| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41785 | πονηράδα | πο-νη-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πονηριά. Βλ. -άδα. [< μεσν. πονηράδα] | |
| 41786 | πονηρεύω | πο-νη-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πονήρ-εψα, -εύτηκα} 1. (μτβ.) κάνω κάποιον να σκεφτεί πονηρά: Οι κουβέντες του με ~εψαν. 2. (αμτβ.) γίνομαι πονηρός: ~εψε κι έτσι δεν τον εξαπατούσαν πια. Πβ. ξυπνώ.|| Μεγάλωσε και ~εψε. ● Παθ.: πονηρεύομαι: υποψιάζομαι κάτι, γίνομαι καχύποπτος: Καλά το ~εύτηκα ότι κάτι σου συνέβη. ● Μτχ.: πονηρεμένος , η, ο: Τώρα είναι πιο ~, δεν πέφτει εύκολα θύμα. ΑΝΤ. απονήρευτος [< αρχ. πονηρεύομαι] | |
| 41787 | πονηριά | πο-νη-ριά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πονηρία: η ιδιότητα του πονηρού· συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη ή συμπεριφορά: Με διάφορες ~ιές πέτυχαν τον σκοπό τους. Πβ. κατεργαριά, πανουργία. ΣΥΝ. πονηράδα ΑΝΤ. αφέλεια (1) [< μεσν. πονηριά < αρχ. πονηρία] | |
| 41788 | πονηρός | , ή, ό πο-νη-ρός επίθ. 1. που σκέφτεται ή/και ενεργεί με δόλιο τρόπο και κακία, με σκοπό την εξαπάτηση ή/και το προσωπικό όφελος· επιτήδειος και συνήθ. πανέξυπνος: Είναι πολύ ~, δεν πιάνεται εύκολα κορόιδο (πβ. καχύποπτος, ΑΝΤ. αφελής, εύπιστος)/να τον προσέχεις (βλ. διαβολεμένος, μουλωχτός, μπαμπέσης, ύπουλος). Πβ. πανούργος. Βλ. κουτο-, παμ-πόνηρος.|| ~ή: πρόταση. ~ό: σχέδιο/τέχνασμα. Προσπαθούν να του αποσπάσουν χρήματα με ~ούς τρόπους/~ά μέσα.|| (χαϊδευτ.) ~ό: θηλυκό (πβ. καπάτσα, κατεργάρα). ~ή: γάτα.|| ~ό: βλέμμα/μυαλό/χαμόγελο. ~ά: μάτια.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ά: δαιμόνια/πνεύματα (= κακά). (ως ουσ.) Έργα του ~ού (= διαβόλου). ΑΝΤ. αγαθός (1) 2. ερωτικού περιεχομένου, σεξουαλικός: ~ές: διαθέσεις/επιθυμίες/ερωτήσεις/σκέψεις. ~ά: ανέκδοτα/ραντεβού/σχόλια/υπονοούμενα. Έχει ~ούς σκοπούς. Πβ. άσεμνος.|| (ως ουσ.) Μην πάει το μυαλό/ο νους σας στο ~ό (= ανήθικο, κακό)! Βλ. -ηρός. ● Υποκ.: πονηρούλης, πονηρούλα (ο/η), πονηρούτσικος , η/ια, ο ● επίρρ.: πονηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πονηρή αλεπού (προφ.): παμπόνηρος άνθρωπος. ● ΦΡ.: εκ του πονηρού (λόγ.): με δόλιο σκοπό: δημοσιεύματα/διαδόσεις ~ ~. , οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές: για περιστάσεις που ενέχουν κινδύνους, παγίδες: ~ ~ και πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί., πονηρός ο βλάχος! βλ. βλάχος, βλάχα [< 1: αρχ. πονηρός ‘κοπιαστικός, πανούργος’] | |
| 41789 | πονήρω | πο-νή-ρω ουσ. (θηλ.) (προφ.): πονηρή: Είσαι εσύ μια ~! | |
| 41790 | πόνι | πό-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πόνεϊ: ΖΩΟΛ. είδος μικρόσωμων αλόγων ράτσας, με πλούσια χαίτη και ουρά, που διακρίνονται για την αντοχή και την ήρεμη συμπεριφορά τους. Πβ. αλογάκι, πουλάρι. Βλ. μάστανγκ. [< αγγλ. pon(e)y] | |
| 41791 | πονο- & πονό- | : α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών για δήλωση πόνου σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος: πονο-κέφαλος. Πονό-λαιμος. Βλ. -αλγία.|| Πονο-κεφαλιάζω. | |
| 41792 | πονόδοντος | πο-νό-δο-ντος ουσ. (αρσ.): πόνος στο δόντι: δυνατός/ξαφνικός ~. ΣΥΝ. οδονταλγία, οδοντόπονος | |
| 41793 | πονοκεφαλιάζω | πο-νο-κε-φα-λιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πονοκεφάλια-σα, -σμένος, πονοκεφαλιάζ-οντας} (προφ.) 1. αισθάνομαι ή προξενώ πονοκέφαλο και γενικότ. ενόχληση: Έχω ~σει με την γκρίνια σου. Με ~σε. ΣΥΝ. ζαλίζω (2), σκοτίζω 2. προβληματίζομαι πολύ, κουράζομαι πνευματικά: ~σα μέχρι να λύσω την άσκηση. Πβ. σπαζοκεφαλιάζω. | |
| 41794 | πονοκεφάλιασμα | πο-νο-κε-φά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του πονοκεφαλιάζω: Η πολυλογία μού προκαλεί ~. Πβ. πονοκέφαλος. | |
| 41795 | πονοκέφαλος | πο-νο-κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.) {πονοκεφάλ-ου | -ων, -ους} 1. πόνος στο κεφάλι: δυνατός/έντονος/ξαφνικός/πρωινός/φοβερός ~. ~ τάσεως. Ο ήλιος μού δημιουργεί/φέρνει ~ο. Με έπιασε ~ από το πολύ άγχος/με τόση φασαρία. Έχω ~ο. Υποφέρει από ~ους. Πβ. ημικρανία. Βλ. πονο-. ΣΥΝ. κεφαλαλγία, κεφαλόπονος 2. (μτφ.) μεγάλη έγνοια, πρόβλημα: κυβερνητικός/πολιτικός ~. Ο εντοπισμός του δράστη έχει εξελιχθεί σε ~ο/αποτελεί ~ο για τις διωκτικές Αρχές. Είναι τελειομανής, σωστός ~ για τους υφισταμένους του. Πβ. σκοτούρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ευχάριστος πονοκέφαλος (μτφ.): προβληματισμός λόγω της δυνατότητας επιλογής ανάμεσα σε εξίσου σημαντικές εναλλακτικές λύσεις· ειδικότ. για προπονητή που δυσκολεύεται να επιλέξει τους βασικούς παίκτες που θα λάβουν μέρος σε έναν αγώνα, γιατί βρίσκονται όλοι σε πολύ καλή κατάσταση. | |
| 41796 | πονόκοιλος | πο-νό-κοι-λος ουσ. (αρσ.): κοιλόπονος. | |
| 41797 | πονόλαιμος | πο-νό-λαι-μος ουσ. (αρσ.): πόνος του λαιμού: καραμέλες για τον ~ο. Κρυολόγημα με ~ο. Βλ. πονο-. [< μεσν. πονόλαιμος] | |
| 41798 | πόνος | πό-νος ουσ. (αρσ.) 1. οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται συνήθ. από χτύπημα, τραυματισμό ή άλλη σωματική ή οργανική βλάβη: σωματικός ~. Ανυπόφορος/αφόρητος/έντονος/επαναλαμβανόμενος/επίμονος/ισχυρός/ξαφνικός/παροδικός/συνεχής/τρομερός ~. Οξύς/χρόνιος ~. ~ στο δόντι (= πονόδοντος)/στο κεφάλι (= πονοκέφαλος). ~ των νεύρων (= νευρόπονος). Το κατώφλι/ο ουδός του ~ου. Αντιμετώπιση του ~ου. Μυϊκοί (= μυαλγίες)/ρευματικοί ~οι. ~οι αρθρώσεων (= αρθραλγίες)/περιόδου. Τον έπιασε (ένας) ~ στη μέση (βλ. οσφυαλγία). Αισθάνεται/έχει/νιώθει ~ο στην κοιλιά (= κοιλό-, στομαχό-πονο). Δεν αντέχει (σ)τον ~ο. Οι ~οι εντοπίζονται ... (: σημείο του ~ου). Πάσχει/υποφέρει από δυνατούς ~ους. Βογγάει/ουρλιάζει/σφαδάζει από τους ~ους. Φάρμακο που αμβλύνει/ανακουφίζει/απαλύνει/καταπραΰνει/κατευνάζει/μαλακώνει/μειώνει/σταματά τον ~ο/τους ~ους (: παυσίπονο). Βλ. -αλγία, -πονος1.|| Επιτήδειοι που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο ~ο (: ψευτογιατροί). ΣΥΝ. άλγος 2. μεγάλη θλίψη, λύπη, στενοχώρια: αβάσταχτος/ανείπωτος/εσωτερικός/σιωπηλός/ψυχικός/υπέρτατος ~. Ο ~ της αγάπης/της απόρριψης/της απώλειας (= οδύνη)/του χωρισμού. Τον κυρίευσε ο ~. Μοιράζομαι τον ~ο μου με κάποιον. Δεν έχω πού να πω τον ~ο μου. Εξέφρασε τον ~ο του. Έχω τον ~ο μου και συ μου φωνάζεις. Αδιαφορώ για τον/συμμετέχω στον/συμπαραστέκομαι (: δείχνω συμπόνια) στον ~ο του άλλου.|| Ζωή γεμάτη ~ο/δάκρυα/πίκρες και ~ους (= βάσανα, ταλαιπωρίες). ΣΥΝ. καημός (1) ● πόνοι (οι) (προφ.): ωδίνες: Την έπιασαν οι ~. ● Υποκ.: πονάκι (το): στη σημ. 1: Με το παραμικρό ~ αρχίζει την γκρίνια. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρείο πόνου βλ. ιατρείο, κρεβάτι του πόνου βλ. κρεβάτι ● ΦΡ.: καθένας με τον πόνο του (προφ.-συχνά ειρων.): ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του έγνοιες: Ο ένας θέλει αύξηση κι ο άλλος προαγωγή, ~ ~., με πόνο ψυχής: με βαθύτατη λύπη: ~ ~ αναγκάστηκα να ..., παίρνω (κάτι) επί πόνου (λόγ.): αποδίδω υπερβολική σημασία σε κάτι: Το πήρε (πολύ) ~ ~ το θέμα. Πβ. το πήρε κατάκαρδα., πνίγω τον πόνο μου (προφ.): προσπαθώ να τον ξεχάσω μέσα από κάτι: ~ει ~ του στη δουλειά/στο ποτό., τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον (προφ.-ειρων.): δείχνει υποκριτικό ενδιαφέρον: Ξαφνικά/πολύ αργά/τώρα τους έπιασε/πήρε ο ~ για τους ανέργους/το περιβάλλον., μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος βλ. κάλλος, ξένος πόνος, ξένα δάκρυα βλ. ξένος, παίζεις με τον πόνο μου βλ. παίζω [< αρχ. πόνος] | |
| 41801 | πονοψυχία | πο-νο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) πονοψυχιά: η ιδιότητα του πονόψυχου: ανθρωπιά/συμπόνια και ~. Βλ. καλοψυχία. | |
| 41802 | πονόψυχος | , η, ο πο-νό-ψυ-χος επίθ.: που συμπονεί τους άλλους, σπλαχνικός: ~η: γυναίκα. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. πονεσιάρης, πονετικός, ψυχοπονιάρης ΑΝΤ. άκαρδος, ανάλγητος, άπονος ● επίρρ.: πονόψυχα | |
| 41804 | πόντα | πό-ντα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. μυτερό μεταλλικό εργαλείο για το μαρκάρισμα και τη χάραξη επιφανειών: αιχμή ~ας. Βλ. σφυρί. 2. μηχάνημα για τη συγκόλληση μετάλλων. Βλ. ηλεκτρο~. [< βεν. ponta] | |
| 41805 | πονταδόρος1 | πο-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): αυτός που ποντάρει: Θεωρείται από τους ικανότερους ~ους του ιππόδρομου. Βλ. τζογαδόρος, -αδόρος. | |
| 41806 | πονταδόρος2 | πο-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. τεχνίτης με ειδικότητα στη συγκόλληση μετάλλων. 2. μηχάνημα για ηλεκτροσυγκόλληση μετάλλων. 3. ειδικό όργανο μετρήσεων το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική. Βλ. -αδόρος. | |
| 41807 | πονταρισιά1 | πο-ντα-ρι-σιά ουσ. (θηλ.): ποντάρισμα: Είναι μάστορας στις ~ιές. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ