| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41623 | πολυρυθμικός | , ή, ό πο-λυ-ρυθ-μι-κός επίθ. & πολυρρυθμικός: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την πολυρυθμία. [< αγγλ. polyrhythmic(al)] | |
| 41624 | πολύς, πολλή, πολύ | πο-λύς, πολ-λή, πο-λύ επίθ. {γεν. πολ-ύ (λόγ.) πολλού | πολλ-οί (ουδ. -ά)· περισσότερος, (λόγ. υπερθ.) πλείστος}: μεγάλος ως προς την ποσότητα ή την ένταση: ~ύς: χώρος. ~ή: ζάχαρη. ~ύ: νερό/φαγητό. ~οί: άνθρωποι. ~ές: δυσκολίες/ευκαιρίες/περιπτώσεις. ~ά: αυτοκίνητα/προβλήματα/χρόνια. Πέρασε ~ καιρός από τότε. Έμειναν όρθιοι για ~ή ώρα. ~οί από τους καλεσμένους έφυγαν νωρίς. Συγκέντρωσε ~ές πληροφορίες.|| ~ύς: θυμός. ~ή: βροχή/συγκίνηση/υπομονή/φασαρία. ~ύ: ενδιαφέρον (= έντονο, ισχυρό)/κουράγιο. Έχει ~ύ αέρα. Κάνει ~ή ζέστη. Το ζήτημα θέλει ~ή προσοχή. Χρειάζεται ~ή προσπάθεια/~ύ θάρρος. Με ~ή αγάπη/όρεξη/χαρά. Γίνεται ~ύς λόγος/θόρυβος/ντόρος για το τίποτα!|| (ως ουσ.) Ξοδεύει ~ά (ενν. χρήματα).|| (επιτατ.) Πάρα ~ή κίνηση/~ές φορές/~ά δώρα. ΑΝΤ. λίγος (1) || Ο πολύς … (για σπουδαία προσωπικότητα). ● Ουσ.: πολλά (σε ελλειπτ. λόγο): ενν. πράγματα: Λέει/κρύβει/ξέρει/υπόσχεται ~. Έχουν/πρέπει να γίνουν ακόμα ~ στον τομέα της ... Περιμένουν ~ από εκείνον., πολλοί (οι) 1. οι περισσότεροι άνθρωποι, ο πολύς κόσμος: Έργο που παραμένει άγνωστο στους ~ούς. 2. λαός: μέτρα για τις ανάγκες των ~ών. Πολιτική που πλήττει τους ~ούς. 3. (μειωτ.) μάζα: Δεν κάνει τέχνη για τους ~ούς. ΑΝΤ. λίγοι ● ΦΡ.: εν πολλοίς (λόγ.): σε μεγάλο βαθμό: αποτέλεσμα ~ ~ αναμενόμενο. Η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται ~ ~ από ..., με τα πολλά (προφ.): ύστερα από πολλές προσπάθειες: ~ ~ δέχτηκε να μας δει/μας έπεισε., ο πολύς (+ κύριο όνομα) & (εμφατ.) μέγας και πολύς: για επιφανή προσωπικότητα· ο σπουδαίος: Τη μουσική υπογράφει ~ ~ ..., όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα (παροιμ.): η απληστία οδηγεί στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα., πολλά ζητάς (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχεις υπερβολικές απαιτήσεις., πολλά και διάφορα (προφ.): πολλά και ποικίλα: Τα ενδιαφέροντά της είναι ~ ~. Έχουν ακουστεί (κατά καιρούς) ~ ~., πολλά-πολλά (προφ.): στενές, συχνές επαφές: Δεν θέλει ~ ~ με τους συγγενείς του. Δεν έχουν ~ ~ μεταξύ τους. Να αποφεύγεις τα ~ ~ μαζί του!, πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ (μτφ.): για απρόσμενο και συνταρακτικό γεγονός, που ανατρέπει τα δεδομένα, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση: σκάνδαλο ~ μεγατόνων. Οικονομικός σεισμός ~ ρίχτερ. Ασυδοσία ~ ντεσιμπέλ., προ πολλού (λόγ.): εδώ και καιρό, ήδη από πολύ καιρό: Το ζήτημα θα έπρεπε να είχε λυθεί ~ ~. Οι ιδέες του θεωρούνται ~ ~ ξεπερασμένες., το πολύ (προφ.): στο ανώτατο, μέγιστο δυνατό όριο: Το βάρος του δέματος πρέπει να είναι ~ ~ πέντε κιλά (: δεν πρέπει να τα ξεπερνάει). Κάθε τμήμα έχει ~ ~ δέκα μαθητές. Σε δύο ~ ~ τρεις ώρες θα έχω τελειώσει. ΣΥΝ. μάξιμουμ, το πολύ πολύ (προφ.): στη χειρότερη περίπτωση: ~ ~ να μη μου ξαναμιλήσει· και τι έγινε;, αξίζει πολλά βλ. αξίζω, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, εις πολλά έτη/έτη πολλά βλ. έτος, έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού βλ. περί, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, μου πέφτει λίγος/πολύς βλ. πέφτω, ο πολύς (ο) κόσμος βλ. κόσμος, ουκ εν τω πολλώ το ευ βλ. ευ, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, πολλά λες βλ. λέω, πολλά υποσχόμενος βλ. υπόσχομαι, πολλώ (δε) μάλλον βλ. μάλλον, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πολύ πρά(γ)μα βλ. πράγμα, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια βλ. φτώχεια, το δίκαιο των πολλών βλ. δίκαιο, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια πολλά! βλ. χρόνος ● βλ. περισσότερος, πολύ [< αρχ. πολύς, πολλή, πολύ] | |
| 41625 | πολυσακχαρίτης | πο-λυ-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. σύνθετο σάκχαρο (υδατάνθρακας), το μόριο του οποίου αποτελείται από πολλούς μονοσακχαρίτες, κυρ. γλυκόζης, ενωμένους, συνήθ. σε δομή αλυσίδας, και το οποίο κατά τη διάσπασή του προμηθεύει τον οργανισμό με ενέργεια: όξινος ~ (βλ. ηπαρίνη). Βλ. δι-, μονο-, ολιγο-, τρι-σακχαρίτης, άμυλο, γλυκογόνο, κυτταρίνη. [< γαλλ.-αγγλ. polysaccharide, γερμ. Polysaccharid] | |
| 41626 | πολυσέβαστος | , η, ο πο-λυ-σέ-βα-στος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ σεβαστός: ~ος: γέροντας. ~η: μητέρα. [< μτγν. πουλυσέβαστος] | |
| 41627 | πολυσέλιδος | , η, ο βλ. πολυ-, -σέλιδος | |
| 41628 | πολυσήμαντος | , η, ο πο-λυ-σή-μα-ντος επίθ. 1. (λόγ.) πολύ σημαντικός, βαρυσήμαντος: ~ος: όρος. ~η: απόφαση/ομιλία/παρουσία/προσφορά/προσωπικότητα/πρωτοβουλία. ~ο: γεγονός. ΑΝΤ. ασήμαντος 2. ΓΛΩΣΣ. που έχει πολλές σημασίες: ~η: έννοια/λέξη. ~ο: κείμενο/μήνυμα (: που επιδέχεται πολλές ερμηνείες). Πβ. πολύσημος. ΑΝΤ. μονοσήμαντος (1) [< μτγν. πολυσήμαντος] | |
| 41629 | πολυσημία | πο-λυ-ση-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. το να έχει ένα λεξικό στοιχείο περισσότερες από μία σημασίες: ~ μιας λέξης (βλ. τσάκισμα)/ενός όρου. Βλ. αμφισημία, -σημία. ΑΝΤ. μονοσημία (1) [< γαλλ. polysémie, 1897, αγγλ. polysemy] | |
| 41630 | πολύσημος | , η, ο πο-λύ-ση-μος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που χαρακτηρίζεται από πολυσημία: ~ο: λεξιλόγιο. ~ες: λέξεις. Πβ. πολυσήμαντος. Βλ. αμφίσημος, -σημος. [< αρχ. πολύσημος, αγγλ. polysemous, 1884, γαλλ. polysémique, 1932] | |
| 41631 | πολυσθένεια | πο-λυ-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. η ιδιότητα του πολυσθενούς. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός σε κοινωνικές τάξεις, εφόσον ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα δραστηριοποιείται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς: εργασιακή/κοινωνική/ταξική ~. Βλ. πολυαπασχόληση. [< 1: γαλλ. polyvalence, 1912, αγγλ. ~, 1902 2: γαλλ. ~, 1946] | |
| 41633 | πολυσινεμά | πο-λυ-σι-νε-μά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολυκινηματογράφος. | |
| 41634 | πολυσκαλίζω | πο-λυ-σκα-λί-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) εξετάζω, περιεργάζομαι κάτι πολύ: Καλύτερα να μην το ~ουμε το θέμα. | |
| 41635 | πολυσκέφτομαι | πο-λυ-σκέ-φτο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυσκέφ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί} & (σπάν.) πολυσκέπτομαι (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) σκέφτομαι πολύ, σε βάθος: Όταν αποφασίσω κάτι, δεν το ~, ενεργώ αμέσως. Χωρίς να το ~τεί (: χωρίς δεύτερη σκέψη). | |
| 41636 | πολύσπαστος | , η, ο πο-λύ-σπα-στος επίθ.: που έλκεται ή σύρεται με σχοινιά ή τροχαλία: ~ος: μηχανισμός. ~η: γκαραζόπορτα. ~ο: κρεβάτι/φορείο. ● Ουσ.: πολύσπαστο (το): ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχάνημα αποτελούμενο από ένα σύστημα τροχαλιών που χρησιμοποιείται για ανύψωση ή έλξη μεγάλων βαρών: ηλεκτρικό ~. Πβ. βαρούλκο, παλάγκο, σύσπαστο. [< μτγν. πολύσπαστος ‘που έχει πολλά λουριά’, πολύσπαστον] | |
| 41637 | πολύσπερμος | , η, ο πο-λύ-σπερ-μος επίθ.: ΒΟΤ. που περιέχει πολλά σπέρματα, σπόρους: ~ος: καρπός. ~ο: φυτό. ~ες: ποικιλίες. [< αρχ. πολύσπερμος ‘που έχει πολλούς σπόρους ή άφθονο σπέρμα’] | |
| 41638 | πολυσπόρια | πο-λυ-σπό-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πολυσπόρι}: ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό φαγητό με σπόρους από δημητριακά και όσπρια. ΣΥΝ. παππούδια (2) | |
| 41639 | πολύσπορος | , η, ο πο-λύ-σπο-ρος επίθ.: που έχει σπόρους από διάφορα δημητριακά (π.χ. σιτάρι, κριθάρι) ή άλλα φυτά και είναι πλούσιος σε φυτικές ίνες: ~ο: αλεύρι.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. ψωμί). [< αρχ. πολύσπορος 'γόνιμος'] | |
| 41640 | πολυσταυρία | πο-λυ-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δυνατότητα που παρέχει το εκλογικό σύστημα στον ψηφοφόρο να σημειώσει περισσότερους από έναν σταυρούς προτίμησης στο ψηφοδέλτιο. Βλ. -σταυρία. ΑΝΤ. μονοσταυρία | |
| 41641 | πολυσταύριο | πο-λυ-σταύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. φαιλόνιο διακοσμημένο με σταυρούς. [< μτγν. πολυσταύριον 'διακόσμηση με σταυρούς'] | |
| 41642 | πολυστερίνη | πο-λυ-στε-ρί-νη ουσ. (θηλ.) & πολυστυρένιο (το) & πολυστυρόλιο (το): ΧΗΜ. πολυμερές του στυρενίου από το οποίο παράγεται διαφανές άκαμπτο θερμοπλαστικό που χρησιμοποιείται κυρ. ως μονωτικό υλικό ή στην κατασκευή συσκευασιών: διογκωμένη ~ (= φελιζόλ). Κόφτης ~ης. Βλ. πλαστικό. ● ΣΥΜΠΛ.: εξηλασμένη πολυστερίνη βλ. εξηλασμένος [< αγγλ. polystyrene, 1927, γαλλ. polystyrène, 1936] | |
| 41643 | πολύστηλος | , η, ο βλ. πολυ-, -στηλος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ