| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41766 | πόμπα | πό-μπα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παρωχ.): αντλία: ~ νερού. [< ιταλ. pompa] | |
| 41767 | πομπέ | πο-μπέ επίθ. {άκλ.} & (σπάν.) μπομπέ: κυρτός: ~ παράθυρο/πόρτα. ΑΝΤ. ίσιος (1) [< γαλλ. bombé] | |
| 41768 | πομπεύω | πο-μπεύ-ω ρ. (μτβ.) (λαϊκό) : διαπομπεύω. Πβ. εξευτελίζω, ρεζιλεύω. [< μεσν. πομπεύω] | |
| 41769 | πομπή | πο-μπή ουσ. (θηλ.) 1. ακολουθία πολλών ανθρώπων ή οχημάτων σε κάποιο γεγονός: γαμήλια/επίσημη/θρησκευτική/νεκρική ~. Η ~ του Επιταφίου. ~ αυτοκινήτων (= αυτοκινητο~). Βλ. οχηματο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) απρεπής, ανήθικη πράξη που φέρνει ντροπή: Οι ~ές του/της έγιναν γνωστές. Πβ. αίσχη, ρεζιλίκι. ● ΦΡ.: εν πομπή (και παρατάξει) [ἐν πομπῇ]: με όλες τις τιμές, πανηγυρικά: Γαμπρός και νύφη πηγαίνουν ~ ~ στην εκκλησία.|| (ειρων.) Προσήλθαν στον χώρο της καταστροφής ~ ~. [< αρχ. πομπή ‘αποστολή, συνοδεία’] | |
| 41770 | πομπικός | , ή, ό πο-μπι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πομπή: ~ή: οδός. [< αρχ. πομπικός] | |
| 41771 | πομποδέκτης | πο-μπο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. συσκευή λήψης και εκπομπής κυρ. ραδιοσημάτων: ασύρματος/επαγγελματικός/φορητός/ψηφιακός ~. Σύνδεση ακουστικών ακρόασης σε ~η. Ενδοεπικοινωνία με τη χρήση ~ών. Πβ. γουόκι-τόκι, σιμπί. [< αγγλ. transceiver, 1934] | |
| 41772 | πομπός | πο-μπός ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που εκπέμπει οπτικά ή ακουστικά σήματα κωδικοποιημένα ή μετασχηματισμένα σε ηλεκτρομαγνητικά κύματα: ασύρματος/δορυφορικός/ενεργός/ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός ~. Ισχύς/κεραία/κύκλωμα/σύστημα ~ού. ~ βραχέων/μεσαίων κυμάτων. Πβ. ραδιο~. ΑΝΤ. δέκτης (2) 2. (στη θεωρία της επικοινωνίας) πρόσωπο που κατά τη διαδικασία της επικοινωνίας κωδικοποιεί και μεταβιβάζει το μήνυμα σε δέκτη, το οποίο έχει κατασκευάσει σύμφωνα με τους κανόνες συγκεκριμένου κώδικα· γενικότ. αυτός που μεταδίδει πληροφορίες. Βλ. προ~. [< πβ. αρχ. πομπός ‘οδηγός, αγγελιογόρος’, γαλλ. émetteur] | |
| 41773 | πομπώδης | , ης, ες πο-μπώ-δης επίθ. {πομπώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): υπερβολικά μεγαλοπρεπής, που αποσκοπεί στην επίδειξη και τον εντυπωσιασμό: ~ης: ανακοίνωση. ~ες: ύφος. ~εις: εκφράσεις/τελετές. ~η: λόγια. Πβ. βαρύγδουπος, επιδεικτικός, στομφώδης. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: πομπωδώς [-ῶς] [< γαλλ. pompeux] | |
| 41774 | πομφόλυγα | πομ-φό-λυ-γα ουσ. (θηλ.) & πομφόλυγας (ο): ΙΑΤΡ. φουσκάλα. Πβ. καντήλες, φλύκταινα. ● πομφόλυγες (οι) (μτφ.-λόγ.): φλυαρίες, αερολογίες, λόγια χωρίς ουσία: λεκτικές/ρητορικές ~. Πβ. φληναφήματα, φούσκες. [< αρχ. πομφόλυξ] | |
| 41775 | πομφολυγώδης | , ης, ες πομ-φο-λυ-γώ-δης επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πομφόλυγα: ~ες: πεμφιγοειδές. ~η: νοσήματα. Βλ. -ώδης. 2. (λόγ.) γεμάτος ανούσια λόγια, κενός: ~ης: ομιλία. [< μτγν. πομφολυγώδης ‘όμοιος με φυσαλίδα’, γαλλ. bulleux] | |
| 41776 | πομφός | πομ-φός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. φουσκάλα του δέρματος που συνοδεύεται από κνησμό και είναι αποτέλεσμα αλλεργικής αντίδρασης. Βλ. βλατίδα. [< αρχ. πομφός ‘φλύκταινα’] | |
| 41803 | πον-πον | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πομ-πομ & πομ-πον 1. μικρή φούντα, που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στοιχείο σε ρούχα και διάφορα αντικείμενα· ειδικότ. μπάλα από φτερά ή λωρίδες χρωματιστού χαρτιού που κρατούν οι μαζορέτες: κασκόλ με ~.|| ~ για τσιρλίντερ. 2. ειδικό σφουγγαράκι για ντεμακιγιάζ: ~ πούδρας. Πβ. δίσκοι ντεμακιγιάζ. [< γαλλ. pompon, αγγλ. ~, pompom, pom pom] | |
| 41777 | πονάω | βλ. πονώ | |
| 41778 | πόνεϊ | βλ. πόνι | |
| 41779 | πονεμένος | , η, ο πο-νε-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που υποφέρει, κυρ. συναισθηματικά και ψυχικά: ~ος: λαός. ~η: μάνα.|| ~ος: τόπος. ~η: καρδιά/ψυχή. Πβ. βασανισμένος. 2. (μτφ.) που εκφράζει συναισθηματικό πόνο, πίκρα: ~η: έκφραση. ~ο: γράμμα/τραγούδι. ~α: λόγια. Πβ. λυπημένος, παρα~. 3. (για μέρος του σώματος) που πονά: ~η: πλάτη. ~ο: πόδι. ● επίρρ.: πονεμένα ● ΣΥΜΠΛ.: πονεμένη ιστορία (προφ.): δυσάρεστη υπόθεση: Αυτό είναι μια ~ ~. ● βλ. πονώ [< μεσν. πονεμένος] | |
| 41780 | πόνεση | πό-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συμπόνια, ευσπλαχνία. [< μεσν. πόνεση 'πόνος'] | |
| 41781 | πονεσιάρης | , α, ικο πο-νε-σιά-ρης επίθ. (λαϊκό): πονόψυχος: Είναι καλόκαρδος και ~. Πβ. (συμ)πονετικός, ψυχοπονιάρης. Βλ. -ιάρης. | |
| 41782 | πονετικός | , η, ο πο-νε-τι-κός επίθ.: που συμπονεί, πονόψυχος: ~ή: καρδιά/ψυχή. Πβ. πονεσιάρης, σπλαχνικός, συμ~, φιλεύσπλαχνος. ΑΝΤ. άπονος ● επίρρ.: πονετικά [< μεσν. πονετικός] | |
| 41783 | πονζέ | πον-ζέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ ύφασμα από φυσικό ή τεχνητό μετάξι, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή γυναικείων ρούχων. [< γαλλ. pongé, 1918] | |
| 41784 | πόνημα | πό-νη-μα ουσ. (ουδ.) {πονήματα} (λόγ.): συγγραφικό έργο, συνήθ. επιστημονικού περιεχομένου: ιστορικό/φιλολογικό ~. ● Υποκ.: πονημάτιο (το) [< μτγν. πόνημα ‘εργασία, σύγγραμμα’, γαλλ. ouvrage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ