Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42300-42320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41725πολυχρονεμένος, η, ο πο-λυ-χρο-νε-μέ-νος επίθ. (λαϊκό-παρωχ.): (στην Τουρκοκρατία-ως προσφών. αξιωματούχου) που του εύχονται να είναι πολύχρονος: ~ε αφέντη μου! [< μεσν. πολυχρονεμένος]
41726πολυχρόνιος, α, ο πο-λυ-χρό-νι-ος επίθ.: πολύχρονος: ~α: ασθένεια. ● Ουσ.: πολυχρόνιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. δέηση για τη μακροημέρευση εκκλησιαστικών κυρ. αρχόντων: Ψάλλεται το ~. ΣΥΝ. πολυχρονισμός [< μεσν. πολυχρόνιον] [< αρχ. πολυχρόνιος]
41727πολυχρονισμόςπο-λυ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. πολυχρόνιο: ~ του Οικουμενικού Πατριάρχη. Βλ. -ισμός. [< μεσν. πολυχρονισμός]
41728πολύχρονος, η, ο πο-λύ-χρο-νος επίθ. 1. που έχει μεγάλη χρονική διάρκεια: ~ος: αγώνας. ~η: ασθένεια/δραστηριότητα/εμπειρία/έρευνα/μάχη/συνεργασία. ~ο: αίτημα/έργο/πρόβλημα. ~ες: σχέσεις. Πβ. μακροχρόνιος, πολυετής. ΣΥΝ. πολυχρόνιος 2. ως ευχή σε κάποιο πρόσωπο για να ζήσει πολλά χρόνια, συνήθ. επειδή έχει γενέθλια: ~ και να τα εκατοστίσεις. ~η και ευτυχισμένη. Βλ. -χρονος. [< 1: μτγν. πολύχρονος]
41729πολύχρυσος, η, ο πο-λύ-χρυ-σος επίθ.: που έχει πολύ χρυσό, πολύ πλούτο: ~ες: Μυκήνες. [< αρχ. πολύχρυσος]
41730πολυχρωματικόςπο-λυ-χρω-μα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. μονοχρωματικός 1. (κυριολ. κ. μτφ.) πολύχρωμος: ~ή: εικόνα.|| ~ή: κοινωνία. 2. ΦΥΣ. που περιέχει πολλά μήκη κύματος: ~ή: ακτινοβολία. ● επίρρ.: πολυχρωματικά [< αγγλ. polychromatic]
41731πολυχρωμίαπο-λυ-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. το να είναι χρωματισμένο κάτι με πολλά χρώματα: Οι ζωγραφικές του συνθέσεις χαρακτηρίζονται από ~. ΣΥΝ. ποικιλοχρωμία ΑΝΤ. μονοχρωμία 2. (μτφ.) ποικιλία, πληθώρα: ~ απόψεων. 3. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική εκτύπωσης με μείξη πολλών, βασικών συνήθ., χρωμάτων. Βλ. -χρωμία. [< γαλλ. polychromie, αγγλ. polychromia]
41732πολύχρωμος, η, ο πο-λύ-χρω-μος επίθ. ΣΥΝ. ποικιλόχρωμος 1. που έχει πολλά χρώματα: ~ος: πίνακας. ~η: εικονογράφηση/ταπετσαρία. ~ο: βιβλίο. ~ες: μπογιές/πέτρες. ~α: λουλούδια/πουλιά/σχέδια/υφάσματα. Πβ. πλουμιστός. Βλ. ζωηρόχρωμος, παρδαλός, -χρωμος. ΑΝΤ. μονόχρωμος 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ποικιλία: ~η: εκδήλωση/κοινωνία. ΣΥΝ. πολυχρωματικός (1) ● επίρρ.: πολύχρωμα [< μτγν. πολύχρωμος, γαλλ.-αγγλ. polychrome]
41733πολύχυμος, η, ο πο-λύ-χυ-μος επίθ. (λόγ.): ζουμερός, χυμώδης: ~ο: φρούτο.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: γλώσσα/παράδοση (= πλούσια). [< μτγν. πολύχυμος]
41734πολυχωνεύωπο-λυ-χω-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {πολυχώνεψα} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) συμπαθώ πολύ: Μην τους προσκαλείς στο σπίτι, γιατί δεν τους ~.
41735πολυχώρος[πολυχῶρος] πο-λυ-χώ-ρος ουσ. (αρσ.): χώρος μεγάλης έκτασης και συνήθ. με πολλές αίθουσες όπου διεξάγονται κυρ. καλλιτεχνικές, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις ή παρέχονται υπηρεσίες με ψυχαγωγικό και εμπορικό χαρακτήρα: ~οι διασκέδασης. Πβ. πολύκεντρο.
41736πολυψάχνωπο-λυ-ψά-χνω ρ. (μτβ.) {πολυέψα-ξε, πολυψά-ξει} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) ψάχνω, διερευνώ πολύ κάτι: Δεν ~ει για απαντήσεις. Δεν ~ει το ζήτημα/το θέμα. Δεν το έχω ~ξει το πράγμα. Πάρ' το απόφαση και μην το ~εις (βλ. μην το/την ψάχνεις). ● Παθ.: πολυψάχνομαι: προβληματίζομαι, ψάχνομαι πολύ: Μην ~εσαι, όλα θα πάνε καλά.
41737πολυψήφιος, α, ο βλ. πολυ-, -ψήφιος
41738πολυώδυνος, η, ο πο-λυ-ώ-δυ-νος επίθ. (λόγ.): επώδυνος, οδυνηρός: ~η: δοκιμασία. [< μτγν. πολυώδυνος]
41739πολυωνυμίαπο-λυ-ω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυώνυμου: ~ αγαθών. Βλ. -ωνυμία. [< αρχ. πολυωνυμία]
41740πολυωνυμικός, ή, ό πο-λυ-ω-νυ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με το πολυώνυμο: ~ός: αλγόριθμος. ~ή: εξίσωση/κατανομή/παρεμβολή/συνάρτηση. Βλ. διωνυμικός.
41741πολυώνυμοπο-λυ-ώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {πολυωνύμου}: ΜΑΘ. κάθε αλγεβρική παράσταση που είναι άθροισμα μονωνύμων: ελάχιστο/μηδενικό ~. ~ πρώτου/δεύτερου βαθμού. ~ παρεμβολής. Βλ. διώνυμο, τριώνυμο. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός πολυωνύμου βλ. βαθμός, ορθογώνια πολυώνυμα βλ. ορθογώνιος [< γαλλ. polynôme, αγγλ. polynomial]
41742πολυώνυμος, η, ο πο-λυ-ώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που εμφανίζεται με πολλά ονόματα: ~η: θεότητα. Βλ. -ώνυμος. [< αρχ. πολυώνυμος]
41743πολύωρος, η, ο πο-λύ-ω-ρος επίθ.: που έχει διάρκεια πολλών ωρών: ~ος: αποκλεισμός (λιμανιού)/ύπνος. ~η: αναμονή/διακοπή (νερού/ρεύματος)/εργασία/καθυστέρηση/συνεδρίαση/σύσκεψη/χρήση (υπολογιστή). ~ο: διάβασμα/παιχνίδι/περπάτημα/ταξίδι. ~ες: διαπραγματεύσεις/πρόβες/συζητήσεις. ~α: γυρίσματα (ταινίας). Βλ. πολύχρονος, -ωρος. ΑΝΤ. ολιγόωρος [< μεσν. πολύωρος]
41744πολυώροφοςβλ. πολυ-, -ώροφος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.