| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41735 | πολυχώρος | [πολυχῶρος] πο-λυ-χώ-ρος ουσ. (αρσ.): χώρος μεγάλης έκτασης και συνήθ. με πολλές αίθουσες όπου διεξάγονται κυρ. καλλιτεχνικές, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις ή παρέχονται υπηρεσίες με ψυχαγωγικό και εμπορικό χαρακτήρα: ~οι διασκέδασης. Πβ. πολύκεντρο. | |
| 41736 | πολυψάχνω | πο-λυ-ψά-χνω ρ. (μτβ.) {πολυέψα-ξε, πολυψά-ξει} (προφ.): (σε αρνητ. προτάσεις) ψάχνω, διερευνώ πολύ κάτι: Δεν ~ει για απαντήσεις. Δεν ~ει το ζήτημα/το θέμα. Δεν το έχω ~ξει το πράγμα. Πάρ' το απόφαση και μην το ~εις (βλ. μην το/την ψάχνεις). ● Παθ.: πολυψάχνομαι: προβληματίζομαι, ψάχνομαι πολύ: Μην ~εσαι, όλα θα πάνε καλά. | |
| 41737 | πολυψήφιος | , α, ο βλ. πολυ-, -ψήφιος | |
| 41738 | πολυώδυνος | , η, ο πο-λυ-ώ-δυ-νος επίθ. (λόγ.): επώδυνος, οδυνηρός: ~η: δοκιμασία. [< μτγν. πολυώδυνος] | |
| 41739 | πολυωνυμία | πο-λυ-ω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυώνυμου: ~ αγαθών. Βλ. -ωνυμία. [< αρχ. πολυωνυμία] | |
| 41740 | πολυωνυμικός | , ή, ό πο-λυ-ω-νυ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με το πολυώνυμο: ~ός: αλγόριθμος. ~ή: εξίσωση/κατανομή/παρεμβολή/συνάρτηση. Βλ. διωνυμικός. | |
| 41741 | πολυώνυμο | πο-λυ-ώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {πολυωνύμου}: ΜΑΘ. κάθε αλγεβρική παράσταση που είναι άθροισμα μονωνύμων: ελάχιστο/μηδενικό ~. ~ πρώτου/δεύτερου βαθμού. ~ παρεμβολής. Βλ. διώνυμο, τριώνυμο. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός πολυωνύμου βλ. βαθμός, ορθογώνια πολυώνυμα βλ. ορθογώνιος [< γαλλ. polynôme, αγγλ. polynomial] | |
| 41742 | πολυώνυμος | , η, ο πο-λυ-ώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που εμφανίζεται με πολλά ονόματα: ~η: θεότητα. Βλ. -ώνυμος. [< αρχ. πολυώνυμος] | |
| 41743 | πολύωρος | , η, ο πο-λύ-ω-ρος επίθ.: που έχει διάρκεια πολλών ωρών: ~ος: αποκλεισμός (λιμανιού)/ύπνος. ~η: αναμονή/διακοπή (νερού/ρεύματος)/εργασία/καθυστέρηση/συνεδρίαση/σύσκεψη/χρήση (υπολογιστή). ~ο: διάβασμα/παιχνίδι/περπάτημα/ταξίδι. ~ες: διαπραγματεύσεις/πρόβες/συζητήσεις. ~α: γυρίσματα (ταινίας). Βλ. πολύχρονος, -ωρος. ΑΝΤ. ολιγόωρος [< μεσν. πολύωρος] | |
| 41744 | πολυώροφος | βλ. πολυ-, -ώροφος | |
| 41745 | πολφικός | , ή, ό πολ-φι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πολφό: ~ή: κοιλότητα. | |
| 41746 | πολφίτιδα | πολ-φί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του πολφού του δοντιού, που προκαλείται συνήθ. από τερηδόνα και εκδηλώνεται με την εμφάνιση ισχυρού πόνου: οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. pulpite] | |
| 41747 | πολφός | πολ-φός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μαλακός συνδετικός ιστός με πολτώδη υφή, ο οποίος περιέχει πολλά αγγεία και νεύρα και σχετίζεται με τη δημιουργία, θρέψη και αντίσταση του δοντιού κατά της τερηδόνας: νέκρωση του ~ού (βλ. τερηδόνα). [< αρχ. πολφός ‘είδος ζυμαρικού’, γαλλ. pulpe] | |
| 41748 | πολφοτομή | πολ-φο-το-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση τμήματος του οδοντικού πολφού, η οποία γίνεται μόνο σε νεογιλά δόντια. Βλ. απονεύρωση, -τομή. [< αγγλ. pulpotomy, 1924, γαλλ. pulpotomie] | |
| 41749 | πολωνέζα | πο-λω-νέ-ζα ουσ. (θηλ.) & πολωνέζ : ΜΟΥΣ. είδος πολωνικού χορού σε μέτριο ρυθμό 3/4, που χορεύεται από ζεύγη· συνεκδ. μουσικό κομμάτι γραμμένο για τον ομώνυμο χορό: ~ες του Σοπέν. Βλ. βαλς, πόλκα1. [< γαλλ. polonaise] | |
| 41750 | πολωνικός | , ή, ό πο-λω-νι-κός επίθ. & (προφ.) πολωνέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Πολωνία ή/και τους Πολωνούς: ~ή: βότκα. ● Ουσ.: Πολωνικά & (προφ.) Πολωνέζικα (τα) & (επίσ.) Πολωνική (η): η πολωνική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μεσν. πολωνικός] | |
| 41751 | πολώνιο | πο-λώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {πολωνί-ου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Po, Ζ 84) που παράγεται από ορυκτό του ουρανίου: ~-210 (: ισότοπο του ~ου, εξαιρετικά τοξικό). [< γαλλ.-αγγλ. polonium, 1898 < νεολατ. Polonia, χώρα καταγωγής της Marie Curie] | |
| 41752 | Πολωνός, Πολωνή | Πο-λω-νός επίθ./ουσ. & (προφ.) Πολωνέζος, Πολωνέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Πολωνία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την πολωνική υπηκοότητα. | |
| 41753 | πολώνω | πο-λώ-νω ρ. (μτβ.) {πόλω-σε, -θηκε, -μένος, πολών-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.-λόγ.) δημιουργώ δύο αντίθετους πόλους, διχάζω: Διαρκώς ~ει το κλίμα (= προκαλεί αντιπαραθέσεις). Ο εμφύλιος πόλεμος ~σε τη χώρα. 2. ΦΥΣ. επιφέρω, προκαλώ πόλωση: Ειδικό φίλτρο που ~ει το φως. ~μένος: πυκνωτής. [< γαλλ. polariser] | |
| 41754 | πόλωση | πό-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) επικράτηση δύο αντιτιθέμενων πόλων, διχασμός: ακραία/διχαστική/επικίνδυνη/κοινωνική/μεγάλη/πολιτική/τεχνητή ~. ~ του κλίματος/της κοινής γνώμης. 2. ΦΥΣ. σταδιακή εξασθένηση και εκμηδένιση της έντασης του φωτός κατά την ανάκλαση ή διάθλασή του: κάθετη/οριζόντια ~. Γωνία/επίπεδο/φίλτρο ~ης. ~ των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. 3. ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία δημιουργείται διαφορά δυναμικού μεταξύ δύο αγωγών: ρεύματα/τάση ~ης. ~ των ηλεκτροδίων. ΑΝΤ. αποπόλωση (1) [< γαλλ. polarisation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ