| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41593 | πολυπλεξία | πο-λυ-πλε-ξί-α ουσ. (θηλ.) & πολύπλεξη: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική η οποία επιτρέπει σε περισσότερα από ένα δεδομένα να μεταφέρονται μέσα από την ίδια γραμμή επικοινωνίας: στατιστική ~. ~ διαίρεσης συχνότητας/χρόνου. Βλ. μεταγωγή. [< αγγλ. multiplexing, γαλλ. multiplexage, περ. 1965] | |
| 41594 | πολύπλευρος | , η, ο πο-λύ-πλευ-ρος επίθ. 1. που διαθέτει πολλές πλευρές, όψεις: ~ος: δημιουργός. ~η: δραστηριότητα/ενημέρωση/προσέγγιση/προσωπικότητα (= πολυσχιδής). ~ο: ενδιαφέρον/έργο/ταλέντο. Πβ. πολυ-διάστατος, -επίπεδος, -πρισματικός, -φασματικός. ΣΥΝ. πολυεδρικός (2), πολυμερής (2), πολυπολικός (2), πολύπτυχος (2) ΑΝΤ. μονόπλευρος 2. που προέρχεται από πολλές κατευθύνσεις: ~η: πίεση. Βλ. -πλευρος. ● επίρρ.: πολύπλευρα & (λόγ.) πολυπλεύρως [< μτγν. πολύπλευρος] | |
| 41595 | πολυπληθής | , ής, ές πο-λυ-πλη-θής επίθ. {πολυπληθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· πολυπληθέστ-ερος, -ατος}: που αποτελείται από μεγάλο πλήθος ανθρώπων: ~ής: παρουσία (των φιλάθλων)/συμμετοχή (των κατοίκων). ~ές: ακροατήριο/κοινό (πβ. πολυ-άριθμος, -πρόσωπος). ~είς: πόλεις. Πβ. κοσμοβριθής. [< μτγν. πολυπληθής] | |
| 41596 | πολυπλησιάζω | πο-λυ-πλη-σι-ά-ζω ρ. (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) πλησιάζω πολύ: Δεν τον ~, γιατί είναι έτοιμος για καβγά. Μη με ~εις, γιατί είμαι άρρωστη. | |
| 41597 | πολυπλόκαμος | , η, ο πο-λυ-πλό-κα-μος επίθ. 1. (μτφ.-μειωτ.) που έχει πολλές και ύποπτες διασυνδέσεις: ~ος: μηχανισμός. ~η: μαφία/οργάνωση. ~ο: κύκλωμα. 2. (σπάν.) που έχει μεγάλο αριθμό πλοκαμιών: ~ο: τέρας. [< 2: μτγν. πολυπλόκαμος] | |
| 41598 | πολύπλοκος | , η, ο πο-λύ-πλο-κος επίθ.: που αποτελείται από πολλά μέρη, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολλαπλές και σύνθετες σχέσεις: ~ος: μηχανισμός. ~η: διαδικασία/σκέψη (πβ. λαβυρινθώδης)/υπόθεση (πβ. δύσκολος, μπερδεμένος). ~ο: έργο/ζήτημα/θέμα/πρόβλημα/σύστημα. ~ες: εφαρμογές. ΣΥΝ. δαιδαλώδης (2), περίπλοκος, πολυσύνθετος (1) ΑΝΤ. απλός (1) ● επίρρ.: πολύπλοκα [< αρχ. πολύπλοκος] | |
| 41599 | πολυπλοκότητα | πο-λυ-πλο-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του πολύπλοκου: ~ του παιχνιδιού/προβλήματος. Πβ. συνθετότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. περιπλοκότητα 2. ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. επίλυση σύνθετων υπολογιστικών διαδικασιών, με βάση τον κατάλληλο συνδυασμό απλών και στοιχειωδών εργασιών, ώστε το ίδιο πρόβλημα να λύνεται με λιγότερα και απλούστερα βήματα: χρονική ~. ~ αλγορίθμων. || Θεωρία της ~ας. [< γαλλ. complexité, αγγλ. complexity (theory)] | |
| 41600 | πολύποδας | πο-λύ-πο-δας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) πολύπους {πολύποδος} 1. ΙΑΤΡ. όγκος, συνήθ. καλοήθης, που αναπτύσσεται σε βλεννογόνο: ενδομήτριος ~. Αφαίρεση ~α. 2. ΖΩΟΛ. υδρόβιο ασπόνδυλο με κυλινδρικό σώμα, το οποίο έχει αγκαθωτούς πλοκάμους που ξεκινούν γύρω από το στόμα και συνήθ. περιβάλλεται από κεραίες. Βλ. θαλάσσια ανεμώνη, κοράλλι, μέδουσα, ύδρα, υδρόζωα. 3. ΖΩΟΛ. χταπόδι. ● Ουσ.: πολύποδα (τα): ΖΩΟΛ. κατηγορία εντόμων με πολλά πόδια. [< αρχ. πολύπους, αγγλ. polyp, γαλλ. polype] | |
| 41601 | πολυποδίαση | πο-λυ-πο-δί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός πολυάριθμων πολυπόδων: αδενωµατώδης/οικογενής ~. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. polypose, 1911, αγγλ. polyposis, 1914] | |
| 41602 | πολυπόθητος | , η, ο πο-λυ-πό-θη-τος επίθ.: πάρα πολύ ποθητός: ~ος: διορισμός/στόχος. ~η: ελπίδα/νίκη/στιγμή. ~ο: εισιτήριο/τρόπαιο. Βλ. επιθυμητός. ΣΥΝ. περιπόθητος [< μτγν. πολυπόθητος] | |
| 41603 | πολυποίκιλος | , η, ο πο-λυ-ποί-κι-λος επίθ.: που παρουσιάζει πολύ μεγάλη ποικιλία: ~ος: κόσμος. ~η: δραστηριότητα. ~ο: πρόγραμμα/τοπίο. ~ες: γνώσεις/εμπειρίες/μορφές. ~α: ενδιαφέροντα (= πολύπλευρα)/προβλήματα/συμφέροντα. Πβ. ποικίλος. [< αρχ. πολυποίκιλος ‘πολύχρωμος’] | |
| 41604 | πολυποίκιλτος | , η, ο πο-λυ-ποί-κιλ-τος επίθ. (λόγ.): που είναι γεμάτος στολίδια: ~η: στολή. [< μεσν. πολυποίκιλτος] | |
| 41605 | πολυπολικός | , ή, ό πο-λυ-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει πολλούς πόλους: ~ός: διακόπτης. ~ό: καλώδιο. Βλ. δι-, μονο-πολικός. 2. (μτφ.) πολυδιάστατος, πολύπλευρος: ~ός: κόσμος. ~ή: δομή. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. multipolaire , αγγλ. multipolar] | |
| 41606 | πολυπολιτισμικός | , ή, ό πο-λυ-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών στην ίδια περιοχή ή χώρα: ~ή: εκπαίδευση/κοινωνία. ~ό: περιβάλλον. Πβ. κοσμοπολίτικος. ΑΝΤ. μονοπολιτισμικός [< αγγλ. multicultural, 1935, γαλλ. multiculturel, 1975] | |
| 41607 | πολυπολιτισμικότητα | πο-λυ-πο-λι-τι-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυπολιτισμικού. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. πολυπολιτισμός | |
| 41608 | πολυπολιτισμός | πο-λυ-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πολυπολιτισμικότητα. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. multiculturalism, 1957, γαλλ. multiculturalisme, 1971] | |
| 41609 | πολυπολιτιστικός | , ή, ό πο-λυ-πο-λι-τι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην ανάπτυξη πολλών και διαφορετικών πολιτισμών ταυτόχρονα: ~ή: κοινωνία (πβ. πολυπολιτισμικός). ~ό: κέντρο/φεστιβάλ. Βλ. πολυ-γλωσσικός, -εθνικός. | |
| 41610 | πολύπους | βλ. πολύποδας | |
| 41611 | πολυπραγμοσύνη | πο-λυ-πραγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυπράγμονα. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. πολυπραγμοσύνη, αγγλ. polypragmosyny] | |
| 41612 | πολυπράγμων | , ων, ον πο-λυ-πράγ-μων επίθ. {πολυπράγμ-ονος, -ονα | -ονες} (λόγ.) & (σπάν.-προφ.) πολυπράγμονας 1. που ασχολείται ταυτόχρονα με πολλά και διαφορετικά πράγματα: ~ων: άνθρωπος/δημιουργός/καλλιτέχνης. Πβ. πολυάσχολος. ΑΝΤ. απράγμων 2. (αρνητ. συνυποδ.) που ανακατεύεται σε δραστηριότητες έξω από την ειδικότητά του, την αρμοδιότητά του, με αποτέλεσμα να υπολείπεται σε απόδοση ή ποιότητα. [< αρχ. πολυπράγμων, αγγλ. polypragmon] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ