| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41695 | πολυτροπικός | , ή, ό πο-λυ-τρο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυτροπικότητα: ~ή: ανάλυση (διαλόγου)/επικοινωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυτροπικό κείμενο βλ. κείμενο [< αγγλ. multimodal, γαλλ. ~, 1902] | |
| 41696 | πολυτροπικότητα | πο-λυ-τρο-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): μορφή παρουσίασης κειμένου που περιλαμβάνει και συνδυάζει περισσότερους από έναν σημειωτικούς τρόπους: η ~ των κειμένων. Βλ. -ότητα, πολυγραμματισμός. [< αγγλ. multimodality, 1932] | |
| 41697 | πολύτροπος | , η, ο πο-λύ-τρο-πος επίθ. 1. που λειτουργεί με πολλούς τρόπους ή έχει πολλές μορφές: (ΤΗΛΕΠ.) ~η: (οπτική) ίνα. ~α: καλώδια. ΑΝΤ. μονότροπος 2. (για πρόσ.) επινοητικός, πολυμήχανος, ευρηματικός: ~ος: συγγραφέας. (κατ' επέκτ.) ~η: σκέψη. ● επίρρ.: πολυτρόπως [< 2: αρχ. πολύτροπος, αγγλ. multimode,1903, polytropic] | |
| 41698 | πολυτυπία | πο-λυ-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η ύπαρξη περισσότερων του ενός γραμματικών τύπων λέξης. Π.χ. "έλεγαν" και "λέγανε". ΑΝΤ. μονοτυπία (3) 2. ποικιλία: ~ κτιρίων. Πβ. πολυμορφία. | |
| 41699 | πολύτυπος | , η, ο πο-λύ-τυ-πος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για λιπαντικά) που διατηρούν σταθερή ρευστότητα σε όλο το φάσμα θερμοκρασιών του κινητήρα: ~α: λάδια (αυτοκινήτων). Βλ. -τυπος1. [< αγγλ. multigrade, 1959] | |
| 41700 | πολυύμνητος | , η, ο πο-λυ-ύ-μνη-τος επίθ. (λόγ.): που έχει εγκωμιαστεί: ~ο: κατόρθωμα. Πβ. ξακουστός, ονομαστός. [< αρχ. πολυύμνητος] | |
| 41701 | πολυφαγάς | πο-λυ-φα-γάς ουσ. (αρσ.) {θηλ. πολυφαγού} & (λόγ.) πολυφάγος (επιτατ.): πρόσωπο που τρώει πολύ, λαίμαργος. Πβ. αδηφάγος. Βλ. μονοφαγάς. ΣΥΝ. φαγάς [< μεσν. πολυφαγάς· αρχ. πολυφάγος] | |
| 41702 | πολυφαγία | πο-λυ-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κατανάλωση υπερβολικά μεγάλης ποσότητας φαγητού: βουλιμική/επεισοδιακή ~. Πβ. αδηφαγία, υπερφαγία. Βλ. πολυδιψία. 2. η ιδιότητα του πολυφαγά. [< αρχ. πολυφαγία, αγγλ. polyphagia, γαλλ. polyphagie] | |
| 41703 | πολυφάγος | βλ. πολυφαγάς | |
| 41704 | πολυφαινόλες | πο-λυ-φαι-νό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυφαινόλη}: ΧΗΜ. φυτικές ουσίες που έχουν αντιοξειδωτική δράση και χρησιμοποιούνται κυρ. για την καταπολέμηση των καρδιακών παθήσεων και του καρκίνου. Πβ. κατεχίνες, φλαβονοειδή. [< αγγλ. polyphenol, γαλλ. polyphénol, 1945] | |
| 41705 | πολυφαρμακία | πο-λυ-φαρ-μα-κί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. υπερβολική και ταυτόχρονη λήψη πολλών φαρμακευτικών ουσιών, συνήθ. πάνω από τέσσερα φάρμακα σε καθημερινή βάση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται παρενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και θάνατο: Πρέπει να αποφεύγεται η ~. Περιορισμός της ~ας. Βλ. πολυνοσηρότητα, κοκτέιλ. 2. ύπαρξη παρόμοιων φαρμάκων για την αντιμετώπιση της ίδιας ασθένειας. [< γαλλ. polypharmacie, αγγλ. polypharmacy] | |
| 41706 | πολυφασικός | , ή, ό πο-λυ-φα-σι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που παράγει, φέρει εναλλασσόμενο ρεύμα, το οποίο εμφανίζει διαφορά φάσης ή λειτουργεί με αυτό: ~ή: ροή. ~ό: σύστημα. Βλ. δι-, τρι-φασικός. ΑΝΤ. μονοφασικός 2. που εξελίσσεται σε πολλά στάδια: ~ό: θεραπευτικό πρόγραμμα. [< γαλλ. polyphasé, αγγλ. polyphase] | |
| 41707 | πολυφασματικός | , ή, ό πο-λυ-φα-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με διάφορα τμήματα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος: ~ή: ανάλυση/απεικόνιση. ~ά: δεδομένα.|| ~ή: κάμερα. 2. (μτφ.) πολύπλευρος, πολυδιάστατος: ~ή: προσωπικότητα. Πβ. πολύμορφος, πολυπρισματικός. [< 1: αγγλ. multispectral, 1965 2: πβ. μτγν. πολυφάσματος] | |
| 41708 | πολύφερνος | , η, ο πο-λύ-φερ-νος επίθ. (λόγ.): (συνήθ. για γυναίκα) που είναι περιζήτητη για γάμο, κυρ. λόγω της μεγάλης προίκας της· κατ' επέκτ. περιζήτητος: ~η: νύφη.|| ~ος: γαμπρός/εργένης.|| ~ος: ηθοποιός. [< μτγν. πολύφερνος] | |
| 41709 | πολύφημος | , η, ο πο-λύ-φη-μος επίθ. (λόγ.) & πολυφημισμένος: περίφημος, με μεγάλη φήμη: ~ος: καλλιτέχνης/ναός. [< αρχ. πολύφημος] | |
| 41710 | πολυφίλητος | , η, ο πο-λυ-φί-λη-τος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ αγαπητός: ~η: πόλη. [< μτγν. πολυφίλητος] | |
| 41711 | πολυφορεμένος | , η, ο πο-λυ-φο-ρε-μέ-νος επίθ. 1. (για ένδυμα ή υπόδημα) που έχει φορεθεί πολύ. 2. (μτφ.-ειρων.) που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ, ιδιαίτερα διαδεδομένος: ~η: ατάκα/λέξη. ~ες: ιδέες. ΣΥΝ. χιλιοφορεμένος | |
| 41712 | πολυφυλετικός | , ή, ό πο-λυ-φυ-λε-τι-κός επίθ. 1. που περιέχει πολλές φυλές: ~ή: κοινωνία. ~ό: μωσαϊκό (περιοχής/πόλης). Πβ. πολυεθνοτικός. 2. ΒΙΟΛ. που κατάγεται από περισσότερα του ενός προγονικά είδη: ~ό: γένος. [< 1: αγγλ. multiracial, 1923, γαλλ. ~, 1965 2: γερμ. polyphyletisch, αγγλ. polyphyletic] | |
| 41713 | πολυφυλετισμός | πο-λυ-φυ-λε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνύπαρξη διαφορετικών φυλών σε μια κοινωνία: Ο ~ αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. ~ και διαφορετικότητα. 2. ΒΙΟΛ. η ιδιότητα του πολυφυλετικού. Βλ. -ισμός. [< 1: αγγλ. multiracialism, γαλλ. multiracialisme 2: αγγλ. polyphylesis, polyphyletism, 1969] | |
| 41714 | πολύφυλλος | , η, ο βλ. πολυ-, -φυλλος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ