Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42260-42280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41685πολυτιμότηταπο-λυ-τι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολύτιμου: η ~ των βιβλίων. Πβ. σημαντικ-, σπουδαι-ότητα.
41686πολυτοκίαπο-λυ-το-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολύτοκου: Ο οργανισμός της έχει καταπονηθεί εξαιτίας της ~ας. Βλ. γονιμότητα, πολύδυμη κύηση, -τοκία. [< αρχ. πολυτοκία, αγγλ. polytoky]
41687πολύτοκος, η, ο πο-λύ-το-κος επίθ. & πολυτόκος, ος, ο (λόγ.) : που έχει γεννήσει πολλά παιδιά ή νεογνά: ~ες: γυναίκες (βλ. πολύτεκνος). ~α: ζώα. Βλ. -τοκος. [< αρχ. πολυτόκος, αγγλ. polytocous]
41688πολύτομος, η, ο βλ. πολυ-, -τομος
41689πολυτονικός, ή, ό πο-λυ-το-νι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το πολυτονικό: ~ή: έκδοση. ~ό: κείμενο.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ή: γραμματοσειρά. ~ό: πληκτρολόγιο. Βιβλίο σε ~ή μορφή. Βλ. ατονικός2, μονοτονικός. 2. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην πολυτονικότητα: ~ός: ήχος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυτονικό (σύστημα): ΓΡΑΜΜ. παλαιότερο σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, που χρησιμοποιούσε τα τονικά σημάδια και τα πνεύματα της αρχαίας. Βλ. βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, ψιλή. ΑΝΤ. μονοτονικό (σύστημα) [< 2: γαλλ. polytonal, 1908, αγγλ. ~, 1923]
41690πολυτονικότηταπο-λυ-το-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. οργάνωση της μελωδίας μουσικού κομματιού γύρω από δύο ή περισσότερες τονικότητες ταυτόχρονα. [< γαλλ. polytonalité, 1922, αγγλ. polytonality, 1923]
41691πολυτοξικομανίαπο-λυ-το-ξι-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συνδυασμένη χρήση ναρκωτικών ουσιών. [< γαλλ. polytoxicomanie, 1974]
41692πολυτραβώ[πολυτραβῶ] πο-λυ-τρα-βώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πολυτράβ-ηξε} & πολυτραβάω (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) τραβώ πολύ: Μην ~άς τα μαλλιά σου!|| (μτφ.) Δεν ~άει το πράγμα (= δεν εξελίσσεται). Δεν με ~άει (= δεν με ελκύει) αυτό το άθλημα. Δεν ~ηξε η συζήτηση (= δεν είχε μεγάλη διάρκεια, πβ. παρατραβάει).
41693πολυτραυματίαςπο-λυ-τραυ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. αυτός που φέρει πολλαπλά, συνήθ. σοβαρά τραύματα: ~ τροχαίου. [< γαλλ. polytraumatisé, περ. 1950]
41694πολυτρίχιπο-λυ-τρί-χι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. φτέρη (επιστ. ονομασ. adiantum capillus veneris), με πολύ λεπτά, μακριά, πράσινα φύλλα σαν τρίχες και λεπτό, μαύρο ή καστανό μίσχο χωρίς λουλούδια. [< μεσν. πολυτρίχι(ον) < μτγν. πολύτριχον, γαλλ. polytric, αγγλ. polytrich]
41695πολυτροπικός, ή, ό πο-λυ-τρο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυτροπικότητα: ~ή: ανάλυση (διαλόγου)/επικοινωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυτροπικό κείμενο βλ. κείμενο [< αγγλ. multimodal, γαλλ. ~, 1902]
41696πολυτροπικότηταπο-λυ-τρο-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): μορφή παρουσίασης κειμένου που περιλαμβάνει και συνδυάζει περισσότερους από έναν σημειωτικούς τρόπους: η ~ των κειμένων. Βλ. -ότητα, πολυγραμματισμός. [< αγγλ. multimodality, 1932]
41697πολύτροπος, η, ο πο-λύ-τρο-πος επίθ. 1. που λειτουργεί με πολλούς τρόπους ή έχει πολλές μορφές: (ΤΗΛΕΠ.) ~η: (οπτική) ίνα. ~α: καλώδια. ΑΝΤ. μονότροπος 2. (για πρόσ.) επινοητικός, πολυμήχανος, ευρηματικός: ~ος: συγγραφέας. (κατ' επέκτ.) ~η: σκέψη. ● επίρρ.: πολυτρόπως [< 2: αρχ. πολύτροπος, αγγλ. multimode,1903, polytropic]
41698πολυτυπίαπο-λυ-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η ύπαρξη περισσότερων του ενός γραμματικών τύπων λέξης. Π.χ. "έλεγαν" και "λέγανε". ΑΝΤ. μονοτυπία (3) 2. ποικιλία: ~ κτιρίων. Πβ. πολυμορφία.
41699πολύτυπος, η, ο πο-λύ-τυ-πος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για λιπαντικά) που διατηρούν σταθερή ρευστότητα σε όλο το φάσμα θερμοκρασιών του κινητήρα: ~α: λάδια (αυτοκινήτων). Βλ. -τυπος1. [< αγγλ. multigrade, 1959]
41700πολυύμνητος, η, ο πο-λυ-ύ-μνη-τος επίθ. (λόγ.): που έχει εγκωμιαστεί: ~ο: κατόρθωμα. Πβ. ξακουστός, ονομαστός. [< αρχ. πολυύμνητος]
41701πολυφαγάςπο-λυ-φα-γάς ουσ. (αρσ.) {θηλ. πολυφαγού} & (λόγ.) πολυφάγος (επιτατ.): πρόσωπο που τρώει πολύ, λαίμαργος. Πβ. αδηφάγος. Βλ. μονοφαγάς. ΣΥΝ. φαγάς [< μεσν. πολυφαγάς· αρχ. πολυφάγος]
41702πολυφαγίαπο-λυ-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κατανάλωση υπερβολικά μεγάλης ποσότητας φαγητού: βουλιμική/επεισοδιακή ~. Πβ. αδηφαγία, υπερφαγία. Βλ. πολυδιψία. 2. η ιδιότητα του πολυφαγά. [< αρχ. πολυφαγία, αγγλ. polyphagia, γαλλ. polyphagie]
41703πολυφάγοςβλ. πολυφαγάς
41704πολυφαινόλεςπο-λυ-φαι-νό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυφαινόλη}: ΧΗΜ. φυτικές ουσίες που έχουν αντιοξειδωτική δράση και χρησιμοποιούνται κυρ. για την καταπολέμηση των καρδιακών παθήσεων και του καρκίνου. Πβ. κατεχίνες, φλαβονοειδή. [< αγγλ. polyphenol, γαλλ. polyphénol, 1945]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.