| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41644 | πολύστιχος | , η, ο πο-λύ-στι-χος επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που έχει πολλούς στίχους: ~ο: ποίημα/τραγούδι. Βλ. -στιχος. ΑΝΤ. μονόστιχος, ολιγόστιχος [< μτγν. πολύστιχος] | |
| 41645 | πολύστροφος | , η, ο πο-λύ-στρο-φος επίθ. 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. που λειτουργεί σε υψηλές στροφές: ~ος: κινητήρας. ΑΝΤ. αργόστροφος (2) 2. (μτφ.) πολύ έξυπνος, ευφυής: ~ο: μυαλό. Πβ. επινοητικός, εύστροφος. Βλ. -στροφος. ΑΝΤ. αργόστροφος (1) 3. (σπάν., για ποίημα) που έχει πολλές στροφές. [< αρχ. πολύστροφος 1: γερμ. hochtourig] | |
| 41646 | πολυστρωματικός | , ή, ό πο-λυ-στρω-μα-τι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλά επικαλυπτόμενα στρώματα: ~ή: δομή. ~ό: υλικό. ~οί: σωλήνες. [< αγγλ. multilayer, multilayered, 1923] | |
| 41647 | πολυστυρένιο | βλ. πολυστερίνη | |
| 41648 | πολυστυρόλιο | βλ. πολυστερίνη | |
| 41649 | πολυσυζητάω | βλ. πολυσυζητώ | |
| 41650 | πολυσυζητημένος | , η, ο πο-λυ-συ-ζη-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση: ~ος: γάμος. ~η: ταινία/υπόθεση. ~ο: βιβλίο/θέμα/νομοσχέδιο/πρόσωπο. Πβ. πολυθρύλητος, πολύκροτος. | |
| 41652 | πολυσύλλαβος | , η, ο πο-λυ-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που έχει πολλές συλλαβές: ~ο: όνομα. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. μονοσύλλαβος [< μτγν. πολυσύλλαβος, γαλλ. polysyllabe, polysyllabique, αγγλ. polysyllabic(al)] | |
| 41653 | πολυσυλλεκτικός | , ή, ό πο-λυ-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, πράγματα, στοιχεία: ~ή: κοινωνία/ομάδα. ~ό: έργο/κίνημα/κόμμα (: που τα στελέχη, τα μέλη και οι οπαδοί του έχουν διαφορετική κοινωνική προέλευση και ιδεολογικές πεποιθήσεις)/πρόγραμμα/ψηφοδέλτιο. Πβ. πλουραλιστικός. Βλ. πολυτασικός.|| ~ δίσκος (: περιέχει τραγούδια πολλών δημιουργών). | |
| 41654 | πολυσυλλεκτικότητα | πο-λυ-συλ-λε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυσυλλεκτικού. Πβ. πλουραλισμός. Βλ. -ότητα. | |
| 41655 | πολυσύμπαν | πο-λυ-σύ-μπαν ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. υποθετικό σύνολο από πολλά πιθανά παράλληλα Σύμπαντα. Βλ. διάστημα, θεωρία των χορδών. [< αγγλ. multiverse, 1963 < multi + (uni)verse] | |
| 41656 | πολυσυμπύκνωση | πο-λυ-συ-μπύ-κνω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. σταδιακή συνένωση μονομερών με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μακρομορίων και την παράλληλη αποβολή μικρών μορίων. [< αγγλ. polycondensation, 1936, γαλλ. ~, 1948] | |
| 41657 | πολυσύνδετος | , η, ο πο-λυ-σύν-δε-τος επίθ.: (σπάν.) που έχει συνδεθεί πολλαπλώς με κάτι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) πολυσύνδετο: ΓΡΑΜΜ. σύνδεση όρων ή προτάσεων που έχουν όμοια συντακτική λειτουργία με συμπλεκτικούς ή διαζευκτικούς συνδέσμους: Δεν αγόρασα ούτε μήλα ούτε πορτοκάλια (: με τον σύνδ. ούτε). Βλ. (σχήμα) ασύνδετο. [< μεσν. σχήμα πολυσύνδετον, γαλλ. polysyndète, αγγλ. polysyndeton] [< μτγν. πολυσύνδετος ‘που έχει πολλούς συνδέσμους’] | |
| 41658 | πολυσυνθετικός | , ή, ό πο-λυ-συν-θε-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυσυνθετική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. η οποία χαρακτηρίζεται μορφολογικά από μεγάλες σύνθετες λέξεις. Βλ. αναλυτικές/συνθετικές γλώσσες. [< αγγλ. polysynthetic, γαλλ. polysynthétique] | |
| 41659 | πολυσύνθετος | , η, ο πο-λυ-σύν-θε-τος επίθ. 1. που αποτελείται από πολλά μέρη ή στοιχεία: ~η: διάταξη. ~ο: φαινόμενο. Πβ. περί-, πολύ-πλοκος. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει πολλές ικανότητες, χαρίσματα σε πολλούς τομείς: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: προσωπικότητα. Πβ. πολυ-διάστατος, -σχιδής, -τάλαντος. 3. ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που σχηματίζεται με περισσότερα από δύο συνθετικά (π.χ. προπαροξύτονος). [< 1,3: μτγν. πολυσύνθετος] | |
| 41660 | πολυσυσκευασία | πο-λυ-συ-σκευ-α-σί-α ουσ. (θηλ.): πολλαπλή συσκευασία. [< αγγλ. multipack, 1965] | |
| 41661 | πολυσυσκευή | πο-λυ-συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που ενσωματώνει σε μια μονάδα πολλές διαφορετικές λειτουργίες: ~ μαγειρέματος. Βλ. πολυ-κουζινάκι, -μηχάνημα. | |
| 41662 | πολυσύστημα | πο-λυ-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό κυρ. σύστημα με σύνθετη δομή και πολλαπλές λειτουργίες. Bλ. ηχοσύστημα. | |
| 41663 | πολυσυστηματικός | , ή, ό πο-λυ-συ-στη-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που προσβάλλει πολλαπλά οργανικά συστήματα: ~ή: καντιντίαση. Η κυστική ίνωση είναι ~ή. [< αγγλ. multisystemic, multisystem, 1950] | |
| 41664 | πολυσύχναστος | , η, ο πο-λυ-σύ-χνα-στος επίθ.: (για τόπο) στον οποίο συχνάζουν πολλοί άνθρωποι: ~ος: δρόμος. ~η: αγορά/παραλία/περιοχή/πλατεία. ~ο: κέντρο. ~α: στέκια. Βλ. πολύβουος. ΑΝΤ. απόκεντρος, απόμερος, ερημικός (1) [< γαλλ. très fréquenté] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ