Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42220-42240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41655πολυσύμπανπο-λυ-σύ-μπαν ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. υποθετικό σύνολο από πολλά πιθανά παράλληλα Σύμπαντα. Βλ. διάστημα, θεωρία των χορδών. [< αγγλ. multiverse, 1963 < multi + (uni)verse]
41656πολυσυμπύκνωσηπο-λυ-συ-μπύ-κνω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. σταδιακή συνένωση μονομερών με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μακρομορίων και την παράλληλη αποβολή μικρών μορίων. [< αγγλ. polycondensation, 1936, γαλλ. ~, 1948]
41657πολυσύνδετος, η, ο πο-λυ-σύν-δε-τος επίθ.: (σπάν.) που έχει συνδεθεί πολλαπλώς με κάτι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) πολυσύνδετο: ΓΡΑΜΜ. σύνδεση όρων ή προτάσεων που έχουν όμοια συντακτική λειτουργία με συμπλεκτικούς ή διαζευκτικούς συνδέσμους: Δεν αγόρασα ούτε μήλα ούτε πορτοκάλια (: με τον σύνδ. ούτε). Βλ. (σχήμα) ασύνδετο. [< μεσν. σχήμα πολυσύνδετον, γαλλ. polysyndète, αγγλ. polysyndeton] [< μτγν. πολυσύνδετος ‘που έχει πολλούς συνδέσμους’]
41658πολυσυνθετικός, ή, ό πο-λυ-συν-θε-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυσυνθετική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. η οποία χαρακτηρίζεται μορφολογικά από μεγάλες σύνθετες λέξεις. Βλ. αναλυτικές/συνθετικές γλώσσες. [< αγγλ. polysynthetic, γαλλ. polysynthétique]
41659πολυσύνθετος, η, ο πο-λυ-σύν-θε-τος επίθ. 1. που αποτελείται από πολλά μέρη ή στοιχεία: ~η: διάταξη. ~ο: φαινόμενο. Πβ. περί-, πολύ-πλοκος. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει πολλές ικανότητες, χαρίσματα σε πολλούς τομείς: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: προσωπικότητα. Πβ. πολυ-διάστατος, -σχιδής, -τάλαντος. 3. ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που σχηματίζεται με περισσότερα από δύο συνθετικά (π.χ. προπαροξύτονος). [< 1,3: μτγν. πολυσύνθετος]
41660πολυσυσκευασίαπο-λυ-συ-σκευ-α-σί-α ουσ. (θηλ.): πολλαπλή συσκευασία. [< αγγλ. multipack, 1965]
41661πολυσυσκευήπο-λυ-συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που ενσωματώνει σε μια μονάδα πολλές διαφορετικές λειτουργίες: ~ μαγειρέματος. Βλ. πολυ-κουζινάκι, -μηχάνημα.
41662πολυσύστημαπο-λυ-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό κυρ. σύστημα με σύνθετη δομή και πολλαπλές λειτουργίες. Bλ. ηχοσύστημα.
41663πολυσυστηματικός, ή, ό πο-λυ-συ-στη-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που προσβάλλει πολλαπλά οργανικά συστήματα: ~ή: καντιντίαση. Η κυστική ίνωση είναι ~ή. [< αγγλ. multisystemic, multisystem, 1950]
41664πολυσύχναστος, η, ο πο-λυ-σύ-χνα-στος επίθ.: (για τόπο) στον οποίο συχνάζουν πολλοί άνθρωποι: ~ος: δρόμος. ~η: αγορά/παραλία/περιοχή/πλατεία. ~ο: κέντρο. ~α: στέκια. Βλ. πολύβουος. ΑΝΤ. απόκεντρος, απόμερος, ερημικός (1) [< γαλλ. très fréquenté]
41665πολυσχιδής, ής, ές πο-λυ-σχι-δής επίθ. {πολυσχιδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που καλύπτει πολλά πεδία, πολύπλευρος: ~ής: δημιουργός. ~ής: προσωπικότητα. ~ές: έργο. ~είς: δραστηριότητες. Πβ. πολυ-διάστατος, -μερής, -σύνθετος. ● επίρρ.: πολυσχιδώς [-ῶς] [< αρχ. πολυσχιδής]
41666πολύσωμαπο-λύ-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. ομάδα ριβοσωμάτων που συνδέονται με ένα μόριο του αγγελιοφόρου RNA και συμβάλλουν στη σύνθεση των πρωτεϊνών. [< αγγλ. poly(ribo)some, 1962, γαλλ. ~, polyribosome, 1972]
41667πολυτάλαντος, η, ο πο-λυ-τά-λα-ντος επίθ.: που έχει πολλά ταλέντα: ~ος: δημιουργός/καλλιτέχνης/μουσικός. ~η: προσωπικότητα. ~ο: παιδί. Πβ. πολυσύνθετος, ταλαντούχος, χαρισματικός. ΑΝΤ. ατάλαντος [< πβ. μτγν. πολυτάλαντος ‘πολύ πλούσιος’]
41668πολυταξιδεμένος, η, ο πο-λυ-τα-ξι-δε-μέ-νος επίθ.: που έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη. Πβ. κοσμο-γυρισμένος, -πολίτης.
41669πολυταξικός, ή, ό πο-λυ-τα-ξι-κός επίθ.: που αποτελείται από πολλές κοινωνικές τάξεις ή χωρίζεται σε αυτές: ~ή: κοινότητα. Βλ. διαταξικός.
41670πολυτάραχος, η, ο πο-λυ-τά-ρα-χος επίθ. ΣΥΝ. πολυκύμαντος ΑΝΤ. ακύμαντος 1. που χαρακτηρίζεται από πολλές ταραχές ή/και διακυμάνσεις, περιπέτειες: ~η: εποχή. Πβ. ταραχώδης.|| (μτφ.) ~ος: βίος (= πολυκύμαντος). ~η: ιστορία. ~ο: παρελθόν/ταξίδι. Πβ. περιπετειώδης. 2. (για θάλασσα) που έχει πολλά κύματα, τρικυμιώδης. [< μτγν. πολυτάραχος]
41671πολυτασικός, ή, ό πο-λυ-τα-σι-κός επίθ.: που εκπροσωπεί, εκφράζει πολλές τάσεις: ~ός: (πολιτικός) χώρος. ~ή: κοινωνία. ~ό: κόμμα. Βλ. πολυσυλλεκτικός.
41672πολυτεκνίαπο-λυ-τε-κνί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του πολύτεκνου: βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ας. Μοριοδότηση λόγω ~ας. Βλ. ατεκνία. [< αρχ. πολυτεκνία]
41673πολυτεκνικός, ή, ό πο-λυ-τε-κνι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τον πολύτεκνο: ~ή: ιδιότητα. ~ό: επίδομα.
41674πολύτεκνος, η, ο πο-λύ-τε-κνος επίθ.: που έχει περισσότερα από τρία παιδιά: ~ος: πατέρας. ~η: μητέρα (βλ. πολύτοκος)/οικογένεια. Βλ. άτεκνος.|| (ως ουσ.-επίσ.) Επίδομα/σύλλογος ~έκνων. Νομοθεσία περί προστασίας ~έκνων. Βλ. τρίτεκνος, υπερ~. [< αρχ. πολύτεκνος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.