Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42160-42180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41583πολυπαιγμένος, η, ο πο-λυ-παιγ-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει παιχτεί πολλές φορές: ~η: ταινία. ~o: έργο/τραγούδι.|| ~ος: θεατρικός συγγραφέας (: που τα έργα του έχουν ανεβεί πολλές φορές στη σκηνή).
41584πολυπαίζωπο-λυ-παί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυέπαιξα} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) παίζω πολύ: Δεν ~ πια παιχνίδια.|| (μτφ.) Παράγοντας που δεν ~ει ρόλο στη ...
41585πολυπαραγοντικός, ή, ό πο-λυ-πα-ρα-γο-ντι-κός επίθ.: που οφείλεται ή στηρίζεται σε πολλούς παράγοντες: ~ός: δείκτης/έλεγχος/κίνδυνος/ μηχανισμός/μύθος/πόνος/χαρακτήρας. ~ή: αιτιολογία/ανάλυση/ασθένεια/ διαδικασία/διαταραχή/έρευνα/κληρονομικότητα/πάθηση/προσέγγιση. ~ό: μοντέλο/νόσημα/πείραμα/περιβάλλον/πρόβλημα/σύστημα/σχήμα/υπόδειγμα/φαινόμενο. [< γαλλ. multimodal, 1902, αγγλ. ~, multifactorial, 1920]
41586πολυπατώ[πολυπατῶ] πο-λυ-πα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) & πολυπατάω (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) πηγαίνω, εμφανίζομαι κάπου συχνά: Δεν ~άει στη σχολή.
41587πολυπάωπο-λυ-πά-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) & πολυπηγαίνω (προφ., σε αρνητ. προτάσεις) 1. πάω κάπου συχνά: Δεν ~ει πια στα μαθήματα χορού. 2. ταιριάζω πολύ: Το πουκάμισο που φοράς δεν ~ει με το παντελόνι. 3. μου αρέσει κάποιος, τον συμπαθώ: Σταμάτησε να βγαίνει με αυτή την παρέα, γιατί δεν την ~ει.
41588πολύπειρος, η, ο πο-λύ-πει-ρος επίθ.: πολύ έμπειρος: ~ος: δημοσιογράφος/πολιτικός/προπονητής. ~η: ομάδα. ~ο: στέλεχος. Πβ. πεπειραμένος. ΑΝΤ. άπειρος2, πρωτόπειρος [< αρχ. πολύπειρος]
41589πολυπεπτιδικός, ή, ό πο-λυ-πε-πτι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το πολυπεπτίδιο: ~ή: αλυσίδα/ορμόνη. [< αγγλ. polypeptidic, γαλλ. polypeptidique, 1941]
41590πολυπεπτίδιοπο-λυ-πε-πτί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πεπτίδιο που περιέχει πολλά αμινοξέα, τα οποία ενώνονται με πεπτιδικούς δεσμούς: παγκρεατικό ~. [< αγγλ.-γαλλ. polypeptide, 1903]
41591πολυπιάνωπο-λυ-πιά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυέπια-σα} (προφ., σε αρνητ. προτάσεις) 1. πολυκαταλαβαίνω: Δεν σε ~. Δεν ~ τι λες. 2. αγγίζω: (απειλητ.) Μη με ~εις, γιατί ...πολυπιάνει 1. έχει σήμα: Δεν ~ το κινητό μου. 2. ασκεί επίδραση: Ο καφές δεν με ~σε.
41592πολυπλέκτηςπο-λυ-πλέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συνδυαστικό κύκλωμα που δέχεται δεδομένα από δύο ή περισσότερες εισόδους και τα μεταφέρει σε μία έξοδο: αναλογικός/ψηφιακός ~. ΑΝΤ. αποπολυπλέκτης [< αγγλ. multiplexer, γαλλ. multiplexeur]
41593πολυπλεξίαπο-λυ-πλε-ξί-α ουσ. (θηλ.) & πολύπλεξη: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική η οποία επιτρέπει σε περισσότερα από ένα δεδομένα να μεταφέρονται μέσα από την ίδια γραμμή επικοινωνίας: στατιστική ~. ~ διαίρεσης συχνότητας/χρόνου. Βλ. μεταγωγή. [< αγγλ. multiplexing, γαλλ. multiplexage, περ. 1965]
41594πολύπλευρος, η, ο πο-λύ-πλευ-ρος επίθ. 1. που διαθέτει πολλές πλευρές, όψεις: ~ος: δημιουργός. ~η: δραστηριότητα/ενημέρωση/προσέγγιση/προσωπικότητα (= πολυσχιδής). ~ο: ενδιαφέρον/έργο/ταλέντο. Πβ. πολυ-διάστατος, -επίπεδος, -πρισματικός, -φασματικός. ΣΥΝ. πολυεδρικός (2), πολυμερής (2), πολυπολικός (2), πολύπτυχος (2) ΑΝΤ. μονόπλευρος 2. που προέρχεται από πολλές κατευθύνσεις: ~η: πίεση. Βλ. -πλευρος. ● επίρρ.: πολύπλευρα & (λόγ.) πολυπλεύρως [< μτγν. πολύπλευρος]
41595πολυπληθής, ής, ές πο-λυ-πλη-θής επίθ. {πολυπληθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· πολυπληθέστ-ερος, -ατος}: που αποτελείται από μεγάλο πλήθος ανθρώπων: ~ής: παρουσία (των φιλάθλων)/συμμετοχή (των κατοίκων). ~ές: ακροατήριο/κοινό (πβ. πολυ-άριθμος, -πρόσωπος). ~είς: πόλεις. Πβ. κοσμοβριθής. [< μτγν. πολυπληθής]
41596πολυπλησιάζωπο-λυ-πλη-σι-ά-ζω ρ. (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) πλησιάζω πολύ: Δεν τον ~, γιατί είναι έτοιμος για καβγά. Μη με ~εις, γιατί είμαι άρρωστη.
41597πολυπλόκαμος, η, ο πο-λυ-πλό-κα-μος επίθ. 1. (μτφ.-μειωτ.) που έχει πολλές και ύποπτες διασυνδέσεις: ~ος: μηχανισμός. ~η: μαφία/οργάνωση. ~ο: κύκλωμα. 2. (σπάν.) που έχει μεγάλο αριθμό πλοκαμιών: ~ο: τέρας. [< 2: μτγν. πολυπλόκαμος]
41598πολύπλοκος, η, ο πο-λύ-πλο-κος επίθ.: που αποτελείται από πολλά μέρη, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πολλαπλές και σύνθετες σχέσεις: ~ος: μηχανισμός. ~η: διαδικασία/σκέψη (πβ. λαβυρινθώδης)/υπόθεση (πβ. δύσκολος, μπερδεμένος). ~ο: έργο/ζήτημα/θέμα/πρόβλημα/σύστημα. ~ες: εφαρμογές. ΣΥΝ. δαιδαλώδης (2), περίπλοκος, πολυσύνθετος (1) ΑΝΤ. απλός (1) ● επίρρ.: πολύπλοκα [< αρχ. πολύπλοκος]
41599πολυπλοκότηταπο-λυ-πλο-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του πολύπλοκου: ~ του παιχνιδιού/προβλήματος. Πβ. συνθετότητα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. περιπλοκότητα 2. ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. επίλυση σύνθετων υπολογιστικών διαδικασιών, με βάση τον κατάλληλο συνδυασμό απλών και στοιχειωδών εργασιών, ώστε το ίδιο πρόβλημα να λύνεται με λιγότερα και απλούστερα βήματα: χρονική ~. ~ αλγορίθμων. || Θεωρία της ~ας. [< γαλλ. complexité, αγγλ. complexity (theory)]
41600πολύποδαςπο-λύ-πο-δας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) πολύπους {πολύποδος} 1. ΙΑΤΡ. όγκος, συνήθ. καλοήθης, που αναπτύσσεται σε βλεννογόνο: ενδομήτριος ~. Αφαίρεση ~α. 2. ΖΩΟΛ. υδρόβιο ασπόνδυλο με κυλινδρικό σώμα, το οποίο έχει αγκαθωτούς πλοκάμους που ξεκινούν γύρω από το στόμα και συνήθ. περιβάλλεται από κεραίες. Βλ. θαλάσσια ανεμώνη, κοράλλι, μέδουσα, ύδρα, υδρόζωα. 3. ΖΩΟΛ. χταπόδι. ● Ουσ.: πολύποδα (τα): ΖΩΟΛ. κατηγορία εντόμων με πολλά πόδια. [< αρχ. πολύπους, αγγλ. polyp, γαλλ. polype]
41601πολυποδίασηπο-λυ-πο-δί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σχηματισμός πολυάριθμων πολυπόδων: αδενωµατώδης/οικογενής ~. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. polypose, 1911, αγγλ. polyposis, 1914]
41602πολυπόθητος, η, ο πο-λυ-πό-θη-τος επίθ.: πάρα πολύ ποθητός: ~ος: διορισμός/στόχος. ~η: ελπίδα/νίκη/στιγμή. ~ο: εισιτήριο/τρόπαιο. Βλ. επιθυμητός. ΣΥΝ. περιπόθητος [< μτγν. πολυπόθητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.