Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42140-42160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41564πολυνευρίτιδαπο-λυ-νευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή πολλών περιφερικών νεύρων ταυτόχρονα, με κινητικά ή αισθητικά συμπτώματα, η οποία οφείλεται κυρ. σε έλλειψη της βιταμίνης Β. Βλ. -ίτιδα, μπέρι μπέρι. [< γαλλ. polynévrite, αγγλ. polyneuritis]
41565πολυνευροπάθειαπο-λυ-νευ-ρο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση που προσβάλλει όλο σχεδόν το νευρικό σύστημα: διαβητική/περιφερική ~. [< αγγλ. polyneuropathy, 1938]
41566πολυνησιωτικός, ή, ό πο-λυ-νη-σιω-τι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλά νησιά ή σχετίζεται με αυτά: ο ~ χαρακτήρας της Ελλάδας.|| ~ά: ΑΕΙ (: με Σχολές ή/και Τμήματα σε διάφορα νησιά).
41567πολυνίκηςπο-λυ-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. (για αθλητή, προπονητή ή ομάδα) αυτός που έχει νικήσει πολλές φορές: Αναδείχθηκε ~. Βλ. -νίκης.|| (ως επίθ.) ~ης: οδηγός (της Φόρμουλα 1)/τεχνικός. [< μτγν. πολυνίκης]
41568πολυνοιάζειπο-λυ-νοιά-ζει ρ. (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) ενδιαφέρει ιδιαίτερα: Δεν την ~ουν τα προβλήματα των άλλων.
41569πολυνομίαπο-λυ-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ύπαρξη πολλών αντικρουόμενων νόμων για το ίδιο ή παρεμφερές θέμα: αντιφατική ~. Αντιμετώπιση/φαινόμενο της ~ας. Βλ. -νομία.
41570πολυνομοσχέδιοπο-λυ-νο-μο-σχέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): νομοσχέδιο με το οποίο επιχειρείται η ρύθμιση σειράς θεμάτων.
41571πολυνοσηρότηταπο-λυ-νο-ση-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): παρουσία πολλών χρόνιων παθήσεων, συνήθ. πάνω από τρεις, στον ίδιο οργανισμό: ~ των ηλικιωμένων. Βλ. πολυφαρμακία.
41572πολυνουκλεοτιδικός, ή, ό πο-λυ-νου-κλε-ο-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πολυνουκλεοτίδιο: ~ή: αλυσίδα.
41573πολυνουκλεοτίδιοπο-λυ-νου-κλε-ο-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. πολυμερική αλυσίδα νουκλεοτιδίων. Βλ. νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα. [< αγγλ. polynucleotide, 1911, γερμ. Polynucleotid]
41574πολύξερος, η, ο πο-λύ-ξε-ρος επίθ. (προφ.-συνήθ. ειρων.): που νομίζει ότι ξέρει πολλά πράγματα: Παριστάνει τον ~ο. Το παίζει ~. Πβ. ξερόλας. Βλ. εξυπνάκιας. [< μεσν. πολύξευρος]
52587πολύξερος

τύ-φλα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): στραβωμάρα, γκαβωμάρα: Δεν βλέπει την ~ του (= είναι θεόστραβος)! Πβ. τύφλωση.|| (σπάν.-μτφ.) Πνευματική ~. Πβ. τυφλότητα. ΣΥΝ. τυφλαμάρα ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι (αργκό): για κατάσταση υπερβολικής μέθης με συνέπεια την απώλεια της συνείδησης. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι αλοιφή (1), γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι πίτα (1), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, δεν ξέρει την τύφλα του: είναι εντελώς άσχετος: Κάνει τον πολύξερο και ~ ~! Δεν ξέρουν ~ ~ τους (= δεν ξέρουν γρι) από μουσική/υπολογιστές., τύφλα να ΄χει ο/το τάδε μπροστά στο(ν) δείνα: για κάποιον ή κάτι που διαθέτει μια ιδιότητα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από κάποιον ή κάτι άλλο που είναι διάσημο(ς) για αυτή., σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη

41575πολυόλεςπο-λυ-ό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυόλη}: ΧΗΜ. πολυαλκοόλες. [< αγγλ. polyol]
41576πολυολεφίνεςπο-λυ-ο-λε-φί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. πολυολεφίνη}: ΧΗΜ. ενώσεις που προέρχονται από τον πολυμερισμό των ολεφινών και χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία. Βλ. αλκένια. [< αγγλ. polyolefin, 1930, γαλλ. polyoléfine]
41577πολυομβρίαπο-λυ-ομ-βρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πολλές και διαρκείς βροχοπτώσεις. ΑΝΤ. ανομβρία (1) [< μτγν. πολυομβρία]
41578πολυοξέαπο-λυ-ο-ξέ-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. ενώσεις που περιέχουν πιο πολλές από μία όξινες ομάδες: ~ φρούτων (: βοηθούν στη σύσφιξη της επιδερμίδας). [< αγγλ. polyacid, γαλλ. polyacide]
41579πολυοργανικός, ή, ό πο-λυ-ορ-γα-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αφορά πολλά όργανα: ~ή: ανεπάρκεια/βλάβη. Σύνδρομο ~ής δυσλειτουργίας. [< αγγλ. multi-organ]
41580πολυουρεθάνηπο-λυ-ου-ρε-θά-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. είδος πλαστικού, με ευρεία χρήση στη βιομηχανία, που χρησιμοποιείται κυρ. σε προϊόντα μόνωσης και στεγανοποίησης: διογκωμένη ~. Αφρός ~ης. Βλ. ελαστάνη. [< αγγλ. polyurethane, 1939 < poly + ur(ea), αρχ. οὖρον, + eth(er) + -ane, γαλλ. polyuréthan(n)e, 1960]
41581πολυουρίαπο-λυ-ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη ποσότητα ούρων κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, η οποία αποτελεί ένα από τα πρώτα συμπτώματα του διαβήτη ή ασθενειών των νεφρών: νυχτερινή/χρόνια ~. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. polyurie, αγγλ. polyuria]
41582πολύπαθος, η, ο πο-λύ-πα-θος επίθ. & (σπάν.-λόγ.) πολυπαθής, ής, ές: που έχει υποφέρει πολλά δεινά: ~η: περιοχή.|| (μτφ.) ~ο: έργο. Πβ. πολυβασανισ-, τυραννισ-μένος. [< αρχ. πολυπαθής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.