| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41755 | πολωσίμετρο | πο-λω-σί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο για τη μέτρηση της γωνίας στροφής του επιπέδου του πολωμένου φωτός. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. polarimètre, αγγλ. polarimeter] | |
| 41756 | πολωτής | πο-λω-τής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. διάταξη η οποία χρησιμοποιείται για την πόλωση του φωτός: αντιθαμβωτικός ~. [< γαλλ. polariseur, polarisateur] | |
| 41757 | πολωτικός | , ή, ό πο-λω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πόλωση ή την προκαλεί: (μτφ.) ~ή: αντιπαράθεση/ομιλία/τακτική. ~ό: κλίμα. ~ές: ενέργειες. ~ά: συνθήματα.|| (ΦΥΣ.) ~ό: μικροσκόπιο/φίλτρο. ~ά: γυαλιά ηλίου. ● επίρρ.: πολωτικά [< γαλλ. polariseur] | |
| 41758 | ΠΟΜ | : (ο) Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας. | |
| 41759 | πομακικός | , ή, ό πο-μα-κι-κός επίθ. & (προφ.) πομάκικος, η, ο: που σχετίζεται με τους Πομάκους: ~ή: μειονότητα/μουσική. ~α: χωριά. ● Ουσ.: Πομακικά (τα) & (επίσ.) Πομακική (η) & (προφ.) Πομάκικα (τα) & Πομάκικη (η): η πομακική γλώσσα. | |
| 41760 | Πομάκοι | Πο-μά-κοι ουσ. (αρσ.) (οι) {στον εν. Πομάκος, Πομάκα (η)}: μουσουλμανική θρησκευτική μειονότητα της Θράκης. [< βουλγ. pomak] | |
| 41761 | πόμελο | πό-με-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. φράπα. [< αμερικ. pomelo, γαλλ. pomélo, 1912] | |
| 41762 | πομεράνιαν | πο-με-ρά-νι-αν ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμων σκύλων συντροφιάς, με μουσούδα που μοιάζει με αυτή της αλεπούς, μικρά όρθια αυτιά, πυκνό τρίχωμα καστανοκόκκινου, λευκού ή μαύρου χρώματος ή συνδυασμού αυτών, και φουντωτή ουρά. ΣΥΝ. λουλού (1) [< αγγλ. Pomeranian (dog)] | |
| 41764 | πόμολο | πό-μο-λο ουσ. (ουδ.): χερούλι, συνήθ. πόρτας ή παραθύρου: μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ συρταριού. Πβ. μπετούγια. Βλ. κιγκαλερία. ● Υποκ.: πομολάκι (το) [< ιταλ. pomolo] | |
| 41765 | πομόνα | πο-μό-να ουσ. (θηλ.): αντλία για πότισμα. Πβ. υδροστόμιο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pomona (pump), 1900, από την ομώνυμη πόλη στην Καλιφόρνια] | |
| 41766 | πόμπα | πό-μπα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παρωχ.): αντλία: ~ νερού. [< ιταλ. pompa] | |
| 41767 | πομπέ | πο-μπέ επίθ. {άκλ.} & (σπάν.) μπομπέ: κυρτός: ~ παράθυρο/πόρτα. ΑΝΤ. ίσιος (1) [< γαλλ. bombé] | |
| 41768 | πομπεύω | πο-μπεύ-ω ρ. (μτβ.) (λαϊκό) : διαπομπεύω. Πβ. εξευτελίζω, ρεζιλεύω. [< μεσν. πομπεύω] | |
| 41769 | πομπή | πο-μπή ουσ. (θηλ.) 1. ακολουθία πολλών ανθρώπων ή οχημάτων σε κάποιο γεγονός: γαμήλια/επίσημη/θρησκευτική/νεκρική ~. Η ~ του Επιταφίου. ~ αυτοκινήτων (= αυτοκινητο~). Βλ. οχηματο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) απρεπής, ανήθικη πράξη που φέρνει ντροπή: Οι ~ές του/της έγιναν γνωστές. Πβ. αίσχη, ρεζιλίκι. ● ΦΡ.: εν πομπή (και παρατάξει) [ἐν πομπῇ]: με όλες τις τιμές, πανηγυρικά: Γαμπρός και νύφη πηγαίνουν ~ ~ στην εκκλησία.|| (ειρων.) Προσήλθαν στον χώρο της καταστροφής ~ ~. [< αρχ. πομπή ‘αποστολή, συνοδεία’] | |
| 41770 | πομπικός | , ή, ό πο-μπι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πομπή: ~ή: οδός. [< αρχ. πομπικός] | |
| 41771 | πομποδέκτης | πο-μπο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή λήψης και εκπομπής κυρ. ραδιοσημάτων: ασύρματος/επαγγελματικός/φορητός/ψηφιακός ~. Σύνδεση ακουστικών ακρόασης σε ~η. Ενδοεπικοινωνία με τη χρήση ~ών. Πβ. γουόκι-τόκι, σιμπί. [< αγγλ. transceiver, 1934] | |
| 41772 | πομπός | πο-μπός ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που εκπέμπει οπτικά ή ακουστικά σήματα κωδικοποιημένα ή μετασχηματισμένα σε ηλεκτρομαγνητικά κύματα: ασύρματος/δορυφορικός/ενεργός/ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός ~. Ισχύς/κεραία/κύκλωμα/σύστημα ~ού. ~ βραχέων/μεσαίων κυμάτων. Πβ. ραδιο~. ΑΝΤ. δέκτης (2) 2. (στη θεωρία της επικοινωνίας) πρόσωπο που κατά τη διαδικασία της επικοινωνίας κωδικοποιεί και μεταβιβάζει το μήνυμα σε δέκτη, το οποίο έχει κατασκευάσει σύμφωνα με τους κανόνες συγκεκριμένου κώδικα· γενικότ. αυτός που μεταδίδει πληροφορίες. Βλ. προ~. [< πβ. αρχ. πομπός ‘οδηγός, αγγελιογόρος’, γαλλ. émetteur] | |
| 41773 | πομπώδης | , ης, ες πο-μπώ-δης επίθ. {πομπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): υπερβολικά μεγαλοπρεπής, που αποσκοπεί στην επίδειξη και τον εντυπωσιασμό: ~ης: ανακοίνωση. ~ες: ύφος. ~εις: εκφράσεις/τελετές. ~η: λόγια. Πβ. βαρύγδουπος, επιδεικτικός, στομφώδης. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: πομπωδώς [-ῶς] [< γαλλ. pompeux] | |
| 41774 | πομφόλυγα | πομ-φό-λυ-γα ουσ. (θηλ.) & πομφόλυγας (ο): ΙΑΤΡ. φουσκάλα. Πβ. καντήλες, φλύκταινα. ● πομφόλυγες (οι) (μτφ.-λόγ.): φλυαρίες, αερολογίες, λόγια χωρίς ουσία: λεκτικές/ρητορικές ~. Πβ. φληναφήματα, φούσκες. [< αρχ. πομφόλυξ] | |
| 41775 | πομφολυγώδης | , ης, ες πομ-φο-λυ-γώ-δης επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πομφόλυγα: ~ες: πεμφιγοειδές. ~η: νοσήματα. Βλ. -ώδης. 2. (λόγ.) γεμάτος ανούσια λόγια, κενός: ~ης: ομιλία. [< μτγν. πομφολυγώδης ‘όμοιος με φυσαλίδα’, γαλλ. bulleux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ