| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41603 | πολυποίκιλος | , η, ο πο-λυ-ποί-κι-λος επίθ.: που παρουσιάζει πολύ μεγάλη ποικιλία: ~ος: κόσμος. ~η: δραστηριότητα. ~ο: πρόγραμμα/τοπίο. ~ες: γνώσεις/εμπειρίες/μορφές. ~α: ενδιαφέροντα (= πολύπλευρα)/προβλήματα/συμφέροντα. Πβ. ποικίλος. [< αρχ. πολυποίκιλος ‘πολύχρωμος’] | |
| 41604 | πολυποίκιλτος | , η, ο πο-λυ-ποί-κιλ-τος επίθ. (λόγ.): που είναι γεμάτος στολίδια: ~η: στολή. [< μεσν. πολυποίκιλτος] | |
| 41605 | πολυπολικός | , ή, ό πο-λυ-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει πολλούς πόλους: ~ός: διακόπτης. ~ό: καλώδιο. Βλ. δι-, μονο-πολικός. 2. (μτφ.) πολυδιάστατος, πολύπλευρος: ~ός: κόσμος. ~ή: δομή. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. multipolaire , αγγλ. multipolar] | |
| 41606 | πολυπολιτισμικός | , ή, ό πο-λυ-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών στην ίδια περιοχή ή χώρα: ~ή: εκπαίδευση/κοινωνία. ~ό: περιβάλλον. Πβ. κοσμοπολίτικος. ΑΝΤ. μονοπολιτισμικός [< αγγλ. multicultural, 1935, γαλλ. multiculturel, 1975] | |
| 41607 | πολυπολιτισμικότητα | πο-λυ-πο-λι-τι-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυπολιτισμικού. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. πολυπολιτισμός | |
| 41608 | πολυπολιτισμός | πο-λυ-πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πολυπολιτισμικότητα. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. multiculturalism, 1957, γαλλ. multiculturalisme, 1971] | |
| 41609 | πολυπολιτιστικός | , ή, ό πο-λυ-πο-λι-τι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην ανάπτυξη πολλών και διαφορετικών πολιτισμών ταυτόχρονα: ~ή: κοινωνία (πβ. πολυπολιτισμικός). ~ό: κέντρο/φεστιβάλ. Βλ. πολυ-γλωσσικός, -εθνικός. | |
| 41610 | πολύπους | βλ. πολύποδας | |
| 41611 | πολυπραγμοσύνη | πο-λυ-πραγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυπράγμονα. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. πολυπραγμοσύνη, αγγλ. polypragmosyny] | |
| 41612 | πολυπράγμων | , ων, ον πο-λυ-πράγ-μων επίθ. {πολυπράγμ-ονος, -ονα | -ονες} (λόγ.) & (σπάν.-προφ.) πολυπράγμονας 1. που ασχολείται ταυτόχρονα με πολλά και διαφορετικά πράγματα: ~ων: άνθρωπος/δημιουργός/καλλιτέχνης. Πβ. πολυάσχολος. ΑΝΤ. απράγμων 2. (αρνητ. συνυποδ.) που ανακατεύεται σε δραστηριότητες έξω από την ειδικότητά του, την αρμοδιότητά του, με αποτέλεσμα να υπολείπεται σε απόδοση ή ποιότητα. [< αρχ. πολυπράγμων, αγγλ. polypragmon] | |
| 41613 | πολύπρακτος | , η, ο πο-λύ-πρα-κτος επίθ.: που εκτυλίσσεται ή χωρίζεται σε πολλές πράξεις: ~ο: δράμα/έργο. Βλ. μονό-, τετρά-πρακτος. [< μτγν. πολύπρακτος 'πολυπράγμων'] | |
| 41614 | πολύπριζο | βλ. πολύμπριζο | |
| 41615 | πολυπρισματικός | , ή, ό πο-λυ-πρι-σμα-τι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές οπτικές: ~ή: θεώρηση. Πβ. πολυδιάστατος, πολύπλευρος. [< αγγλ. polyprismatic] | |
| 41616 | πολυπροπυλένιο | πο-λυ-προ-πυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση που προέρχεται από τον πολυμερισμό του προπυλενίου και από την οποία παράγεται λευκό θερμοπλαστικό υλικό που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή φιλμ και ινών. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< αγγλ. polypropylene, 1935, γαλλ. polypropylène, περ. 1950] | |
| 41617 | πολυπροσωπία | πο-λυ-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυπρόσωπου. | |
| 41618 | πολυπρόσωπος | , η, ο πο-λυ-πρό-σω-πος επίθ. 1. πολυμελής: ~η: αντιπροσωπεία/εκπροσώπηση/επιτροπή. ~ο: καστ.|| (ΑΘΛ.) ~η: άμυνα. Πβ. πολυ-άριθμος, -πληθής. ΑΝΤ. ολιγοπρόσωπος 2. στον οποίο υπάρχουν ή εμφανίζονται πολλά πρόσωπα (ηθοποιοί, ρόλοι, ήρωες): ~η: παράσταση. ~ο: έργο/μυθιστόρημα. 3. (μτφ.) που εμφανίζει πολλές διαφορετικές όψεις, ανειλικρινής. Πβ. διπρόσωπος, υποκριτής. Βλ. -πρόσωπος. [< 1, 3: αρχ. πολυπρόσωπος] | |
| 41619 | πολύπτερος | πο-λύ-πτε-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Polypterus bichir) με πολύ παχιά λέπια και αγκαθωτό πτερύγιο, το οποίο ζει σε ποτάμια της Αφρικής. [< αρχ. επίθ. πολύπτερος 'που έχει πολλά φτερά', γαλλ. polyptère, αγγλ. polypterid] | |
| 41620 | πολύπτυχος | , η, ο πο-λύ-πτυ-χος επίθ. 1. αποτελούμενος από πολλές πτυχές: ~η: φούστα. Βλ. δί-, τρί-πτυχος. 2. (μτφ.) πολύπλευρος, πολυδιάστατος: ~η: προσέγγιση. ● Ουσ.: πολύπτυχο (το) {-ου (λόγ.) -ύχου} 1. έντυπο που οι σελίδες του διπλώνουν πολλές φορές: διαφημιστικά ~α. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική ή ανάγλυφη σύνθεση με συνδεδεμένες μεταξύ τους πολλές επιφάνειες που μπορούν να διπλωθούν: βυζαντινά ~α. 3. ΑΡΧ. σύνολο από τέσσερις μέχρι δέκα πινακίδες ενωμένες μεταξύ τους, που αποτελούσαν έναν κώδικα. 4. διεθνές τελωνειακό έγγραφο που είναι απαραίτητο για τον έλεγχο οχημάτων, τα οποία ταξιδεύουν στο εξωτερικό. [< αρχ. πολύπτυχος ‘απόκρημνος, διπλωμένος πολλές φορές, που έχει πολλά φύλλα’, πολύπτυχο, σημ. 2: γαλλ. polyptyque, αγγλ. polyptych] | |
| 41621 | πολυπύρηνος | , η, ο πο-λυ-πύ-ρη-νος επίθ. (επιστ.): που έχει πολλούς πυρήνες: (ΒΟΤ.) ~ος: καρπός (: με πολλά κουκούτσια).|| (ΒΙΟΛ.) ~ο: κύτταρο.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Λάπτοπ με ~ο (= πολλαπλό) επεξεργαστή. Βλ. δι-, μονο-πύρηνος. [< μτγν. πολυπύρηνος, αγγλ. multinuclear] | |
| 41622 | πολυρυθμία | πο-λυ-ρυθ-μί-α ουσ. (θηλ.) & πολυρρυθμία: ΜΟΥΣ. ταυτόχρονη χρήση πολλών ρυθμικών σχημάτων ή διαφορετικών μετρικών προτύπων. [< αγγλ. polyrhythm, 1908] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ