| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3257 | ανάπαιστος | [ἀνάπαιστος] α-νά-παι-στος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αίστου}: ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική μετρική από δύο άτονες και μία τονισμένη συλλαβή και στην αρχαία ελληνική από δύο βραχείες και μία μακρά συλλαβή· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος στίχος. Βλ. δάκτυλος, ίαμβος, τροχαίος. [< αρχ. ἀνάπαιστος, γαλλ. anapeste, αγγλ. anapest] | |
| 3258 | αναπαλαιώνω | [ἀναπαλαιώνω] α-να-πα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπαλαίω-σα, -θηκε, -μένος}: επαναφέρω, αποκαθιστώ στην παλιά του μορφή κτίριο, τεχνικό έργο ή αντικείμενο που έχει υποστεί φθορά: ~σαν το μνημείο/τον ναό. Διατηρητέο που ~θηκε και μετατράπηκε σε ξενοδοχείο. ~μένος: οικισμός. ~μένη: κατοικία. ~μένο: νεοκλασικό. Πβ. ανα-καινίζω, -στηλώνω. Βλ. επισκευάζω. | |
| 3259 | αναπαλαίωση | [ἀναπαλαίωση] α-να-πα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπαλαιώνω: ~ επίπλων/φωτογραφιών. Εργασίες ~ης αρχοντικού. ~ώσεις-συντηρήσεις κτιρίων. Πβ. ανα-καίνιση, -στήλωση, αποκατάσταση.|| (σπάν.-μτφ.) ~ του συστήματος (βλ. ανανέωση). | |
| 3260 | ανάπαλιν | [ἀνάπαλιν] α-νά-πα-λιν επίρρ. & τανάπαλιν (λόγ.): στη ● ΦΡ.: και τανάπαλιν: και αντίστροφα: Από δεξιά προς τα αριστερά ~ ~. Ο ένας απηύθυνε τον λόγο στον άλλο ~ ~. ΣΥΝ. τούμπαλιν [< αρχ. ἀνάπαλιν] | |
| 3261 | αναπαλλοτρίωτος | , η, ο [ἀναπαλλοτρίωτος] α-να-παλ-λο-τρί-ω-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που δεν έχει ή δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί: (ΝΟΜ.) ~η: περιουσία. ~α: κτήματα.|| (ως ουσ.) Το ~ο της ιδιοκτησίας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ονομαστικός ~ τίτλος (= μετοχή). 2. (μτφ.) αναφαίρετος: ~η: αξία. Η ελευθερία αποτελεί ~ο δικαίωμα του ατόμου. [< μτγν. ἀναπαλλοτρίωτος] | |
| 3262 | αναπαμός | [ἀναπαμός] α-να-πα-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανάπαυση: Δεν βρίσκει/δεν έχει ~ό (: δεν ησυχάζει). Δουλεύει χωρίς ~ό (: ασταμάτητα, χωρίς ανάσα). [< μεσν. αναπαμός] | |
| 3263 | αναπάντεχος | , η, ο [ἀναπάντεχος] α-να-πά-ντε-χος επίθ.: απροσδόκητος, απρόσμενος, ξαφνικός: ~ος: επισκέπτης. ~η: είδηση/επίσκεψη/επιτυχία/πρόσκληση/συμφορά/συνάντηση/χαρά. ~ο: γεγονός/νέο. ~ες: εξελίξεις. Μου συνέβη κάτι εντελώς ~ο. Πβ. αιφνίδιος, απρόοπτος.|| (ως ουσ.) Αυτό ήταν από τα ~α. Εκπλήξεις και ~α. ● επίρρ.: αναπάντεχα | |
| 3264 | αναπάντητος | , η, ο [ἀναπάντητος] α-να-πά-ντη-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να απαντηθεί: ~η: απορία/ερώτηση. ~οι: προβληματισμοί. Ερωτήματα που (παρα)μένουν ~α. ● Ουσ.: αναπάντητη (η) (προφ.): τηλεφωνική κλήση, συνήθ. σε κινητό, που δεν έχει απαντηθεί: Βρήκα/έχω μία ~.|| Κάνε μου μια ~ όταν φτάσεις, για να κατέβω. [< μτγν. ἀναπάντητος, αγγλ. unanswered, unanswerable] | |
| 3265 | αναπαράγω | [ἀναπαράγω] α-να-πα-ρά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. αναπαρήγε, αόρ. αναπαρήγαγε, αναπαραγάγει, αναπαρά-χθηκε (λόγ. αναπαρήχ-θη, -θησαν, αναπαραχθ-είς, -είσα, -έν), -χθεί, αναπαράγ-οντας, -όμενος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. παράγω αντίγραφα ενός πρωτοτύπου (με τεχνικά μέσα): ~ έγγραφα/φωτοαντίγραφα. Αναπαρήγαγαν το βιβλίο σε χίλια αντίτυπα. ~έν υλικό. 2. (μτφ.) διατηρώ ή συντηρώ, διαιωνίζω: ~εται η αδικία/μια νοοτροπία. Στερεότυπα που ~ονται (= επαναλαμβάνονται). Πβ. ανακυκλώνω. ● Παθ.: αναπαράγεται: ΒΙΟΛ. (για ζωντανό οργανισμό) δημιουργεί ομοειδείς απογόνους: Τα βακτήρια/κύτταρα/ωάρια ~ονται (= πολλαπλασιάζονται). [< γαλλ. reproduire] | |
| 3266 | αναπαραγωγέας | [ἀναπαραγωγέας] α-να-πα-ρα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αναπαραγωγής εικόνας και ήχου: ψηφιακός ~. ~ μουσικής/πολυμέσων/φωνής. Βλ. εγγραφέας, καταγραφέας. [< αγγλ. reproducer] | |
| 3267 | αναπαραγωγή | [ἀναπαραγωγή] α-να-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. λειτουργία μέσω της οποίας οι ζωντανοί οργανισμοί πολλαπλασιάζονται· κατ' επέκτ. η ίδια η δημιουργία νέων οργανισμών: ~ του (ανθρώπινου) είδους. Όργανα ~ής (= αναπαραγωγικά). Γυναικεία/ιατρικώς υποβοηθούμενη/τεχνητή ~. Περίοδος ~ής. Μονάδες ~ής πουλερικών. Βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση, διασταύρωση, κλωνοποίηση, παρθενογένεση. ΣΥΝ. πολλαπλασιασμός (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. παραγωγή αντιγράφων με τεχνικά μέσα· ειδικότ. μετατροπή εγγεγραμμένων αναλογικών ή ψηφιακών σημάτων σε εικόνα ή/και ήχο: έγχρωμη/ηλεκτρονική/μαζική/πιστή/φωτογραφική/φωτοτυπική/ψηφιακή ~. ~ εγγράφων.|| (συνεκδ.) ~ές έργων τέχνης (= αντίγραφα). 3. (μτφ.) επανάληψη, συντήρηση, διαιώνιση: ~ απόψεων/ειδήσεων.|| ~ προτύπων. ~ της κυρίαρχης ιδεολογίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αγενής/μονογονική αναπαραγωγή: ΒΙΟΛ. δημιουργία απογόνων χωρίς τη συνένωση γαμετών. ΣΥΝ. μονογονία [< γαλλ. multiplication asexuée] , αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή: ΒΙΟΛ. που γίνεται με γονιμοποίηση· αμφιγονία., επιλεκτική αναπαραγωγή & ελεγχόμενη αναπαραγωγή: αυστηρή επιλογή ζώων-γεννητόρων με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Βλ. διασταύρωση, ευγονική. [< αγγλ. selective breeding, 1931] [< γαλλ. reproduction, γαλλ. procréation] | |
| 3268 | αναπαραγωγικός | , ή, ό [ἀναπαραγωγικός] α-να-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αναπαραγωγή: ~ός: ρυθμός. ~ή: ηλικία/ιατρική/ικανότητα/περίοδος/τεχνολογία/υγεία/φάση. ~ά: ζευγάρια (ζώων)/κύτταρα/προβλήματα.|| (ΦΥΣ.) ~ πυρηνικός αντιδραστήρας (: εντός του οποίου παράγονται νέα καύσιμα κατά τη λειτουργία του). 2. (μτφ.) που αναπαράγει και συντηρεί μια δομή, κατάσταση. ● επίρρ.: αναπαραγωγικά ● ΣΥΜΠΛ.: αναπαραγωγικός κύκλος: τα στάδια της κατάλληλης για αναπαραγωγή περιόδου ενός είδους, ειδικότ. από τη στιγμή της γονιμοποίησης του ωαρίου έως τον τοκετό: μηνιαίος ~ ~ της γυναίκας (βλ. έμμηνος ρύση). [< αγγλ. reproductive cycle] , αναπαραγωγικός τουρισμός βλ. τουρισμός, γεννητικά/αναπαραγωγικά όργανα βλ. γεννητικός [< γαλλ. reproductif] | |
| 3269 | αναπαραγωγικότητα | [ἀναπαραγωγικότητα] α-να-πα-ρα-γω-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα αναπαραγωγής: ~ του πληθυσμού (= γεννητικότητα). Μείωση ~ας. [< γαλλ. reproductibilité] | |
| 3270 | αναπαραγωγιμότητα | [ἀναπαραγωγιμότητα] α-να-πα-ρα-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): δυνατότητα επανάληψης των αποτελεσμάτων ενός τεστ ή πειράματος σε διαφορετικές εργαστηριακές συνθήκες. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. reproducibility, 1936] | |
| 3271 | αναπαράσταση | [ἀναπαράσταση] α-να-πα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. απεικόνιση κυρ. έργου που δεν υπάρχει πια ή δεν σώζεται ακέραιο: ζωγραφική/πιστή/τρισδιάστατη ~ της Αρχαίας Αγοράς. Εικονική ~ (βλ. εικονική πραγματικότητα). Γραφικές ~άσεις. 2. αναβίωση, αναπαραγωγή γεγονότος (συνήθ. του παρελθόντος): θεατρική/κινηματογραφική ~. ~ ατυχήματος. Πβ. ανάπλαση. 3. αισθητοποίηση έννοιας, φαινομένου μέσω εικόνας, συμβόλου, σχήματος: εννοιολογική ~. Ψηφιακή ~ της πληροφορίας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΚΑΛ.ΤΕΧΝ.) Ανάγλυφη ~ του θεού ... 4. ΨΥΧΟΛ. αντίληψη, εικόνα που υπάρχει στον νου και συνδέεται με πράγματα, ρόλους ή καταστάσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας: θρησκευτικές/νοητικές/στερεοτυπικές/συλλογικές/συμβολικές ~άσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπαράσταση (του) εγκλήματος: ΝΟΜ. εικονική αναβίωση του εγκλήματος στον χώρο και υπό τις συνθήκες που συντελέστηκε, ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών και δικαστικών Αρχών. [< γαλλ. représentation] | |
| 3272 | αναπαραστατικός | , ή, ό [ἀναπαραστατικός] α-να-πα-ρα-στα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την αναπαράσταση: ~ή: αφήγηση/εικόνα/ζωγραφική/λειτουργία (του νου)/τέχνη (: ρεαλιστική).|| ~ός: καλλιτέχνης. ● επίρρ.: αναπαραστατικά | |
| 3273 | αναπαριστάνω | [ἀναπαριστάνω] α-να-πα-ρι-στά-νω ρ. (μτβ.) {αναπαρ-έστησα, -αστήσω, -αστάθηκε, αναπαραστάν-οντας} & (λόγ.) αναπαριστώ & αναπαρασταίνω: κάνω αναπαράσταση, αποδίδω, απεικονίζω, αισθητοποιώ: ~ ένα γεγονός. ~ κάτι συμβολικά/ψηφιακά. Ταινία που αναπαριστά με πιστότητα την ατμόσφαιρα της εποχής. Η αστυνομία ~έστησε το έγκλημα βήμα προς βήμα. Τα αποτελέσματα της έρευνας ~ονται/~ιστώνται/~ίστανται γραφικά. ΣΥΝ. παριστάνω (2) [< γαλλ. représenter] | |
| 3274 | ανάπαυλα | [ἀνάπαυλα] α-νά-παυ-λα ουσ. (θηλ.): προσωρινή διακοπή μιας δραστηριότητας, συνήθ. για ξεκούραση: ~ από τη δουλειά. Διαβάζει/δουλεύει χωρίς ~ (= ανάσα, σταματημό). Καλοκαιρινή ~. Μετά από μια ευχάριστη/μικρή ~, ξαναρχίζουμε. Πβ. ανάπαυση, διάλειμμα, παύση.|| (ΑΘΛ.) Στην ~ του αγώνα (= στο ημίχρονο), ...|| (μτφ.) ~ των στρατιωτικών επιχειρήσεων (: ανακωχή). [< αρχ. ἀνάπαυλα] | |
| 3275 | ανάπαυση | [ἀνάπαυση] α-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ξεκούραση· κατ' επέκτ. ύπνος: εβδομαδιαία/ημερήσια/μεσημεριανή (βλ. σιέστα)/σύντομη/υποχρεωτική ~. Άδεια (βλ. ρεπό)/ώρες ~ης. (σε ταξίδι:) Στάση για ~, διανυκτέρευση και ανεφοδιασμό. Ο γιατρός συνέστησε απόλυτη ~ (στο κρεβάτι). Πβ. αναπαμός, ανάπαυλα, ριλάξ. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ηρεμία, γαλήνη, μακαριότητα, συνήθ. μετά θάνατον: μνημόσυνο υπέρ ~αύσεως των ψυχών. Η ψυχή του βρήκε ~. 3. ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. στάση χαλάρωσης στρατιώτη, αστυνομικού ή γυμναζόμενου και το αντίστοιχο παράγγελμα: σε στάση ~ης. ~-προσοχή! Στέκομαι ~. Βλ. ημι~. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια ανάπαυση: ΕΚΚΛΗΣ. (για νεκρό) παντοτινή μακαριότητα· κατ' επέκτ. η μεταθανάτια ζωή: ~ ~ της ψυχής. Βρήκε την/έφυγε για την ~ ~. Πβ. αιώνιος ύπνος., οδός αναπαύσεως (σπάν.-λόγ.): το νεκροταφείο (συχνά ονομάζεται έτσι και ο δρόμος που οδηγεί προς το κοιμητήριο)., τόπος αναπαύσεως: ΕΚΚΛΗΣ. το κοιμητήριο ή ο παράδεισος ή γενικότ. το μέρος όπου βρίσκει κανείς την εσωτερική γαλήνη. [< 1,2: αρχ. ἀνάπαυσις 3: γαλλ. repos] | |
| 3276 | αναπαυτήριο | [ἀναπαυτήριο] α-να-παυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): χώρος ή μέρος που προορίζεται για ανάπαυση: εντευκτήριο και ~. Βλ. -τήριο. [< αρχ. ἀναπαυτήριον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ