| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41634 | πολυσκαλίζω | πο-λυ-σκα-λί-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) εξετάζω, περιεργάζομαι κάτι πολύ: Καλύτερα να μην το ~ουμε το θέμα. | |
| 41635 | πολυσκέφτομαι | πο-λυ-σκέ-φτο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυσκέφ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί} & (σπάν.) πολυσκέπτομαι (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) σκέφτομαι πολύ, σε βάθος: Όταν αποφασίσω κάτι, δεν το ~, ενεργώ αμέσως. Χωρίς να το ~τεί (: χωρίς δεύτερη σκέψη). | |
| 41636 | πολύσπαστος | , η, ο πο-λύ-σπα-στος επίθ.: που έλκεται ή σύρεται με σχοινιά ή τροχαλία: ~ος: μηχανισμός. ~η: γκαραζόπορτα. ~ο: κρεβάτι/φορείο. ● Ουσ.: πολύσπαστο (το): ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχάνημα αποτελούμενο από ένα σύστημα τροχαλιών που χρησιμοποιείται για ανύψωση ή έλξη μεγάλων βαρών: ηλεκτρικό ~. Πβ. βαρούλκο, παλάγκο, σύσπαστο. [< μτγν. πολύσπαστος ‘που έχει πολλά λουριά’, πολύσπαστον] | |
| 41637 | πολύσπερμος | , η, ο πο-λύ-σπερ-μος επίθ.: ΒΟΤ. που περιέχει πολλά σπέρματα, σπόρους: ~ος: καρπός. ~ο: φυτό. ~ες: ποικιλίες. [< αρχ. πολύσπερμος ‘που έχει πολλούς σπόρους ή άφθονο σπέρμα’] | |
| 41638 | πολυσπόρια | πο-λυ-σπό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πολυσπόρι}: ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό φαγητό με σπόρους από δημητριακά και όσπρια. ΣΥΝ. παππούδια (2) | |
| 41639 | πολύσπορος | , η, ο πο-λύ-σπο-ρος επίθ.: που έχει σπόρους από διάφορα δημητριακά (π.χ. σιτάρι, κριθάρι) ή άλλα φυτά και είναι πλούσιος σε φυτικές ίνες: ~ο: αλεύρι.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. ψωμί). [< αρχ. πολύσπορος 'γόνιμος'] | |
| 41640 | πολυσταυρία | πο-λυ-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δυνατότητα που παρέχει το εκλογικό σύστημα στον ψηφοφόρο να σημειώσει περισσότερους από έναν σταυρούς προτίμησης στο ψηφοδέλτιο. Βλ. -σταυρία. ΑΝΤ. μονοσταυρία | |
| 41641 | πολυσταύριο | πο-λυ-σταύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. φαιλόνιο διακοσμημένο με σταυρούς. [< μτγν. πολυσταύριον 'διακόσμηση με σταυρούς'] | |
| 41642 | πολυστερίνη | πο-λυ-στε-ρί-νη ουσ. (θηλ.) & πολυστυρένιο (το) & πολυστυρόλιο (το): ΧΗΜ. πολυμερές του στυρενίου από το οποίο παράγεται διαφανές άκαμπτο θερμοπλαστικό που χρησιμοποιείται κυρ. ως μονωτικό υλικό ή στην κατασκευή συσκευασιών: διογκωμένη ~ (= φελιζόλ). Κόφτης ~ης. Βλ. πλαστικό. ● ΣΥΜΠΛ.: εξηλασμένη πολυστερίνη βλ. εξηλασμένος [< αγγλ. polystyrene, 1927, γαλλ. polystyrène, 1936] | |
| 41643 | πολύστηλος | , η, ο βλ. πολυ-, -στηλος | |
| 41644 | πολύστιχος | , η, ο πο-λύ-στι-χος επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που έχει πολλούς στίχους: ~ο: ποίημα/τραγούδι. Βλ. -στιχος. ΑΝΤ. μονόστιχος, ολιγόστιχος [< μτγν. πολύστιχος] | |
| 41645 | πολύστροφος | , η, ο πο-λύ-στρο-φος επίθ. 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. που λειτουργεί σε υψηλές στροφές: ~ος: κινητήρας. ΑΝΤ. αργόστροφος (2) 2. (μτφ.) πολύ έξυπνος, ευφυής: ~ο: μυαλό. Πβ. επινοητικός, εύστροφος. Βλ. -στροφος. ΑΝΤ. αργόστροφος (1) 3. (σπάν., για ποίημα) που έχει πολλές στροφές. [< αρχ. πολύστροφος 1: γερμ. hochtourig] | |
| 41646 | πολυστρωματικός | , ή, ό πο-λυ-στρω-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλά επικαλυπτόμενα στρώματα: ~ή: δομή. ~ό: υλικό. ~οί: σωλήνες. [< αγγλ. multilayer, multilayered, 1923] | |
| 41647 | πολυστυρένιο | βλ. πολυστερίνη | |
| 41648 | πολυστυρόλιο | βλ. πολυστερίνη | |
| 41649 | πολυσυζητάω | βλ. πολυσυζητώ | |
| 41650 | πολυσυζητημένος | , η, ο πο-λυ-συ-ζη-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση: ~ος: γάμος. ~η: ταινία/υπόθεση. ~ο: βιβλίο/θέμα/νομοσχέδιο/πρόσωπο. Πβ. πολυθρύλητος, πολύκροτος. | |
| 41652 | πολυσύλλαβος | , η, ο πο-λυ-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που έχει πολλές συλλαβές: ~ο: όνομα. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. μονοσύλλαβος [< μτγν. πολυσύλλαβος, γαλλ. polysyllabe, polysyllabique, αγγλ. polysyllabic(al)] | |
| 41653 | πολυσυλλεκτικός | , ή, ό πο-λυ-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, πράγματα, στοιχεία: ~ή: κοινωνία/ομάδα. ~ό: έργο/κίνημα/κόμμα (: που τα στελέχη, τα μέλη και οι οπαδοί του έχουν διαφορετική κοινωνική προέλευση και ιδεολογικές πεποιθήσεις)/πρόγραμμα/ψηφοδέλτιο. Πβ. πλουραλιστικός. Βλ. πολυτασικός.|| ~ δίσκος (: περιέχει τραγούδια πολλών δημιουργών). | |
| 41654 | πολυσυλλεκτικότητα | πο-λυ-συλ-λε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυσυλλεκτικού. Πβ. πλουραλισμός. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ