| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41613 | πολύπρακτος | , η, ο πο-λύ-πρα-κτος επίθ.: που εκτυλίσσεται ή χωρίζεται σε πολλές πράξεις: ~ο: δράμα/έργο. Βλ. μονό-, τετρά-πρακτος. [< μτγν. πολύπρακτος 'πολυπράγμων'] | |
| 41614 | πολύπριζο | βλ. πολύμπριζο | |
| 41615 | πολυπρισματικός | , ή, ό πο-λυ-πρι-σμα-τι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές οπτικές: ~ή: θεώρηση. Πβ. πολυδιάστατος, πολύπλευρος. [< αγγλ. polyprismatic] | |
| 41616 | πολυπροπυλένιο | πο-λυ-προ-πυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση που προέρχεται από τον πολυμερισμό του προπυλενίου και από την οποία παράγεται λευκό θερμοπλαστικό υλικό που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή φιλμ και ινών. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< αγγλ. polypropylene, 1935, γαλλ. polypropylène, περ. 1950] | |
| 41617 | πολυπροσωπία | πο-λυ-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυπρόσωπου. | |
| 41618 | πολυπρόσωπος | , η, ο πο-λυ-πρό-σω-πος επίθ. 1. πολυμελής: ~η: αντιπροσωπεία/εκπροσώπηση/επιτροπή. ~ο: καστ.|| (ΑΘΛ.) ~η: άμυνα. Πβ. πολυ-άριθμος, -πληθής. ΑΝΤ. ολιγοπρόσωπος 2. στον οποίο υπάρχουν ή εμφανίζονται πολλά πρόσωπα (ηθοποιοί, ρόλοι, ήρωες): ~η: παράσταση. ~ο: έργο/μυθιστόρημα. 3. (μτφ.) που εμφανίζει πολλές διαφορετικές όψεις, ανειλικρινής. Πβ. διπρόσωπος, υποκριτής. Βλ. -πρόσωπος. [< 1, 3: αρχ. πολυπρόσωπος] | |
| 41619 | πολύπτερος | πο-λύ-πτε-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Polypterus bichir) με πολύ παχιά λέπια και αγκαθωτό πτερύγιο, το οποίο ζει σε ποτάμια της Αφρικής. [< αρχ. επίθ. πολύπτερος 'που έχει πολλά φτερά', γαλλ. polyptère, αγγλ. polypterid] | |
| 41620 | πολύπτυχος | , η, ο πο-λύ-πτυ-χος επίθ. 1. αποτελούμενος από πολλές πτυχές: ~η: φούστα. Βλ. δί-, τρί-πτυχος. 2. (μτφ.) πολύπλευρος, πολυδιάστατος: ~η: προσέγγιση. ● Ουσ.: πολύπτυχο (το) {-ου (λόγ.) -ύχου} 1. έντυπο που οι σελίδες του διπλώνουν πολλές φορές: διαφημιστικά ~α. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική ή ανάγλυφη σύνθεση με συνδεδεμένες μεταξύ τους πολλές επιφάνειες που μπορούν να διπλωθούν: βυζαντινά ~α. 3. ΑΡΧ. σύνολο από τέσσερις μέχρι δέκα πινακίδες ενωμένες μεταξύ τους, που αποτελούσαν έναν κώδικα. 4. διεθνές τελωνειακό έγγραφο που είναι απαραίτητο για τον έλεγχο οχημάτων, τα οποία ταξιδεύουν στο εξωτερικό. [< αρχ. πολύπτυχος ‘απόκρημνος, διπλωμένος πολλές φορές, που έχει πολλά φύλλα’, πολύπτυχο, σημ. 2: γαλλ. polyptyque, αγγλ. polyptych] | |
| 41621 | πολυπύρηνος | , η, ο πο-λυ-πύ-ρη-νος επίθ. (επιστ.): που έχει πολλούς πυρήνες: (ΒΟΤ.) ~ος: καρπός (: με πολλά κουκούτσια).|| (ΒΙΟΛ.) ~ο: κύτταρο.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Λάπτοπ με ~ο (= πολλαπλό) επεξεργαστή. Βλ. δι-, μονο-πύρηνος. [< μτγν. πολυπύρηνος, αγγλ. multinuclear] | |
| 41622 | πολυρυθμία | πο-λυ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.) & πολυρρυθμία: ΜΟΥΣ. ταυτόχρονη χρήση πολλών ρυθμικών σχημάτων ή διαφορετικών μετρικών προτύπων. [< αγγλ. polyrhythm, 1908] | |
| 41623 | πολυρυθμικός | , ή, ό πο-λυ-ρυθ-μι-κός επίθ. & πολυρρυθμικός: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την πολυρυθμία. [< αγγλ. polyrhythmic(al)] | |
| 41624 | πολύς, πολλή, πολύ | πο-λύς, πολ-λή, πο-λύ επίθ. {γεν. πολ-ύ (λόγ.) πολλού | πολλ-οί (ουδ. -ά)· περισσότερος, (λόγ. υπερθ.) πλείστος}: μεγάλος ως προς την ποσότητα ή την ένταση: ~ύς: χώρος. ~ή: ζάχαρη. ~ύ: νερό/φαγητό. ~οί: άνθρωποι. ~ές: δυσκολίες/ευκαιρίες/περιπτώσεις. ~ά: αυτοκίνητα/προβλήματα/χρόνια. Πέρασε ~ καιρός από τότε. Έμειναν όρθιοι για ~ή ώρα. ~οί από τους καλεσμένους έφυγαν νωρίς. Συγκέντρωσε ~ές πληροφορίες.|| ~ύς: θυμός. ~ή: βροχή/συγκίνηση/υπομονή/φασαρία. ~ύ: ενδιαφέρον (= έντονο, ισχυρό)/κουράγιο. Έχει ~ύ αέρα. Κάνει ~ή ζέστη. Το ζήτημα θέλει ~ή προσοχή. Χρειάζεται ~ή προσπάθεια/~ύ θάρρος. Με ~ή αγάπη/όρεξη/χαρά. Γίνεται ~ύς λόγος/θόρυβος/ντόρος για το τίποτα!|| (ως ουσ.) Ξοδεύει ~ά (ενν. χρήματα).|| (επιτατ.) Πάρα ~ή κίνηση/~ές φορές/~ά δώρα. ΑΝΤ. λίγος (1) || Ο πολύς … (για σπουδαία προσωπικότητα). ● Ουσ.: πολλά (σε ελλειπτ. λόγο): ενν. πράγματα: Λέει/κρύβει/ξέρει/υπόσχεται ~. Έχουν/πρέπει να γίνουν ακόμα ~ στον τομέα της ... Περιμένουν ~ από εκείνον., πολλοί (οι) 1. οι περισσότεροι άνθρωποι, ο πολύς κόσμος: Έργο που παραμένει άγνωστο στους ~ούς. 2. λαός: μέτρα για τις ανάγκες των ~ών. Πολιτική που πλήττει τους ~ούς. 3. (μειωτ.) μάζα: Δεν κάνει τέχνη για τους ~ούς. ΑΝΤ. λίγοι ● ΦΡ.: εν πολλοίς (λόγ.): σε μεγάλο βαθμό: αποτέλεσμα ~ ~ αναμενόμενο. Η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται ~ ~ από ..., με τα πολλά (προφ.): ύστερα από πολλές προσπάθειες: ~ ~ δέχτηκε να μας δει/μας έπεισε., ο πολύς (+ κύριο όνομα) & (εμφατ.) μέγας και πολύς: για επιφανή προσωπικότητα· ο σπουδαίος: Τη μουσική υπογράφει ~ ~ ..., όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα (παροιμ.): η απληστία οδηγεί στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα., πολλά ζητάς (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχεις υπερβολικές απαιτήσεις., πολλά και διάφορα (προφ.): πολλά και ποικίλα: Τα ενδιαφέροντά της είναι ~ ~. Έχουν ακουστεί (κατά καιρούς) ~ ~., πολλά-πολλά (προφ.): στενές, συχνές επαφές: Δεν θέλει ~ ~ με τους συγγενείς του. Δεν έχουν ~ ~ μεταξύ τους. Να αποφεύγεις τα ~ ~ μαζί του!, πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ (μτφ.): για απρόσμενο και συνταρακτικό γεγονός, που ανατρέπει τα δεδομένα, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση: σκάνδαλο ~ μεγατόνων. Οικονομικός σεισμός ~ ρίχτερ. Ασυδοσία ~ ντεσιμπέλ., προ πολλού (λόγ.): εδώ και καιρό, ήδη από πολύ καιρό: Το ζήτημα θα έπρεπε να είχε λυθεί ~ ~. Οι ιδέες του θεωρούνται ~ ~ ξεπερασμένες., το πολύ (προφ.): στο ανώτατο, μέγιστο δυνατό όριο: Το βάρος του δέματος πρέπει να είναι ~ ~ πέντε κιλά (: δεν πρέπει να τα ξεπερνάει). Κάθε τμήμα έχει ~ ~ δέκα μαθητές. Σε δύο ~ ~ τρεις ώρες θα έχω τελειώσει. ΣΥΝ. μάξιμουμ, το πολύ πολύ (προφ.): στη χειρότερη περίπτωση: ~ ~ να μη μου ξαναμιλήσει· και τι έγινε;, αξίζει πολλά βλ. αξίζω, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, εις πολλά έτη/έτη πολλά βλ. έτος, έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού βλ. περί, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, μου πέφτει λίγος/πολύς βλ. πέφτω, ο πολύς (ο) κόσμος βλ. κόσμος, ουκ εν τω πολλώ το ευ βλ. ευ, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, πολλά λες βλ. λέω, πολλά υποσχόμενος βλ. υπόσχομαι, πολλώ (δε) μάλλον βλ. μάλλον, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πολύ πρά(γ)μα βλ. πράγμα, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια βλ. φτώχεια, το δίκαιο των πολλών βλ. δίκαιο, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια πολλά! βλ. χρόνος ● βλ. περισσότερος, πολύ [< αρχ. πολύς, πολλή, πολύ] | |
| 41625 | πολυσακχαρίτης | πο-λυ-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. σύνθετο σάκχαρο (υδατάνθρακας), το μόριο του οποίου αποτελείται από πολλούς μονοσακχαρίτες, κυρ. γλυκόζης, ενωμένους, συνήθ. σε δομή αλυσίδας, και το οποίο κατά τη διάσπασή του προμηθεύει τον οργανισμό με ενέργεια: όξινος ~ (βλ. ηπαρίνη). Βλ. δι-, μονο-, ολιγο-, τρι-σακχαρίτης, άμυλο, γλυκογόνο, κυτταρίνη. [< γαλλ.-αγγλ. polysaccharide, γερμ. Polysaccharid] | |
| 41626 | πολυσέβαστος | , η, ο πο-λυ-σέ-βα-στος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ σεβαστός: ~ος: γέροντας. ~η: μητέρα. [< μτγν. πουλυσέβαστος] | |
| 41627 | πολυσέλιδος | , η, ο βλ. πολυ-, -σέλιδος | |
| 41628 | πολυσήμαντος | , η, ο πο-λυ-σή-μα-ντος επίθ. 1. (λόγ.) πολύ σημαντικός, βαρυσήμαντος: ~ος: όρος. ~η: απόφαση/ομιλία/παρουσία/προσφορά/προσωπικότητα/πρωτοβουλία. ~ο: γεγονός. ΑΝΤ. ασήμαντος 2. ΓΛΩΣΣ. που έχει πολλές σημασίες: ~η: έννοια/λέξη. ~ο: κείμενο/μήνυμα (: που επιδέχεται πολλές ερμηνείες). Πβ. πολύσημος. ΑΝΤ. μονοσήμαντος (1) [< μτγν. πολυσήμαντος] | |
| 41629 | πολυσημία | πο-λυ-ση-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. το να έχει ένα λεξικό στοιχείο περισσότερες από μία σημασίες: ~ μιας λέξης (βλ. τσάκισμα)/ενός όρου. Βλ. αμφισημία, -σημία. ΑΝΤ. μονοσημία (1) [< γαλλ. polysémie, 1897, αγγλ. polysemy] | |
| 41630 | πολύσημος | , η, ο πο-λύ-ση-μος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που χαρακτηρίζεται από πολυσημία: ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: λέξεις. Πβ. πολυσήμαντος. Βλ. αμφίσημος, -σημος. [< αρχ. πολύσημος, αγγλ. polysemous, 1884, γαλλ. polysémique, 1932] | |
| 41631 | πολυσθένεια | πο-λυ-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. η ιδιότητα του πολυσθενούς. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός σε κοινωνικές τάξεις, εφόσον ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα δραστηριοποιείται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς: εργασιακή/κοινωνική/ταξική ~. Βλ. πολυαπασχόληση. [< 1: γαλλ. polyvalence, 1912, αγγλ. ~, 1902 2: γαλλ. ~, 1946] | |
| 41633 | πολυσινεμά | πο-λυ-σι-νε-μά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολυκινηματογράφος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ