Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4200-4220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3264αναπάντητος, η, ο [ἀναπάντητος] α-να-πά-ντη-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να απαντηθεί: ~η: απορία/ερώτηση. ~οι: προβληματισμοί. Ερωτήματα που (παρα)μένουν ~α. ● Ουσ.: αναπάντητη (η) (προφ.): τηλεφωνική κλήση, συνήθ. σε κινητό, που δεν έχει απαντηθεί: Βρήκα/έχω μία ~.|| Κάνε μου μια ~ όταν φτάσεις, για να κατέβω. [< μτγν. ἀναπάντητος, αγγλ. unanswered, unanswerable]
3265αναπαράγω[ἀναπαράγω] α-να-πα-ρά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. αναπαρήγε, αόρ. αναπαρήγαγε, αναπαραγάγει, αναπαρά-χθηκε (λόγ. αναπαρήχ-θη, -θησαν, αναπαραχθ-είς, -είσα, -έν), -χθεί, αναπαράγ-οντας, -όμενος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. παράγω αντίγραφα ενός πρωτοτύπου (με τεχνικά μέσα): ~ έγγραφα/φωτοαντίγραφα. Αναπαρήγαγαν το βιβλίο σε χίλια αντίτυπα. ~έν υλικό. 2. (μτφ.) διατηρώ ή συντηρώ, διαιωνίζω: ~εται η αδικία/μια νοοτροπία. Στερεότυπα που ~ονται (= επαναλαμβάνονται). Πβ. ανακυκλώνω. ● Παθ.: αναπαράγεται: ΒΙΟΛ. (για ζωντανό οργανισμό) δημιουργεί ομοειδείς απογόνους: Τα βακτήρια/κύτταρα/ωάρια ~ονται (= πολλαπλασιάζονται). [< γαλλ. reproduire]
3266αναπαραγωγέας[ἀναπαραγωγέας] α-να-πα-ρα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αναπαραγωγής εικόνας και ήχου: ψηφιακός ~. ~ μουσικής/πολυμέσων/φωνής. Βλ. εγγραφέας, καταγραφέας. [< αγγλ. reproducer]
3267αναπαραγωγή[ἀναπαραγωγή] α-να-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. λειτουργία μέσω της οποίας οι ζωντανοί οργανισμοί πολλαπλασιάζονται· κατ' επέκτ. η ίδια η δημιουργία νέων οργανισμών: ~ του (ανθρώπινου) είδους. Όργανα ~ής (= αναπαραγωγικά). Γυναικεία/ιατρικώς υποβοηθούμενη/τεχνητή ~. Περίοδος ~ής. Μονάδες ~ής πουλερικών. Βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση, διασταύρωση, κλωνοποίηση, παρθενογένεση. ΣΥΝ. πολλαπλασιασμός (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. παραγωγή αντιγράφων με τεχνικά μέσα· ειδικότ. μετατροπή εγγεγραμμένων αναλογικών ή ψηφιακών σημάτων σε εικόνα ή/και ήχο: έγχρωμη/ηλεκτρονική/μαζική/πιστή/φωτογραφική/φωτοτυπική/ψηφιακή ~. ~ εγγράφων.|| (συνεκδ.) ~ές έργων τέχνης (= αντίγραφα). 3. (μτφ.) επανάληψη, συντήρηση, διαιώνιση: ~ απόψεων/ειδήσεων.|| ~ προτύπων. ~ της κυρίαρχης ιδεολογίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αγενής/μονογονική αναπαραγωγή: ΒΙΟΛ. δημιουργία απογόνων χωρίς τη συνένωση γαμετών. ΣΥΝ. μονογονία [< γαλλ. multiplication asexuée] , αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή: ΒΙΟΛ. που γίνεται με γονιμοποίηση· αμφιγονία., επιλεκτική αναπαραγωγή & ελεγχόμενη αναπαραγωγή: αυστηρή επιλογή ζώων-γεννητόρων με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Βλ. διασταύρωση, ευγονική. [< αγγλ. selective breeding, 1931] [< γαλλ. reproduction, γαλλ. procréation]
3268αναπαραγωγικός, ή, ό [ἀναπαραγωγικός] α-να-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αναπαραγωγή: ~ός: ρυθμός. ~ή: ηλικία/ιατρική/ικανότητα/περίοδος/τεχνολογία/υγεία/φάση. ~ά: ζευγάρια (ζώων)/κύτταρα/προβλήματα.|| (ΦΥΣ.) ~ πυρηνικός αντιδραστήρας (: εντός του οποίου παράγονται νέα καύσιμα κατά τη λειτουργία του). 2. (μτφ.) που αναπαράγει και συντηρεί μια δομή, κατάσταση. ● επίρρ.: αναπαραγωγικά ● ΣΥΜΠΛ.: αναπαραγωγικός κύκλος: τα στάδια της κατάλληλης για αναπαραγωγή περιόδου ενός είδους, ειδικότ. από τη στιγμή της γονιμοποίησης του ωαρίου έως τον τοκετό: μηνιαίος ~ ~ της γυναίκας (βλ. έμμηνος ρύση). [< αγγλ. reproductive cycle] , αναπαραγωγικός τουρισμός βλ. τουρισμός, γεννητικά/αναπαραγωγικά όργανα βλ. γεννητικός [< γαλλ. reproductif]
3269αναπαραγωγικότητα[ἀναπαραγωγικότητα] α-να-πα-ρα-γω-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα αναπαραγωγής: ~ του πληθυσμού (= γεννητικότητα). Μείωση ~ας. [< γαλλ. reproductibilité]
3270αναπαραγωγιμότητα[ἀναπαραγωγιμότητα] α-να-πα-ρα-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): δυνατότητα επανάληψης των αποτελεσμάτων ενός τεστ ή πειράματος σε διαφορετικές εργαστηριακές συνθήκες. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. reproducibility, 1936]
3271αναπαράσταση[ἀναπαράσταση] α-να-πα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. απεικόνιση κυρ. έργου που δεν υπάρχει πια ή δεν σώζεται ακέραιο: ζωγραφική/πιστή/τρισδιάστατη ~ της Αρχαίας Αγοράς. Εικονική ~ (βλ. εικονική πραγματικότητα). Γραφικές ~άσεις. 2. αναβίωση, αναπαραγωγή γεγονότος (συνήθ. του παρελθόντος): θεατρική/κινηματογραφική ~. ~ ατυχήματος. Πβ. ανάπλαση. 3. αισθητοποίηση έννοιας, φαινομένου μέσω εικόνας, συμβόλου, σχήματος: εννοιολογική ~. Ψηφιακή ~ της πληροφορίας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΚΑΛ.ΤΕΧΝ.) Ανάγλυφη ~ του θεού ... 4. ΨΥΧΟΛ. αντίληψη, εικόνα που υπάρχει στον νου και συνδέεται με πράγματα, ρόλους ή καταστάσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας: θρησκευτικές/νοητικές/στερεοτυπικές/συλλογικές/συμβολικές ~άσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπαράσταση (του) εγκλήματος: ΝΟΜ. εικονική αναβίωση του εγκλήματος στον χώρο και υπό τις συνθήκες που συντελέστηκε, ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών και δικαστικών Αρχών. [< γαλλ. représentation]
3272αναπαραστατικός, ή, ό [ἀναπαραστατικός] α-να-πα-ρα-στα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την αναπαράσταση: ~ή: αφήγηση/εικόνα/ζωγραφική/λειτουργία (του νου)/τέχνη (: ρεαλιστική).|| ~ός: καλλιτέχνης. ● επίρρ.: αναπαραστατικά
3273αναπαριστάνω[ἀναπαριστάνω] α-να-πα-ρι-στά-νω ρ. (μτβ.) {αναπαρ-έστησα, -αστήσω, -αστάθηκε, αναπαραστάν-οντας} & (λόγ.) αναπαριστώ & αναπαρασταίνω: κάνω αναπαράσταση, αποδίδω, απεικονίζω, αισθητοποιώ: ~ ένα γεγονός. ~ κάτι συμβολικά/ψηφιακά. Ταινία που αναπαριστά με πιστότητα την ατμόσφαιρα της εποχής. Η αστυνομία ~έστησε το έγκλημα βήμα προς βήμα. Τα αποτελέσματα της έρευνας ~ονται/~ιστώνται/~ίστανται γραφικά. ΣΥΝ. παριστάνω (2) [< γαλλ. représenter]
3274ανάπαυλα[ἀνάπαυλα] α-νά-παυ-λα ουσ. (θηλ.): προσωρινή διακοπή μιας δραστηριότητας, συνήθ. για ξεκούραση: ~ από τη δουλειά. Διαβάζει/δουλεύει χωρίς ~ (= ανάσα, σταματημό). Καλοκαιρινή ~. Μετά από μια ευχάριστη/μικρή ~, ξαναρχίζουμε. Πβ. ανάπαυση, διάλειμμα, παύση.|| (ΑΘΛ.) Στην ~ του αγώνα (= στο ημίχρονο), ...|| (μτφ.) ~ των στρατιωτικών επιχειρήσεων (: ανακωχή). [< αρχ. ἀνάπαυλα]
3275ανάπαυση[ἀνάπαυση] α-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ξεκούραση· κατ' επέκτ. ύπνος: εβδομαδιαία/ημερήσια/μεσημεριανή (βλ. σιέστα)/σύντομη/υποχρεωτική ~. Άδεια (βλ. ρεπό)/ώρες ~ης. (σε ταξίδι:) Στάση για ~, διανυκτέρευση και ανεφοδιασμό. Ο γιατρός συνέστησε απόλυτη ~ (στο κρεβάτι). Πβ. αναπαμός, ανάπαυλα, ριλάξ. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ηρεμία, γαλήνη, μακαριότητα, συνήθ. μετά θάνατον: μνημόσυνο υπέρ ~αύσεως των ψυχών. Η ψυχή του βρήκε ~. 3. ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. στάση χαλάρωσης στρατιώτη, αστυνομικού ή γυμναζόμενου και το αντίστοιχο παράγγελμα: σε στάση ~ης. ~-προσοχή! Στέκομαι ~. Βλ. ημι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια ανάπαυση: ΕΚΚΛΗΣ. (για νεκρό) παντοτινή μακαριότητα· κατ' επέκτ. η μεταθανάτια ζωή: ~ ~ της ψυχής. Βρήκε την/έφυγε για την ~ ~. Πβ. αιώνιος ύπνος., οδός αναπαύσεως (σπάν.-λόγ.): το νεκροταφείο (συχνά ονομάζεται έτσι και ο δρόμος που οδηγεί προς το κοιμητήριο)., τόπος αναπαύσεως: ΕΚΚΛΗΣ. το κοιμητήριο ή ο παράδεισος ή γενικότ. το μέρος όπου βρίσκει κανείς την εσωτερική γαλήνη. [< 1,2: αρχ. ἀνάπαυσις 3: γαλλ. repos]
3276αναπαυτήριο[ἀναπαυτήριο] α-να-παυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): χώρος ή μέρος που προορίζεται για ανάπαυση: εντευκτήριο και ~. Βλ. -τήριο. [< αρχ. ἀναπαυτήριον]
3277αναπαυτικός, ή, ό [ἀναπαυτικός] α-να-παυ-τι-κός επίθ.: που παρέχει άνεση και ξεκούραση: ~ός: καναπές. ~ή: θέση/καρέκλα/πολυθρόνα. ~ό: κάθισμα/κρεβάτι/στρώμα. ~ά: παπούτσια. Πβ. βολικός, ξεκούραστος. ΣΥΝ. άνετος (1) ΑΝΤ. άβολος (1) ● επίρρ.: αναπαυτικά: Κάθεσαι ~; [< μτγν. ἀναπαυ(σ)τικός, γαλλ. confortable]
3278αναπαύω[ἀναπαύω] α-να-παύ-ω ρ. (μτβ.) {ανάπαυ-σε (λόγ.) ανέπαυ-σε, αναπαύ-σει (λαϊκό) αναπά-ψει, αναπαύ-τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος (λαϊκό) αναπαμένος} (λόγ.): προσφέρω χαλάρωση· ξεκουράζω (σωματικά και ψυχικά): Το φυσικό περιβάλλον ~ει τον επισκέπτη/την ψυχή και το πνεύμα. ~σε το κουρασμένο του κορμί.|| (μτφ.) ~εται (= επαναπαύεται) στην ασφάλεια της οικογένειάς του.|| (για πεθαμένο:) Ο Θεός ας ~σει την ψυχή του. ΑΝΤ. κουράζω (1) ● Παθ.: αναπαύομαι (επίσ.): ξεκουράζομαι· κατ' επέκτ. κοιμάμαι: Πήγε στο δωμάτιό του να ~τεί. Έχω ~μένη (= ήρεμη, ήσυχη) τη συνείδησή μου. Πβ. ηρεμώ, ξαποσταίνω, χαλαρώνω.|| (ΕΚΚΛΗΣ., για νεκρό:) ~εται εν ειρήνη. ● ΦΡ.: επαναπαύομαι στις δάφνες μου βλ. δάφνη [< αρχ. ἀναπαύω]
3279αναπέμπω[ἀναπέμπω] α-να-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {ανέπεμ-ψα, αναπέμ-ψει, -φθηκε, -φθεί} 1. (λόγ.) απευθύνω δέηση στον Θεό: ~ ευχαριστίες/ευχές/ύμνους στον Κύριο. Βλ. προσεύχομαι. 2. ΝΟΜ. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} αρνούμαι να επικυρώσω κάτι και το επιστρέφω για επανεξέταση και αναθεώρηση· γενικότ. παραπέμπω σε ανώτερο όργανο: Ο νόμος ~φθηκε ως αντισυνταγματικός.|| Το Δικαστήριο ~ψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. [< μτγν. ἀναπέμπω ‘στέλνω επάνω ή πίσω, εκπέμπω’, γαλλ. renvoyer]
3280αναπεπταμένος, η, ο [ἀναπεπταμένος] α-να-πε-πτα-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.) 1. που δεν έχει όρια, ανοιχτός, διάπλατος: ~ο: πεδίο (= ευρύχωρο)/πέλαγος. 2. ξεδιπλωμένος, απλωμένος: ~α: πανιά/φτερά.|| (μτφ.-ειρων.) Με ~η τη σημαία των μεταρρυθμίσεων. [< αρχ. ἀναπεπταμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀναπεπτάννυμι ‘ξεδιπλώνω’]
3281αναπηδάωβλ. αναπηδώ
3282αναπήδηση[ἀναπήδηση] α-να-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) αναπήδημα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπηδώ: ~ της μπάλας (πβ. γκελ).|| (ΓΥΜΝ.) ~ήσεις με τεντωμένα γόνατα/σε τραμπολίνο. Πβ. άλμα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ (= εκτίναξη) των τιμών. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπήδηση συχνότητας: ΤΗΛΕΠ. επαναλαμβανόμενη αλλαγή συχνοτήτων κατά την εκπομπή ραδιοσημάτων κατά τρόπο, ώστε να ελαττώνεται η επίδραση των παρεμβολών μεταξύ διαφόρων ασύρματων τεχνολογιών: προσαρμοστική ~ ~. [< αγγλ. frequency hopping] [< αρχ. ἀναπήδησις, γαλλ. rebondissement]
3283αναπηδώ[ἀναπηδῶ] α-να-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {αναπηδ-άς ... | αναπήδ-ησα, -ώντας} & αναπηδάω ΣΥΝ. ξεπηδώ 1. τινάζομαι προς τα πάνω ή προς τα πίσω: ~ησε ξαφνιασμένος/τρομαγμένος.|| Από την πληγή ~ούσε το αίμα. Πβ. αναβλύζω.|| (μτφ.) Μόλις την είδε, η καρδιά του ~ησε (: σκίρτησε). ΣΥΝ. πετάγομαι (1) 2. (μτφ.) προκύπτω ξαφνικά, εμφανίζομαι: Ιδέα που ~ησε μέσα από συνεχείς συζητήσεις. [< αρχ. ἀναπηδῶ, γαλλ. rebondir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.