Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42360-42380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41795πονοκέφαλοςπο-νο-κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.) {πονοκεφάλ-ου | -ων, -ους} 1. πόνος στο κεφάλι: δυνατός/έντονος/ξαφνικός/πρωινός/φοβερός ~. ~ τάσεως. Ο ήλιος μού δημιουργεί/φέρνει ~ο. Με έπιασε ~ από το πολύ άγχος/με τόση φασαρία. Έχω ~ο. Υποφέρει από ~ους. Πβ. ημικρανία. Βλ. πονο-. ΣΥΝ. κεφαλαλγία, κεφαλόπονος 2. (μτφ.) μεγάλη έγνοια, πρόβλημα: κυβερνητικός/πολιτικός ~. Ο εντοπισμός του δράστη έχει εξελιχθεί σε ~ο/αποτελεί ~ο για τις διωκτικές Αρχές. Είναι τελειομανής, σωστός ~ για τους υφισταμένους του. Πβ. σκοτούρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ευχάριστος πονοκέφαλος (μτφ.): προβληματισμός λόγω της δυνατότητας επιλογής ανάμεσα σε εξίσου σημαντικές εναλλακτικές λύσεις· ειδικότ. για προπονητή που δυσκολεύεται να επιλέξει τους βασικούς παίκτες που θα λάβουν μέρος σε έναν αγώνα, γιατί βρίσκονται όλοι σε πολύ καλή κατάσταση.
41796πονόκοιλοςπο-νό-κοι-λος ουσ. (αρσ.): κοιλόπονος.
41797πονόλαιμοςπο-νό-λαι-μος ουσ. (αρσ.): πόνος του λαιμού: καραμέλες για τον ~ο. Κρυολόγημα με ~ο. Βλ. πονο-. [< μεσν. πονόλαιμος]
41798πόνοςπό-νος ουσ. (αρσ.) 1. οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται συνήθ. από χτύπημα, τραυματισμό ή άλλη σωματική ή οργανική βλάβη: σωματικός ~. Ανυπόφορος/αφόρητος/έντονος/επαναλαμβανόμενος/επίμονος/ισχυρός/ξαφνικός/παροδικός/συνεχής/τρομερός ~. Οξύς/χρόνιος ~. ~ στο δόντι (= πονόδοντος)/στο κεφάλι (= πονοκέφαλος). ~ των νεύρων (= νευρόπονος). Το κατώφλι/ο ουδός του ~ου. Αντιμετώπιση του ~ου. Μυϊκοί (= μυαλγίες)/ρευματικοί ~οι. ~οι αρθρώσεων (= αρθραλγίες)/περιόδου. Τον έπιασε (ένας) ~ στη μέση (βλ. οσφυαλγία). Αισθάνεται/έχει/νιώθει ~ο στην κοιλιά (= κοιλό-, στομαχό-πονο). Δεν αντέχει (σ)τον ~ο. Οι ~οι εντοπίζονται ... (: σημείο του ~ου). Πάσχει/υποφέρει από δυνατούς ~ους. Βογγάει/ουρλιάζει/σφαδάζει από τους ~ους. Φάρμακο που αμβλύνει/ανακουφίζει/απαλύνει/καταπραΰνει/κατευνάζει/μαλακώνει/μειώνει/σταματά τον ~ο/τους ~ους (: παυσίπονο). Βλ. -αλγία, -πονος1.|| Επιτήδειοι που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο ~ο (: ψευτογιατροί). ΣΥΝ. άλγος 2. μεγάλη θλίψη, λύπη, στενοχώρια: αβάσταχτος/ανείπωτος/εσωτερικός/σιωπηλός/ψυχικός/υπέρτατος ~. Ο ~ της αγάπης/της απόρριψης/της απώλειας (= οδύνη)/του χωρισμού. Τον κυρίευσε ο ~. Μοιράζομαι τον ~ο μου με κάποιον. Δεν έχω πού να πω τον ~ο μου. Εξέφρασε τον ~ο του. Έχω τον ~ο μου και συ μου φωνάζεις. Αδιαφορώ για τον/συμμετέχω στον/συμπαραστέκομαι (: δείχνω συμπόνια) στον ~ο του άλλου.|| Ζωή γεμάτη ~ο/δάκρυα/πίκρες και ~ους (= βάσανα, ταλαιπωρίες). ΣΥΝ. καημός (1) ● πόνοι (οι) (προφ.): ωδίνες: Την έπιασαν οι ~. ● Υποκ.: πονάκι (το): στη σημ. 1: Με το παραμικρό ~ αρχίζει την γκρίνια. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρείο πόνου βλ. ιατρείο, κρεβάτι του πόνου βλ. κρεβάτι ● ΦΡ.: καθένας με τον πόνο του (προφ.-συχνά ειρων.): ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του έγνοιες: Ο ένας θέλει αύξηση κι ο άλλος προαγωγή, ~ ~., με πόνο ψυχής: με βαθύτατη λύπη: ~ ~ αναγκάστηκα να ..., παίρνω (κάτι) επί πόνου (λόγ.): αποδίδω υπερβολική σημασία σε κάτι: Το πήρε (πολύ) ~ ~ το θέμα. Πβ. το πήρε κατάκαρδα., πνίγω τον πόνο μου (προφ.): προσπαθώ να τον ξεχάσω μέσα από κάτι: ~ει ~ του στη δουλειά/στο ποτό., τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον (προφ.-ειρων.): δείχνει υποκριτικό ενδιαφέρον: Ξαφνικά/πολύ αργά/τώρα τους έπιασε/πήρε ο ~ για τους ανέργους/το περιβάλλον., μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος βλ. κάλλος, ξένος πόνος, ξένα δάκρυα βλ. ξένος, παίζεις με τον πόνο μου βλ. παίζω [< αρχ. πόνος]
41801πονοψυχίαπο-νο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) πονοψυχιά: η ιδιότητα του πονόψυχου: ανθρωπιά/συμπόνια και ~. Βλ. καλοψυχία.
41802πονόψυχος, η, ο πο-νό-ψυ-χος επίθ.: που συμπονεί τους άλλους, σπλαχνικός: ~η: γυναίκα. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. πονεσιάρης, πονετικός, ψυχοπονιάρης ΑΝΤ. άκαρδος, ανάλγητος, άπονος ● επίρρ.: πονόψυχα
41804πόνταπό-ντα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. μυτερό μεταλλικό εργαλείο για το μαρκάρισμα και τη χάραξη επιφανειών: αιχμή ~ας. Βλ. σφυρί. 2. μηχάνημα για τη συγκόλληση μετάλλων. Βλ. ηλεκτρο~. [< βεν. ponta]
41805πονταδόρος1πο-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): αυτός που ποντάρει: Θεωρείται από τους ικανότερους ~ους του ιππόδρομου. Βλ. τζογαδόρος, -αδόρος.
41806πονταδόρος2πο-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. τεχνίτης με ειδικότητα στη συγκόλληση μετάλλων. 2. μηχάνημα για ηλεκτροσυγκόλληση μετάλλων. 3. ειδικό όργανο μετρήσεων το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική. Βλ. -αδόρος.
41807πονταρισιά1πο-ντα-ρι-σιά ουσ. (θηλ.): ποντάρισμα: Είναι μάστορας στις ~ιές.
41808πονταρισιά2πο-ντα-ρι-σιά ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. σημάδι που αφήνει η πόντα σε μεταλλική επιφάνεια. 2. κάθε γούβα που δημιουργείται σε μεταλλικές επιφάνειες, ώστε να συγκολληθούν. 3. επαφή ηλεκτροδίου με μεταλλική επιφάνεια κατά τη συγκόλληση.
41809ποντάρισμαπο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {πονταρίσμ-ατος}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντάρω: μεγάλο/μικρό ~. Ποσό/τρόπος ~ατος. Πβ. πονταρισιά, τζογάρισμα. Βλ. στοίχημα.
41810ποντάρωπο-ντά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πόνταρ-ε, -ιζε, -ισε, ποντάρ-οντας} 1. στοιχηματίζω ορισμένο ποσό, συνήθ. σε τυχερά παιχνίδια, με σκοπό το κέρδος: ~ε όσα χρήματα είχε πάνω του στο κόκκινο της ρουλέτας. Πβ. παίζω, τζογάρω. 2. (μτφ.) υπολογίζω, στηρίζομαι σε κάποιον, για να αποκομίσω όφελος: ~ε στο θετικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί υπέρ του. ~ει πολλά πάνω του/στον ... Βλ. διακινδυνεύω. ● ΦΡ.: ποντάρει σε κουτσό άλογο βλ. άλογο [< ιταλ. pontare]
41811πόντζαβλ. πότζα
41812ποντιακός, ή, ό πο-ντι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Πόντο και τους κατοίκους του: ~ός: ελληνισμός. ~ή: ενδυμασία/λύρα. ~ά: ανέκδοτα/έθιμα. ● Ουσ.: Ποντιακά (τα) & (επίσ.) Ποντιακή (η): η ποντιακή διάλεκτος.
41813ποντίζωπο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {πόντι-σα, ποντί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.): βυθίζω κάτι στη θάλασσα: ~ την άγκυρα. ~σμένες: νάρκες. Πβ. κατα~, φουντάρω. [< αρχ. ποντίζω]
41814ποντικίπο-ντι-κί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το γκρι χρώμα του ποντικιού: ~ ρούχο.|| (ως ουσ.) Σκούρο ~ (ενν. χρώμα). Πβ. ανθρακί, σουρί.
41815ποντίκιπο-ντί-κι ουσ. (ουδ.) {ποντικ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. μικρό, συνήθ. γκρίζο, τρωκτικό με μακρόστενη μουσούδα και μακριά λεπτή ουρά: ~ια των αγρών/του εργαστηρίου (βλ. πειραματόζωο)/των πόλεων. Εξολόθρευση (βλ. μυοκτονία)/φωλιά ~ιών. Αποθήκη γεμάτη κατσαρίδες και ~ια. Βλ. αρουραίος, επίμυς, λέμινγκ, μυγαλή, χάμστερ.|| Εγκατέλειψε την ομάδα, όπως τα ~ια το πλοίο που βουλιάζει. ΣΥΝ. μυς (2), ποντικός (1) 2. ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή εισόδου για τον χειρισμό του δείκτη ή του κέρσορα της οθόνης: ασύρματο/ενσύρματο/επαναφορτιζόμενο/οπτικό ~. Κάνε αριστερό/δεξί κλικ με το ~ (= πάτα το αριστερό/δεξί πλήκτρο του ~ιού). Βλ. ιχνόσφαιρα, γραφίδα, τζόιστικ. ΣΥΝ. μάους 3. (προφ.) γυμνασμένος δικέφαλος μυς του βραχίονα: Κάνε ~! Έχει ~ια. Πβ. μούσκουλο. 4. ΜΑΓΕΙΡ. τμήμα σφαγίου (γάμπα)· ειδικότ. μαλακό κρέας, συνήθ. μοσχαρίσιο, χωρίς κόκαλο και με πολύ λίγο λίπος, αλλά πλούσιο σε συνδετικό ιστό, που μαγειρεύεται συνήθ. βραστό. Βλ. νουά. 5. (στρατ. αργκό) νεοσύλλεκτος. ● Υποκ.: ποντικάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: ποντίκαρος (ο): στη σημ. 1., πόντικας (ο): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ποντίκι που βρυχάται: για κάποιον που εκτοξεύει απειλές ή προσπαθεί να εκφοβίσει, ενώ είναι ανίσχυρος., σαν τα ποντίκια: σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής ή επικρατεί συνωστισμός: Τους έπιασαν ~ ~ στη φάκα. Κλεισμένοι/παγιδευμένοι/στοιβαγμένοι ~ ~. Θα πνιγούμε/σκάσουμε ~ ~!, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια βλ. γάτα, παίζω σαν τη γάτα με το ποντίκι/όπως η γάτα με το ποντίκι βλ. παίζω, το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι βλ. παιχνίδι [< 1: μεσν. ποντίκιν 2: αγγλ. mouse, 1965, 3: γαλλ. souris]
41816ποντικίναπο-ντι-κί-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. θηλυκό ποντίκι.
41817ποντικοκούραδοπο-ντι-κο-κού-ρα-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) 1. ακαθαρσία ποντικού. 2. (μειωτ.) κάτι που έχει πολύ μικρό μέγεθος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.