σύστημα: διαβητική/περιφερική ~. [< αγγλ. polyneuropathy, 1938] | |
| 41566 | πολυνησιωτικός | , ή, ό πο-λυ-νη-σιω-τι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλά νησιά ή σχετίζεται με αυτά: ο ~ χαρακτήρας της Ελλάδας.|| ~ά: ΑΕΙ (: με Σχολές ή/και Τμήματα σε διάφορα νησιά). | |
| 41567 | πολυνίκης | πο-λυ-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (για αθλητή, προπονητή ή ομάδα) αυτός που έχει νικήσει πολλές φορές: Αναδείχθηκε ~. Βλ. -νίκης.|| (ως επίθ.) ~ης: οδηγός (της Φόρμουλα 1)/τεχνικός. [< μτγν. πολυνίκης] | |
| 41568 | πολυνοιάζει | πο-λυ-νοιά-ζει ρ. (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) ενδιαφέρει ιδιαίτερα: Δεν την ~ουν τα προβλήματα των άλλων. | |
| 41569 | πολυνομία | πο-λυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ύπαρξη πολλών αντικρουόμενων νόμων για το ίδιο ή παρεμφερές θέμα: αντιφατική ~. Αντιμετώπιση/φαινόμενο της ~ας. Βλ. -νομία. | |
| 41570 | πολυνομοσχέδιο | πο-λυ-νο-μο-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): νομοσχέδιο με το οποίο επιχειρείται η ρύθμιση σειράς θεμάτων. | |
| 41571 | πολυνοσηρότητα | πο-λυ-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): παρουσία πολλών χρόνιων παθήσεων, συνήθ. πάνω από τρεις, στον ίδιο οργανισμό: ~ των ηλικιωμένων. Βλ. πολυφαρμακία. | |
| 41572 | πολυνουκλεοτιδικός | , ή, ό πο-λυ-νου-κλε-ο-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πολυνουκλεοτίδιο: ~ή: αλυσίδα. | |
| 41573 | πολυνουκλεοτίδιο | πο-λυ-νου-κλε-ο-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. πολυμερική αλυσίδα νουκλεοτιδίων. Βλ. νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα. [< αγγλ. polynucleotide, 1911, γερμ. Polynucleotid] | |
| 41574 | πολύξερος | , η, ο πο-λύ-ξε-ρος επίθ. (προφ.-συνήθ. ειρων.): που νομίζει ότι ξέρει πολλά πράγματα: Παριστάνει τον ~ο. Το παίζει ~. Πβ. ξερόλας. Βλ. εξυπνάκιας. [< μεσν. πολύξευρος] | |
| 52587 | πολύξερος | τύ-φλα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): στραβωμάρα, γκαβωμάρα: Δεν βλέπει την ~ του (= είναι θεόστραβος)! Πβ. τύφλωση.|| (σπάν.-μτφ.) Πνευματική ~. Πβ. τυφλότητα. ΣΥΝ. τυφλαμάρα ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι (αργκό): για κατάσταση υπερβολικής μέθης με συνέπεια την απώλεια της συνείδησης. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι πίτα (1), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, δεν ξέρει την τύφλα του: είναι εντελώς άσχετος: Κάνει τον πολύξερο και ~ ~! Δεν ξέρουν ~ ~ τους (= δεν ξέρουν γρι) από μουσική/υπολογιστές., τύφλα να ΄χει ο/το τάδε μπροστά στο(ν) δείνα: για κάποιον ή κάτι που διαθέτει μια ιδιότητα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από κάποιον ή κάτι άλλο που είναι διάσημο(ς) για αυτή., σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη | |
| 41575 | πολυόλες | πο-λυ-ό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυόλη}: ΧΗΜ. πολυαλκοόλες. [< αγγλ. polyol] | |
| 41576 | πολυολεφίνες | πο-λυ-ο-λε-φί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. πολυολεφίνη}: ΧΗΜ. ενώσεις που προέρχονται από τον πολυμερισμό των ολεφινών και χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία. Βλ. αλκένια. [< αγγλ. polyolefin, 1930, γαλλ. polyoléfine] | |
| 41577 | πολυομβρία | πο-λυ-ομ-βρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πολλές και διαρκείς βροχοπτώσεις. ΑΝΤ. ανομβρία (1) [< μτγν. πολυομβρία] | |
| 41578 | πολυοξέα | πο-λυ-ο-ξέ-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. ενώσεις που περιέχουν πιο πολλές από μία όξινες ομάδες: ~ φρούτων (: βοηθούν στη σύσφιξη της επιδερμίδας). [< αγγλ. polyacid, γαλλ. polyacide] | |
| 41579 | πολυοργανικός | , ή, ό πο-λυ-ορ-γα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αφορά πολλά όργανα: ~ή: ανεπάρκεια/βλάβη. Σύνδρομο ~ής δυσλειτουργίας. [< αγγλ. multi-organ] | |
| 41580 | πολυουρεθάνη | πο-λυ-ου-ρε-θά-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. είδος πλαστικού, με ευρεία χρήση στη βιομηχανία, που χρησιμοποιείται κυρ. σε προϊόντα μόνωσης και στεγανοποίησης: διογκωμένη ~. Αφρός ~ης. Βλ. ελαστάνη. [< αγγλ. polyurethane, 1939 < poly + ur(ea), αρχ. οὖρον, + eth(er) + -ane, γαλλ. polyuréthan(n)e, 1960] | |
| 41581 | πολυουρία | πο-λυ-ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη ποσότητα ούρων κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, η οποία αποτελεί ένα από τα πρώτα συμπτώματα του διαβήτη ή ασθενειών των νεφρών: νυχτερινή/χρόνια ~. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. polyurie, αγγλ. polyuria] | |
| 41582 | πολύπαθος | , η, ο πο-λύ-πα-θος επίθ. & (σπάν.-λόγ.) πολυπαθής, ής, ές: που έχει υποφέρει πολλά δεινά: ~η: περιοχή.|| (μτφ.) ~ο: έργο. Πβ. πολυβασανισ-, τυραννισ-μένος. [< αρχ. πολυπαθής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ