| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41675 | πολυτέλεια | πο-λυ-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. κατάσταση πλούτου, κατά την οποία κάποιος περιστοιχίζεται από ακριβά και συνήθ. υψηλής ποιότητας υλικά αγαθά, που του παρέχουν άνεση: Ζει/μεγάλωσε (μέσα) στην ~. ΣΥΝ. χλιδή.|| Η ~ της διακόσμησης/της κατασκευής/του χώρου. Βλ. λουξ, τρυφηλότητα, υπερ~. 2. (κατ' επέκτ.) αγαθό ή δραστηριότητα που προσφέρει ευχαρίστηση, έχει κόστος και συνήθ. δεν είναι αναγκαίο/α: Ξοδεύει χρήματα σε ~ες (= λούσα). Επέτρεψε στον εαυτό του την ~ να πάει διακοπές.|| Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι ~, αλλά ανάγκη. 3. αγαθό που δεν είναι προσιτό, διαθέσιμο στους πολλούς, επειδή δεν υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα ή επειδή είναι ακριβό: Το νερό είναι ~ για το 1/6 του πληθυσμού της Γης. Τείνει να γίνει ~. ● πολυτελείας: προϊόντα ή υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και κατ' επέκτ. ακριβός: αρώματα/αυτοκίνητα/διαμερίσματα/ενδύματα/ξενοδοχεία ~. Είδη ~.|| Τουρισμός ~. Φόρος ~ (: σε είδη ~ας). ● ΣΥΜΠΛ.: ψωμί πολυτελείας: λευκό, πολύ αφράτο ψωμί από αλεύρι καλής ποιότητας, ζάχαρη και συνήθ. βούτυρο., συνοδός/πόρνη πολυτελείας βλ. συνοδός ● ΦΡ.: (δεν) έχω την πολυτέλεια & (δεν) διαθέτω την πολυτέλεια: (δεν) έχω τη ευχέρεια, τα περιθώρια: Δεν έχουμε ~ ~ μιας ακόμα αποτυχίας/του χρόνου/να αδιαφορήσουμε. Έχει ~ ~ να επιλέγει. [< 1: αρχ. πολυτέλεια, γαλλ. luxe] | |
| 41676 | πολυτελής | , ής, ές πο-λυ-τε-λής επίθ. {πολυτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· πολυτελέστ-ερος, -ατος} 1. που χαρακτηρίζεται από πολυτέλεια, πλούσιος: ~ής: διακόσμηση/έκδοση/κατασκευή/κατοικία/συσκευασία. ~ές: αυτοκίνητο/διαμέρισμα/ξενοδοχείο. ~ή: κοσμήματα. Εξαιρετικά ~ (= υπερ~). Πβ. λουξ, λουσάτος, χλιδάτος. ΑΝΤ. λιτός, φτωχικός 2. (ειδικότ.) πολυδάπανος, πολυέξοδος: ~ής: βίος/γάμος/τρόπος ζωής. ~είς: αγορές/διακοπές. ~ή: γούστα. Πβ. ακριβός, δαπανηρός. ● επίρρ.: πολυτελώς [-ῶς] [< αρχ. πολυτελής, γαλλ. de luxe, luxueux] | |
| 41677 | πολυτεμαχισμένος | , η, ο πο-λυ-τε-μα-χι-σμέ-νος επίθ.: που έχει χωριστεί σε πολλά κομμάτια: ~ος: κλήρος. Πβ. κατακερματισμένος. | |
| 41678 | Πολυτεχνείο | [Πολυτεχνεῖο] Πο-λυ-τε-χνεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με βασική του αποστολή την προαγωγή των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας και την παροχή ανώτατης παιδείας διακεκριμένης ποιότητας: Εθνικό Μετσόβιο ~ (: ΕΜΠ). Οι σχολές του: Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανολόγων Μηχανικών, Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Χημικών Μηχανικών, Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών, Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών, Εφαρμοσμένων Μαθηματικών & Φυσικών Επιστημών. ~ Κρήτης. ΣΥΝ. Πολυτεχνική Σχολή. Βλ. Πανεπιστήμιο. 2. (συνεκδ.) το σύνολο των διδασκόντων, διδασκομένων, διοικητικών και λοιπών υπαλλήλων του συγκεκριμένου ιδρύματος· το κτίριο όπου στεγάζεται: Το ~ απεργεί/έχει κατάληψη.|| Συγκέντρωση στο ~. 3. με αναφορά στην εξέγερση του Πολυτεχνείου: οι αγωνιστές/τα γεγονότα/η γενιά/η γιορτή/η επέτειος/οι νεκροί του ~ου. ● ΣΥΜΠΛ.: η εξέγερση του Πολυτεχνείου: ΙΣΤ. αντιδικτατορική εκδήλωση (14-17 Νοεμβρίου 1973), που ξεκίνησε ως φοιτητική κατάληψη του ιστορικού κτιρίου του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και έληξε με την είσοδο άρματος μάχης στον χώρο του Ιδρύματος. [< γαλλ. (École) Polytechnique] | |
| 41679 | πολυτεχνειούπολη | πο-λυ-τε-χνει-ού-πο-λη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πολυτεχνειόπολη: συγκρότημα κτιριακών εγκαταστάσεων, π.χ. αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, σπουδαστήρια, φοιτητικές εστίες, αθλητικοί χώροι, χώροι αναψυχής, των σχολών Πολυτεχνείου: ~ Ζωγράφου. Βλ. πανεπιστημιούπολη, -ούπολη. | |
| 41680 | πολυτεχνικός | , ή, ό πο-λυ-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Πολυτεχνείο: ~ός: σύλλογος. ~ή: σχολή. ~ό: ινστιτούτο. [< γαλλ. polytechnique] | |
| 41681 | πολυτεχνίτης | πο-λυ-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πολυτεχνίτισσα} (προφ.): πρόσωπο που γνωρίζει πολλές τέχνες ή ασχολείται με αυτές. ΣΥΝ. πολύτεχνος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης βλ. ερημοσπίτης | |
| 41682 | πολύτεχνος | , η, ο πο-λύ-τε-χνος επίθ. 1. που συνδυάζει πολλές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης: ~η: παράσταση. 2. {ως ουσ.} πολυτεχνίτης. [< μτγν. πολύτεχνος] | |
| 41683 | πολυτηλέφωνο | πο-λυ-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. σμάρτφον. Πβ. άιφον. | |
| 41684 | πολύτιμος | , η, ο πο-λύ-τι-μος επίθ. 1. που έχει πολύ μεγάλη υλική, πνευματική ή ηθική αξία: ~ος: θησαυρός. ~η: νίκη/προσφορά. ~ο: αγαθό/δώρο/κόσμημα. ~α: έγγραφα/είδη. Η οικογένειά μου είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω στη ζωή μου. Πβ. ανεκτίμητος, βαρύτιμος. 2. που έχει πολύ μεγάλη χρησιμότητα, εξαιρετικά ωφέλιμος: ~ος: οδηγός/παίκτης/σύμβουλος/συνεργάτης/φίλος. ~η: βοήθεια/πληροφορία/συμβουλή/συνεισφορά/συνεργασία. ~ο: εργαλείο. Κερδίζω/χάνω ~ο χρόνο. Υπήρξε το πιο ~ο στέλεχος της επιχείρησης. Η ομάδα κατάφερε και πήρε ~ο βαθμό εκτός έδρας. Τον ευχαρίστησε για τις ~ες υπηρεσίες του. Η εμπειρία του αποδείχτηκε ~η στο νέο του επάγγελμα. Με την ~η συμβολή του ... Πβ. σημαντικός, σπουδαίος. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πολύτιμα/ευγενή μέταλλα βλ. μέταλλο, πολύτιμοι λίθοι βλ. λίθος [< μτγν. πολύτιμος] | |
| 41685 | πολυτιμότητα | πο-λυ-τι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολύτιμου: η ~ των βιβλίων. Πβ. σημαντικ-, σπουδαι-ότητα. | |
| 41686 | πολυτοκία | πο-λυ-το-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολύτοκου: Ο οργανισμός της έχει καταπονηθεί εξαιτίας της ~ας. Βλ. γονιμότητα, πολύδυμη κύηση, -τοκία. [< αρχ. πολυτοκία, αγγλ. polytoky] | |
| 41687 | πολύτοκος | , η, ο πο-λύ-το-κος επίθ. & πολυτόκος, ος, ο (λόγ.) : που έχει γεννήσει πολλά παιδιά ή νεογνά: ~ες: γυναίκες (βλ. πολύτεκνος). ~α: ζώα. Βλ. -τοκος. [< αρχ. πολυτόκος, αγγλ. polytocous] | |
| 41688 | πολύτομος | , η, ο βλ. πολυ-, -τομος | |
| 41689 | πολυτονικός | , ή, ό πο-λυ-το-νι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το πολυτονικό: ~ή: έκδοση. ~ό: κείμενο.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ή: γραμματοσειρά. ~ό: πληκτρολόγιο. Βιβλίο σε ~ή μορφή. Βλ. ατονικός2, μονοτονικός. 2. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην πολυτονικότητα: ~ός: ήχος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυτονικό (σύστημα): ΓΡΑΜΜ. παλαιότερο σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, που χρησιμοποιούσε τα τονικά σημάδια και τα πνεύματα της αρχαίας. Βλ. βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, ψιλή. ΑΝΤ. μονοτονικό (σύστημα) [< 2: γαλλ. polytonal, 1908, αγγλ. ~, 1923] | |
| 41690 | πολυτονικότητα | πο-λυ-το-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. οργάνωση της μελωδίας μουσικού κομματιού γύρω από δύο ή περισσότερες τονικότητες ταυτόχρονα. [< γαλλ. polytonalité, 1922, αγγλ. polytonality, 1923] | |
| 41691 | πολυτοξικομανία | πο-λυ-το-ξι-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συνδυασμένη χρήση ναρκωτικών ουσιών. [< γαλλ. polytoxicomanie, 1974] | |
| 41692 | πολυτραβώ | [πολυτραβῶ] πο-λυ-τρα-βώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυτράβ-ηξε} & πολυτραβάω (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) τραβώ πολύ: Μην ~άς τα μαλλιά σου!|| (μτφ.) Δεν ~άει το πράγμα (= δεν εξελίσσεται). Δεν με ~άει (= δεν με ελκύει) αυτό το άθλημα. Δεν ~ηξε η συζήτηση (= δεν είχε μεγάλη διάρκεια, πβ. παρατραβάει). | |
| 41693 | πολυτραυματίας | πο-λυ-τραυ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. αυτός που φέρει πολλαπλά, συνήθ. σοβαρά τραύματα: ~ τροχαίου. [< γαλλ. polytraumatisé, περ. 1950] | |
| 41694 | πολυτρίχι | πο-λυ-τρί-χι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. φτέρη (επιστ. ονομασ. adiantum capillus veneris), με πολύ λεπτά, μακριά, πράσινα φύλλα σαν τρίχες και λεπτό, μαύρο ή καστανό μίσχο χωρίς λουλούδια. [< μεσν. πολυτρίχι(ον) < μτγν. πολύτριχον, γαλλ. polytric, αγγλ. polytrich] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ