| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41776 | πομφός | πομ-φός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. φουσκάλα του δέρματος που συνοδεύεται από κνησμό και είναι αποτέλεσμα αλλεργικής αντίδρασης. Βλ. βλατίδα. [< αρχ. πομφός ‘φλύκταινα’] | |
| 41803 | πον-πον | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πομ-πομ & πομ-πον 1. μικρή φούντα, που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στοιχείο σε ρούχα και διάφορα αντικείμενα· ειδικότ. μπάλα από φτερά ή λωρίδες χρωματιστού χαρτιού που κρατούν οι μαζορέτες: κασκόλ με ~.|| ~ για τσιρλίντερ. 2. ειδικό σφουγγαράκι για ντεμακιγιάζ: ~ πούδρας. Πβ. δίσκοι ντεμακιγιάζ. [< γαλλ. pompon, αγγλ. ~, pompom, pom pom] | |
| 41777 | πονάω | βλ. πονώ | |
| 41778 | πόνεϊ | βλ. πόνι | |
| 41779 | πονεμένος | , η, ο πο-νε-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που υποφέρει, κυρ. συναισθηματικά και ψυχικά: ~ος: λαός. ~η: μάνα.|| ~ος: τόπος. ~η: καρδιά/ψυχή. Πβ. βασανισμένος. 2. (μτφ.) που εκφράζει συναισθηματικό πόνο, πίκρα: ~η: έκφραση. ~ο: γράμμα/τραγούδι. ~α: λόγια. Πβ. λυπημένος, παρα~. 3. (για μέρος του σώματος) που πονά: ~η: πλάτη. ~ο: πόδι. ● επίρρ.: πονεμένα ● ΣΥΜΠΛ.: πονεμένη ιστορία (προφ.): δυσάρεστη υπόθεση: Αυτό είναι μια ~ ~. ● βλ. πονώ [< μεσν. πονεμένος] | |
| 41780 | πόνεση | πό-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συμπόνια, ευσπλαχνία. [< μεσν. πόνεση 'πόνος'] | |
| 41781 | πονεσιάρης | , α, ικο πο-νε-σιά-ρης επίθ. (λαϊκό): πονόψυχος: Είναι καλόκαρδος και ~. Πβ. (συμ)πονετικός, ψυχοπονιάρης. Βλ. -ιάρης. | |
| 41782 | πονετικός | , η, ο πο-νε-τι-κός επίθ.: που συμπονεί, πονόψυχος: ~ή: καρδιά/ψυχή. Πβ. πονεσιάρης, σπλαχνικός, συμ~, φιλεύσπλαχνος. ΑΝΤ. άπονος ● επίρρ.: πονετικά [< μεσν. πονετικός] | |
| 41783 | πονζέ | πον-ζέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ ύφασμα από φυσικό ή τεχνητό μετάξι, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή γυναικείων ρούχων. [< γαλλ. pongé, 1918] | |
| 41784 | πόνημα | πό-νη-μα ουσ. (ουδ.) {πονήματα} (λόγ.): συγγραφικό έργο, συνήθ. επιστημονικού περιεχομένου: ιστορικό/φιλολογικό ~. ● Υποκ.: πονημάτιο (το) [< μτγν. πόνημα ‘εργασία, σύγγραμμα’, γαλλ. ouvrage] | |
| 41785 | πονηράδα | πο-νη-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πονηριά. Βλ. -άδα. [< μεσν. πονηράδα] | |
| 41786 | πονηρεύω | πο-νη-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πονήρ-εψα, -εύτηκα} 1. (μτβ.) κάνω κάποιον να σκεφτεί πονηρά: Οι κουβέντες του με ~εψαν. 2. (αμτβ.) γίνομαι πονηρός: ~εψε κι έτσι δεν τον εξαπατούσαν πια. Πβ. ξυπνώ.|| Μεγάλωσε και ~εψε. ● Παθ.: πονηρεύομαι: υποψιάζομαι κάτι, γίνομαι καχύποπτος: Καλά το ~εύτηκα ότι κάτι σου συνέβη. ● Μτχ.: πονηρεμένος , η, ο: Τώρα είναι πιο ~, δεν πέφτει εύκολα θύμα. ΑΝΤ. απονήρευτος [< αρχ. πονηρεύομαι] | |
| 41787 | πονηριά | πο-νη-ριά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πονηρία: η ιδιότητα του πονηρού· συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη ή συμπεριφορά: Με διάφορες ~ιές πέτυχαν τον σκοπό τους. Πβ. κατεργαριά, πανουργία. ΣΥΝ. πονηράδα ΑΝΤ. αφέλεια (1) [< μεσν. πονηριά < αρχ. πονηρία] | |
| 41788 | πονηρός | , ή, ό πο-νη-ρός επίθ. 1. που σκέφτεται ή/και ενεργεί με δόλιο τρόπο και κακία, με σκοπό την εξαπάτηση ή/και το προσωπικό όφελος· επιτήδειος και συνήθ. πανέξυπνος: Είναι πολύ ~, δεν πιάνεται εύκολα κορόιδο (πβ. καχύποπτος, ΑΝΤ. αφελής, εύπιστος)/να τον προσέχεις (βλ. διαβολεμένος, μουλωχτός, μπαμπέσης, ύπουλος). Πβ. πανούργος. Βλ. κουτο-, παμ-πόνηρος.|| ~ή: πρόταση. ~ό: σχέδιο/τέχνασμα. Προσπαθούν να του αποσπάσουν χρήματα με ~ούς τρόπους/~ά μέσα.|| (χαϊδευτ.) ~ό: θηλυκό (πβ. καπάτσα, κατεργάρα). ~ή: γάτα.|| ~ό: βλέμμα/μυαλό/χαμόγελο. ~ά: μάτια.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ά: δαιμόνια/πνεύματα (= κακά). (ως ουσ.) Έργα του ~ού (= διαβόλου). ΑΝΤ. αγαθός (1) 2. ερωτικού περιεχομένου, σεξουαλικός: ~ές: διαθέσεις/επιθυμίες/ερωτήσεις/σκέψεις. ~ά: ανέκδοτα/ραντεβού/σχόλια/υπονοούμενα. Έχει ~ούς σκοπούς. Πβ. άσεμνος.|| (ως ουσ.) Μην πάει το μυαλό/ο νους σας στο ~ό (= ανήθικο, κακό)! Βλ. -ηρός. ● Υποκ.: πονηρούλης, πονηρούλα (ο/η), πονηρούτσικος , η/ια, ο ● επίρρ.: πονηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πονηρή αλεπού (προφ.): παμπόνηρος άνθρωπος. ● ΦΡ.: εκ του πονηρού (λόγ.): με δόλιο σκοπό: δημοσιεύματα/διαδόσεις ~ ~. , οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές: για περιστάσεις που ενέχουν κινδύνους, παγίδες: ~ ~ και πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί., πονηρός ο βλάχος! βλ. βλάχος, βλάχα [< 1: αρχ. πονηρός ‘κοπιαστικός, πανούργος’] | |
| 41789 | πονήρω | πο-νή-ρω ουσ. (θηλ.) (προφ.): πονηρή: Είσαι εσύ μια ~! | |
| 41790 | πόνι | πό-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πόνεϊ: ΖΩΟΛ. είδος μικρόσωμων αλόγων ράτσας, με πλούσια χαίτη και ουρά, που διακρίνονται για την αντοχή και την ήρεμη συμπεριφορά τους. Πβ. αλογάκι, πουλάρι. Βλ. μάστανγκ. [< αγγλ. pon(e)y] | |
| 41791 | πονο- & πονό- | : α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών για δήλωση πόνου σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος: πονο-κέφαλος. Πονό-λαιμος. Βλ. -αλγία.|| Πονο-κεφαλιάζω. | |
| 41792 | πονόδοντος | πο-νό-δο-ντος ουσ. (αρσ.): πόνος στο δόντι: δυνατός/ξαφνικός ~. ΣΥΝ. οδονταλγία, οδοντόπονος | |
| 41793 | πονοκεφαλιάζω | πο-νο-κε-φα-λιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πονοκεφάλια-σα, -σμένος, πονοκεφαλιάζ-οντας} (προφ.) 1. αισθάνομαι ή προξενώ πονοκέφαλο και γενικότ. ενόχληση: Έχω ~σει με την γκρίνια σου. Με ~σε. ΣΥΝ. ζαλίζω (2), σκοτίζω 2. προβληματίζομαι πολύ, κουράζομαι πνευματικά: ~σα μέχρι να λύσω την άσκηση. Πβ. σπαζοκεφαλιάζω. | |
| 41794 | πονοκεφάλιασμα | πο-νο-κε-φά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του πονοκεφαλιάζω: Η πολυλογία μού προκαλεί ~. Πβ. πονοκέφαλος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ