Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42280-42300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41705πολυφαρμακίαπο-λυ-φαρ-μα-κί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. υπερβολική και ταυτόχρονη λήψη πολλών φαρμακευτικών ουσιών, συνήθ. πάνω από τέσσερα φάρμακα σε καθημερινή βάση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται παρενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και θάνατο: Πρέπει να αποφεύγεται η ~. Περιορισμός της ~ας. Βλ. πολυνοσηρότητα, κοκτέιλ. 2. ύπαρξη παρόμοιων φαρμάκων για την αντιμετώπιση της ίδιας ασθένειας. [< γαλλ. polypharmacie, αγγλ. polypharmacy]
41706πολυφασικός, ή, ό πο-λυ-φα-σι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που παράγει, φέρει εναλλασσόμενο ρεύμα, το οποίο εμφανίζει διαφορά φάσης ή λειτουργεί με αυτό: ~ή: ροή. ~ό: σύστημα. Βλ. δι-, τρι-φασικός. ΑΝΤ. μονοφασικός 2. που εξελίσσεται σε πολλά στάδια: ~ό: θεραπευτικό πρόγραμμα. [< γαλλ. polyphasé, αγγλ. polyphase]
41707πολυφασματικός, ή, ό πο-λυ-φα-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με διάφορα τμήματα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος: ~ή: ανάλυση/απεικόνιση. ~ά: δεδομένα.|| ~ή: κάμερα. 2. (μτφ.) πολύπλευρος, πολυδιάστατος: ~ή: προσωπικότητα. Πβ. πολύμορφος, πολυπρισματικός. [< 1: αγγλ. multispectral, 1965 2: πβ. μτγν. πολυφάσματος]
41708πολύφερνος, η, ο πο-λύ-φερ-νος επίθ. (λόγ.): (συνήθ. για γυναίκα) που είναι περιζήτητη για γάμο, κυρ. λόγω της μεγάλης προίκας της· κατ' επέκτ. περιζήτητος: ~η: νύφη.|| ~ος: γαμπρός/εργένης.|| ~ος: ηθοποιός. [< μτγν. πολύφερνος]
41709πολύφημος, η, ο πο-λύ-φη-μος επίθ. (λόγ.) & πολυφημισμένος: περίφημος, με μεγάλη φήμη: ~ος: καλλιτέχνης/ναός. [< αρχ. πολύφημος]
41710πολυφίλητος, η, ο πο-λυ-φί-λη-τος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ αγαπητός: ~η: πόλη. [< μτγν. πολυφίλητος]
41711πολυφορεμένος, η, ο πο-λυ-φο-ρε-μέ-νος επίθ. 1. (για ένδυμα ή υπόδημα) που έχει φορεθεί πολύ. 2. (μτφ.-ειρων.) που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ, ιδιαίτερα διαδεδομένος: ~η: ατάκα/λέξη. ~ες: ιδέες. ΣΥΝ. χιλιοφορεμένος
41712πολυφυλετικός, ή, ό πο-λυ-φυ-λε-τι-κός επίθ. 1. που περιέχει πολλές φυλές: ~ή: κοινωνία. ~ό: μωσαϊκό (περιοχής/πόλης). Πβ. πολυεθνοτικός. 2. ΒΙΟΛ. που κατάγεται από περισσότερα του ενός προγονικά είδη: ~ό: γένος. [< 1: αγγλ. multiracial, 1923, γαλλ. ~, 1965 2: γερμ. polyphyletisch, αγγλ. polyphyletic]
41713πολυφυλετισμόςπο-λυ-φυ-λε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνύπαρξη διαφορετικών φυλών σε μια κοινωνία: Ο ~ αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. ~ και διαφορετικότητα. 2. ΒΙΟΛ. η ιδιότητα του πολυφυλετικού. Βλ. -ισμός. [< 1: αγγλ. multiracialism, γαλλ. multiracialisme 2: αγγλ. polyphylesis, polyphyletism, 1969]
41714πολύφυλλος, η, ο βλ. πολυ-, -φυλλος
41715πολυφωνίαπο-λυ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πλουραλισμός: γλωσσική/επιστημονική/πολιτική/πολιτιστική ~. ΑΝΤ. μονοφωνία (3) 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση που χαρακτηρίζεται από πολλές μελωδικές γραμμές. Βλ. μονοφωνία, πολυτονικότητα. 3. ΜΟΥΣ. τραγούδι που τραγουδιέται από πολλές φωνές: ηπειρώτικες ~ες. Βλ. -φωνία. [< μτγν. πολυφωνία 'ποικιλία φθόγγων', γαλλ. polyphonie, αγγλ. polyphony]
41716πολυφωνικός, ή, ό πο-λυ-φω-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που εκφράζει πολλές πλευρές, απόψεις τάσεις: ~ή: έκφραση/ενημέρωση. ΣΥΝ. πλουραλιστικός ΑΝΤ. μονοφωνικός 2. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την πολυφωνία: ~ή: μελωδία/χορωδία. ~ό: συγκρότημα/τραγούδι. ΣΥΝ. πολύφωνος 3. ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από πολλούς και διαφορετικούς ήχους: ~ός: ήχος κλήσης. Βλ. -φωνικός. ● επίρρ.: πολυφωνικά [< γαλλ. polyphonique, αγγλ. polyphonic]
41717πολύφωνος, η, ο πο-λύ-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. πολυφωνικός. Βλ. -φωνος. [< αρχ. πολύφωνος ‘(για πουλιά) που βγάζει ποικίλους φθόγγους’, αγγλ. polyphonous]
41718πολύφωτος, η, ο πο-λύ-φω-τος επίθ.: που βγάζει πολύ φως: ~η: λυχνία. Βλ. -φωτος. ● Ουσ.: πολύφωτο (το): είδος φωτιστικού με πολλές λάμπες: κρυστάλλινο ~ οροφής. Πβ. πολυέλαιος. Βλ. μονόφωτο. [< μεσν. πολύφωτον 'πολυκάντηλο'] [< μτγν. πολύφωτος]
41719πολυχάπιπο-λυ-χά-πι ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. χάπι που περιέχει ποικίλες φαρμακευτικές ουσίες και προστατεύει κυρ. από καρδιαγγειακά νοσήματα.
41720πολυχλωριωμένος, η, ο πο-λυ-χλω-ρι-ω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυχλωριωμένα διφαινύλια βλ. διφαινύλιο [< αγγλ. polychlorinated, 1935]
41721πολύχορδος, η, ο πο-λύ-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. (για μουσικό όργανο) που έχει πολλές χορδές. Βλ. -χορδος. [< μτγν. πολύχορδος]
41722πολυχρησίαπο-λυ-χρη-σί-α ουσ. (θηλ.): συχνή και μακρόχρονη χρήση αντικειμένου: Εξαρτήματα φθαρμένα από την ~. Υπέστη φθορές λόγω ~ας. ΑΝΤ. αχρησία (1)
41723πολυχρηστικός, ή, ό πο-λυ-χρη-στι-κός επίθ.: που έχει πολλές χρήσεις: ~ός: εκτυπωτής/χώρος. ~ό: σύστημα.|| ~ό: μοντέλο/όχημα (: που προσφέρει τη δυνατότητα πολλαπλής αξιοποίησης των χαρακτηριστικών του). Βλ. πολυμορφικός.|| ~ός: υπολογιστής (: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από περισσότερα του ενός άτομα και είναι προσβάσιμος από περισσότερα του ενός τερματικά ταυτόχρονα). [< αγγλ. multiuse, 1912, multiuser, 1964]
41724πολυχρηστικότηταπο-λυ-χρη-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυχρηστικού.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.