Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42280-42300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41715πολυφωνίαπο-λυ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πλουραλισμός: γλωσσική/επιστημονική/πολιτική/πολιτιστική ~. ΑΝΤ. μονοφωνία (3) 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση που χαρακτηρίζεται από πολλές μελωδικές γραμμές. Βλ. μονοφωνία, πολυτονικότητα. 3. ΜΟΥΣ. τραγούδι που τραγουδιέται από πολλές φωνές: ηπειρώτικες ~ες. Βλ. -φωνία. [< μτγν. πολυφωνία 'ποικιλία φθόγγων', γαλλ. polyphonie, αγγλ. polyphony]
41716πολυφωνικός, ή, ό πο-λυ-φω-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που εκφράζει πολλές πλευρές, απόψεις τάσεις: ~ή: έκφραση/ενημέρωση. ΣΥΝ. πλουραλιστικός ΑΝΤ. μονοφωνικός 2. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την πολυφωνία: ~ή: μελωδία/χορωδία. ~ό: συγκρότημα/τραγούδι. ΣΥΝ. πολύφωνος 3. ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από πολλούς και διαφορετικούς ήχους: ~ός: ήχος κλήσης. Βλ. -φωνικός. ● επίρρ.: πολυφωνικά [< γαλλ. polyphonique, αγγλ. polyphonic]
41717πολύφωνος, η, ο πο-λύ-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. πολυφωνικός. Βλ. -φωνος. [< αρχ. πολύφωνος ‘(για πουλιά) που βγάζει ποικίλους φθόγγους’, αγγλ. polyphonous]
41718πολύφωτος, η, ο πο-λύ-φω-τος επίθ.: που βγάζει πολύ φως: ~η: λυχνία. Βλ. -φωτος. ● Ουσ.: πολύφωτο (το): είδος φωτιστικού με πολλές λάμπες: κρυστάλλινο ~ οροφής. Πβ. πολυέλαιος. Βλ. μονόφωτο. [< μεσν. πολύφωτον 'πολυκάντηλο'] [< μτγν. πολύφωτος]
41719πολυχάπιπο-λυ-χά-πι ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. χάπι που περιέχει ποικίλες φαρμακευτικές ουσίες και προστατεύει κυρ. από καρδιαγγειακά νοσήματα.
41720πολυχλωριωμένος, η, ο πο-λυ-χλω-ρι-ω-μέ-νος επίθ.: ΧΗΜ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυχλωριωμένα διφαινύλια βλ. διφαινύλιο [< αγγλ. polychlorinated, 1935]
41721πολύχορδος, η, ο πο-λύ-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. (για μουσικό όργανο) που έχει πολλές χορδές. Βλ. -χορδος. [< μτγν. πολύχορδος]
41722πολυχρησίαπο-λυ-χρη-σί-α ουσ. (θηλ.): συχνή και μακρόχρονη χρήση αντικειμένου: Εξαρτήματα φθαρμένα από την ~. Υπέστη φθορές λόγω ~ας. ΑΝΤ. αχρησία (1)
41723πολυχρηστικός, ή, ό πο-λυ-χρη-στι-κός επίθ.: που έχει πολλές χρήσεις: ~ός: εκτυπωτής/χώρος. ~ό: σύστημα.|| ~ό: μοντέλο/όχημα (: που προσφέρει τη δυνατότητα πολλαπλής αξιοποίησης των χαρακτηριστικών του). Βλ. πολυμορφικός.|| ~ός: υπολογιστής (: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από περισσότερα του ενός άτομα και είναι προσβάσιμος από περισσότερα του ενός τερματικά ταυτόχρονα). [< αγγλ. multiuse, 1912, multiuser, 1964]
41724πολυχρηστικότηταπο-λυ-χρη-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυχρηστικού.
41725πολυχρονεμένος, η, ο πο-λυ-χρο-νε-μέ-νος επίθ. (λαϊκό-παρωχ.): (στην Τουρκοκρατία-ως προσφών. αξιωματούχου) που του εύχονται να είναι πολύχρονος: ~ε αφέντη μου! [< μεσν. πολυχρονεμένος]
41726πολυχρόνιος, α, ο πο-λυ-χρό-νι-ος επίθ.: πολύχρονος: ~α: ασθένεια. ● Ουσ.: πολυχρόνιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. δέηση για τη μακροημέρευση εκκλησιαστικών κυρ. αρχόντων: Ψάλλεται το ~. ΣΥΝ. πολυχρονισμός [< μεσν. πολυχρόνιον] [< αρχ. πολυχρόνιος]
41727πολυχρονισμόςπο-λυ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. πολυχρόνιο: ~ του Οικουμενικού Πατριάρχη. Βλ. -ισμός. [< μεσν. πολυχρονισμός]
41728πολύχρονος, η, ο πο-λύ-χρο-νος επίθ. 1. που έχει μεγάλη χρονική διάρκεια: ~ος: αγώνας. ~η: ασθένεια/δραστηριότητα/εμπειρία/έρευνα/μάχη/συνεργασία. ~ο: αίτημα/έργο/πρόβλημα. ~ες: σχέσεις. Πβ. μακροχρόνιος, πολυετής. ΣΥΝ. πολυχρόνιος 2. ως ευχή σε κάποιο πρόσωπο για να ζήσει πολλά χρόνια, συνήθ. επειδή έχει γενέθλια: ~ και να τα εκατοστίσεις. ~η και ευτυχισμένη. Βλ. -χρονος. [< 1: μτγν. πολύχρονος]
41729πολύχρυσος, η, ο πο-λύ-χρυ-σος επίθ.: που έχει πολύ χρυσό, πολύ πλούτο: ~ες: Μυκήνες. [< αρχ. πολύχρυσος]
41730πολυχρωματικόςπο-λυ-χρω-μα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. μονοχρωματικός 1. (κυριολ. κ. μτφ.) πολύχρωμος: ~ή: εικόνα.|| ~ή: κοινωνία. 2. ΦΥΣ. που περιέχει πολλά μήκη κύματος: ~ή: ακτινοβολία. ● επίρρ.: πολυχρωματικά [< αγγλ. polychromatic]
41731πολυχρωμίαπο-λυ-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. το να είναι χρωματισμένο κάτι με πολλά χρώματα: Οι ζωγραφικές του συνθέσεις χαρακτηρίζονται από ~. ΣΥΝ. ποικιλοχρωμία ΑΝΤ. μονοχρωμία 2. (μτφ.) ποικιλία, πληθώρα: ~ απόψεων. 3. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική εκτύπωσης με μείξη πολλών, βασικών συνήθ., χρωμάτων. Βλ. -χρωμία. [< γαλλ. polychromie, αγγλ. polychromia]
41732πολύχρωμος, η, ο πο-λύ-χρω-μος επίθ. ΣΥΝ. ποικιλόχρωμος 1. που έχει πολλά χρώματα: ~ος: πίνακας. ~η: εικονογράφηση/ταπετσαρία. ~ο: βιβλίο. ~ες: μπογιές/πέτρες. ~α: λουλούδια/πουλιά/σχέδια/υφάσματα. Πβ. πλουμιστός. Βλ. ζωηρόχρωμος, παρδαλός, -χρωμος. ΑΝΤ. μονόχρωμος 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ποικιλία: ~η: εκδήλωση/κοινωνία. ΣΥΝ. πολυχρωματικός (1) ● επίρρ.: πολύχρωμα [< μτγν. πολύχρωμος, γαλλ.-αγγλ. polychrome]
41733πολύχυμος, η, ο πο-λύ-χυ-μος επίθ. (λόγ.): ζουμερός, χυμώδης: ~ο: φρούτο.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: γλώσσα/παράδοση (= πλούσια). [< μτγν. πολύχυμος]
41734πολυχωνεύωπο-λυ-χω-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {πολυχώνεψα} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) συμπαθώ πολύ: Μην τους προσκαλείς στο σπίτι, γιατί δεν τους ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.