| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3284 | αναπηρία | [ἀναπηρία] α-να-πη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση ενός ατόμου, η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη ή μείωση της λειτουργικότητας σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής του, λόγω σωματικής, ψυχικής ή νοητικής βλάβης ή απουσίας μέλους ή οργάνου: απόλυτη/ελαφρά/μέτρια/πλήρης/σοβαρή (/βαριά) ~. Μερική/ολική/πολλαπλή ~ (πβ. ανικανότητα). Ακουστική (= κώφωση)/(δια)νοητική (= υστέρηση)/οπτική (= τύφλωση) ~. Άτομα με ~ (ακρ. ΑμεΑ). Βαθμός/επίδομα/πιστοποιητικό/ποσοστό ~ας. Πβ. κουσούρι, σακατιλίκι. Βλ. αρτιμέλεια. 2. (μτφ.) ανεπάρκεια, δυσλειτουργία (κυρ. κοινωνικής δομής, θεσμού ή συστήματος). ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναπηρίας & κάρτα λειτουργικότητας: πιστοποιητικό βεβαίωσης της αναπηρίας του κατόχου του, καθώς και του βαθμού της, ώστε να καθίσταται δικαιούχος διευκολύνσεων, ενισχύσεων και μέριμνας από την πλευρά της Πολιτείας. [< αγγλ. disabled/disablitiy card] , αναπηρική σύνταξη βλ. αναπηρικός, κινητική αναπηρία βλ. κινητικός, νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση/αναπηρία βλ. υστέρηση [< αρχ. ἀναπηρία ‘ακρωτηριασμός, σακάτεμα’, γαλλ. invalidité, αγγλ. disability] | |
| 3285 | αναπηρικός | , ή, ό [ἀναπηρικός] α-να-πη-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναπηρία, κυρ. την κινητική: ~ή: καρέκλα/πολυθρόνα.|| ~ό: αυτοκίνητο/καρότσι. Πβ. ορθοπαιδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπηρική σύνταξη & σύνταξη αναπηρίας: η οποία χορηγείται σε άτομα που, λόγω αναπηρίας, αδυνατούν να ασκήσουν ή να συνεχίσουν την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος: ~ ~ από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια. Παραπληγικό επίδομα και ~ ~. [< αγγλ. disability pension] , (αναπηρικό) αμαξίδιο βλ. αμαξίδιο | |
| 3286 | ανάπηρος | , η, ο [ἀνάπηρος] α-νά-πη-ρος επίθ. 1. που έχει αναπηρία: κινητικά/πνευματικά ~. Έμεινε ~. Το ατύχημα τον άφησε ~ο. ΑΝΤ. αρτιμελής 2. (μτφ.) ανίκανος, ανεπαρκής, ελλιπής: Συναισθηματικά ~.|| ~η: γλώσσα/σκέψη. Βλ. ανήμπορος. ● Ουσ.: ανάπηρος, ανάπηρη {-ου (λόγ.) -ήρου} (ο/η): άτομο με αναπηρία. Πβ. ΑμεΑ, ΑΜΕΑ, άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες, παράλυτος, παραπληγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάπηρος πολέμου: άτομο που έμεινε ανάπηρο λόγω τραυματισμού του σε πόλεμο και έχει ειδικά προνόμια από το κράτος. Βλ. θύματα πολέμου. [< γαλλ. invalide de guerre] [< αρχ. ἀνάπηρος ‘σακάτης, χωλός’] | |
| 3287 | αναπλάθω | [ἀναπλάθω] α-να-πλά-θω ρ. (μτβ.) {ανέπλα-σε, (να/θα) αναπλά-σει, αναπλά-στηκε κ. -σθηκε, (να/θα) -στεί κ. -σθεί, -σμένος, αναπλάθ-οντας} & (σπάν.-λόγ.) αναπλάσσω 1. (συνήθ. για δημόσιο χώρο, δομημένο περιβάλλον) ανακατασκευάζω, αναμορφώνω, ξαναφτιάχνω: Το ιστορικό κέντρο/η πλατεία ~στηκε και αναβαθμίστηκε. Το κτίριο έχει αναπαλαιωθεί και έχει ~στεί ο γύρω χώρος. Πβ. ανα-δημιουργώ, -καινίζω, μεταπλάθω. 2. (μτφ.) αναπαράγω, αναπαριστώ πιστά και δημιουργικά, επαναφέρω στη μνήμη: ~ πρόσωπα και γεγονότα. ~ εικόνες στο μυαλό μου (μέσω της φαντασίας). Διήγημα που ~ει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής (βλ. αναβιώνω, ζωντανεύω)/τον χαρακτήρα και τη ζωή κάποιου (βλ. ανακαλώ). 3. (κυρ. για καλλυντικό προϊόν) ανανεώνω, αναζωογονώ: Κρέμες που ~ουν και αναδομούν το δέρμα/τους ιστούς. [< αρχ. ἀναπλάσσω] | |
| 3288 | αναπλαισιώνω | [ἀναπλαισιώνω] α-να-πλαι-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπλαισίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αναπλαισιών-οντας} (επίσ.): εντάσσω κάτι μέσα σε νέο πλαίσιο, το θέτω σε καινούργιες βάσεις: ~ουν το πρόβλημα/τον τρόπο σκέψης τους. ~εται η έννοια και ο ρόλος του ... Οι στόχοι ~ονται σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις. Πβ. επαναπροσδιορίζω. [< αγγλ. reframe] | |
| 3289 | αναπλαισίωση | [ἀναπλαισίωση] α-να-πλαι-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπλαισιώνω: ~ της στάσης που ακολουθείται στο θέμα του ... Πβ. επαναπροσδιορισμός.|| (κυρ. ΠΑΙΔΑΓ.) ~ της γνώσης (: αλλαγές, επιλογές ή αλλοιώσεις που υφίσταται η επιστημονική ή εμπειρική-βιωματική γνώση κατά τη μετατροπή της σε σχολική). Πβ. μετασχηματισμός. [< αγγλ. reframing] | |
| 3290 | ανάπλαση | [ἀνάπλαση] α-νά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναμόρφωση, ανακατασκευή (κυρ. δομημένου περιβάλλοντος): αστική ~. Έργα ~ης. ~ (και ανάδειξη) πάρκων/πεζοδρομίων. ~ των οδών με αύξηση του πρασίνου/υποβαθμισμένων περιοχών. Πβ. ανακαίνιση.|| (μτφ.) Ηθική/κοινωνική/οικολογική/πνευματική ~. Πβ. αναδιάρθρωση. 2. (κυρ. στην αισθητική) αναδημιουργία, αναδόμηση, αναζωογόνηση: Κρέμα για την ~ των κυττάρων.|| ~ μαστού (μετά από μαστεκτομή. Πβ. επανορθωτική χειρουργική). ΣΥΝ. αναγέννηση (2) 3. (μτφ.) πιστή και δημιουργική αναπαραγωγή, αναπαράσταση ή επαναφορά στη μνήμη: (σε βιβλίο:) ~ περασμένων εποχών. Πβ. αναβίωση.|| ~ παραστάσεων/στιγμών του παρελθόντος/συναισθημάτων. Βλ. ανάκληση. [< αρχ. ἀνάπλασις, γαλλ. régénération] | |
| 3291 | αναπλαστικός | , ή, ό [ἀναπλαστικός] α-να-πλα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάπλαση: ~ές: εργασίες. Πβ. αναμορφωτικός.|| ~ός: ορός (: καλλυντικό με αντιγηραντική δράση). Πβ. αναγεννητικός, αναζωογονητικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: καρκίνος (: κακοήθεια του θυρεοειδούς που εξελίσσεται πολύ γρήγορα)/όγκος (: τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο δεν μοιάζουν με αυτά του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο αφαιρέθηκε. Πβ. αδιαφοροποίητος). ~ό: λέμφωμα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: μνήμη. Βλ. ανα-κλητικός, -μνηστικός. [< μτγν. ἀναπλαστικός ‘που υπάρχει στη φαντασία’, γαλλ. régénérateur] | |
| 3292 | αναπλειστηριασμός | [ἀναπλειστηριασμός] α-να-πλει-στη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. επαναληπτικός πλειστηριασμός που γίνεται με έξοδα του αρχικού πλειοδότη, σε περίπτωση που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα το εκπλειστηρίασμα. [< γερμ. wieder Versteigerung, γαλλ. nouvelle anchère] | |
| 3293 | αναπλήρωμα | [ἀναπλήρωμα] α-να-πλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): υποκατάστατο: ~ καφέ/μητρικού γάλακτος. Πβ. απομίμηση. [< αρχ. ἀναπλήρωμα] | |
| 3294 | αναπληρωματικός | , ή, ό [ἀναπληρωματικός] α-να-πλη-ρω-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει εκλεγεί ή οριστεί να αναπληρώνει πρόσωπο που κατέχει μόνιμη τακτική θέση: ~ός: εκπρόσωπος. ~οί: σύμβουλοι. ~ά: μέλη. Πβ. αναπληρωτής.|| (ως ουσ.) Οι ~οί της ομάδας (ενν. παίκτες). Πβ. παγκίτης. 2. που γίνεται για να αναπληρωθεί κάποιο κενό: ~ή: εκλογή. ~οί: διορισμοί. ΣΥΝ. συμπληρωματικός [< μτγν. ἀναπληρωματικός, γαλλ. suppléant, supplémentaire] | |
| 3298 | αναπληρωματικός | [ἀναπληρωτής] α-να-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αναπληρώνει κάποιον άλλο στα καθήκοντά του· ειδικότ. εκπαιδευτικός που καλύπτει λειτουργικό κενό σχολικής μονάδας, χωρίς να είναι διορισμένος: Πβ. αναπληρωματικός, αντικαταστάτης.|| ~ές και ωρομίσθιοι. Πίνακες/προσλήψεις ~ών. Δουλεύει ως ~τρια.|| (ως επίθ., ανώτερη θέση σε ιεραρχική κλίμακα:) ~ Διευθυντής/Εφέτης (ανακριτής)/Πρόεδρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπληρωτής καθηγητής: βαθμίδα στην ιεραρχία του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μετά τον επίκουρο και πριν από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας. Βλ. λέκτορας., αναπληρωτής/αναπληρώτρια υπουργός: κυβερνητικό μέλος το οποίο διορίζεται σε θέση που εντάσσεται σε υπουργείο ή υπάγεται στον Πρωθυπουργό, με αρμοδιότητες διαφορετικές από εκείνες του (υφ)υπουργού· το αντίστοιχο αξίωμα: ~ ~ Εξωτερικών. [< γαλλ. suppléant] | |
| 3295 | αναπληρών | [ἀναπληρώνω] α-να-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπλήρω-σα, αναπληρώ-σω, -θηκε, -μένος, αναπληρών-οντας} 1. αντικαθιστώ προσωρινά κάποιον στη θέση που κατέχει σε περίπτωση απουσίας του για οποιονδήποτε λόγο: ~ει το κενό που άφησε ο … Ο Πρόεδρος απουσιάζει στο εξωτερικό και τον ~ει ο Αντιπρόεδρος. ~θηκε στα καθήκοντά του από τον ... ΣΥΝ. υποκαθιστώ (1) 2. συμπληρώνω, καλύπτω (έλλειψη): Μόνο με σκληρή δουλειά θα ~σεις τον χαμένο χρόνο. Τραγική απώλεια που δύσκολα μπορεί να ~θεί. Το μάθημα που χάθηκε θα ~θεί τη Δευτέρα. [< αρχ. ἀναπληρῶ, μεσν. αναπληρώνω] | |
| 3296 | αναπλήρωση | [ἀναπλήρωση] α-να-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπληρώνω: Προσωπικό κατ' ~. Πβ. αντικατάσταση.|| ~ αποθεμάτων/εισοδήματος/υγρών και ηλεκτρολυτών (βλ. αφυδάτωση)/φυσικών πόρων. ~ ύλης/χαμένων διδακτικών ωρών (λόγω απεργίας/κατάληψης). Πβ. κάλυψη, συμπλήρωση. Βλ. υπερ~. 2. ΨΥΧΟΛ. μηχανισμός κατά τον οποίο το άτομο, για να αντισταθμίσει μειονεξία σε κάποιον τομέα, στρέφεται προς δραστηριότητες που αναδεικνύουν ικανότητές του σε άλλους τομείς. Πβ. αντιρρόπηση, αντιστάθμιση. Βλ. υπερ~. [< αρχ. ἀναπλήρωσις, γαλλ. suppléance] | |
| 3297 | αναπληρώσιμος | , η, ο [ἀναπληρώσιμος] α-να-πλη-ρώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αναπληρωθεί: Η απουσία της μητέρας του δημιούργησε ένα μη ~ο κενό. ΑΝΤ. δυσαναπλήρωτος | |
| 58802 | αναπληρωτής | ||
| 3299 | ανάπλους | [ἀνάπλους] α-νά-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πλεύση αντίθετα προς το ρεύμα ποταμού ή την κατεύθυνση των ανέμων. Βλ. πλους. [< αρχ. ἀνάπλους] | |
| 3300 | αναπνευστήρας | [ἀναπνευστήρας] α-να-πνευ-στή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. -ΙΑΤΡ. συσκευή-μονάδα παροχής αέρα και οξυγόνου σε ασθενείς που δυσκολεύονται ή αδυνατούν πλήρως να αναπνεύσουν, επειδή βρίσκονται σε ολική νάρκωση ή καταστολή ή επειδή οι μύες των πνευμόνων τους δεν έχουν τη δύναμη να αντεπεξέλθουν χωρίς μηχανική υποστήριξη: φορητός ~. ~ες εντατικής/χειρουργείου. Ο ασθενής βρίσκεται/μένει εκτός ~α. Βλ. τεχνητή αναπνοή. 2. μικρός σωλήνας από εύκαμπτο υλικό, ο οποίος βοηθά κάποιον να αναπνεύσει, όταν κολυμπά με το πρόσωπο (ή/και το σώμα) ελάχιστα κάτω από το νερό και του οποίου η μία άκρη είναι λυγισμένη και φέρει επιστόμιο, ενώ η άλλη προεξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας: μάσκα και ~. Βλ. φιάλη οξυγόνου. 3. ΤΕΧΝΟΛ. αγωγός αερισμού υποβρυχίου. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. respirateur] | |
| 3301 | αναπνευστικός | , ή, ό [ἀναπνευστικός] α-να-πνευ-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναπνοή: ~ός: ρυθμός/(ή ενδοτραχειακός) σωλήνας. ~ή: αλυσίδα/λειτουργία/μάσκα/συσκευή (πβ. αναπνευστήρας). ~οί: μύες. ~ές: αλλεργίες/παθήσεις (: πνευμονοπάθεια, βρογχίτιδα, άσθμα, υπνική άπνοια). ~ά: μηχανήματα/όργανα/προβλήματα (: ~ά νοσήματα ή δύσπνοια). Βλ. καρδιο~.|| ~ό πηλίκο (: το πηλίκο του διοξειδίου του άνθρακα που παράγεται προς το οξυγόνο που καταναλώνεται). ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστικές κινήσεις: κινήσεις του θωρακικού τοιχώματος κατά την εισπνοή και εκπνοή. [< γαλλ. mouvements respiratoires] , αναπνευστική ανεπάρκεια: ΙΑΤΡ. αδυναμία ανταπόκρισης του οργανισμού στις απαιτήσεις των ιστών και των οργάνων σε οξυγόνο, η οποία οφείλεται σε αναπνευστικές παθήσεις ή παχυσαρκία και αντιμετωπίζεται με οξυγονοθεραπεία., αναπνευστική δυσχέρεια & αναπνευστική δυσφορία: δύσπνοια. [< γαλλ. gêne respiratoire ] , αναπνευστική οδός: τα όργανα του αναπνευστικού συστήματος από τα οποία διέρχεται ο αέρας κατά την εισπνοή και εκπνοή: απόφραξη της ~ής ~ού., αναπνευστικό σύστημα & (προφ.) αναπνευστικό: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των οργάνων που συμμετέχουν στην αναπνοή· (ειδικότ. στον άνθρωπο) η μύτη, η στοματική κοιλότητα, ο φάρυγγας, ο λάρυγγας (ανώτερο αναπνευστικό), η τραχεία, οι βρόγχοι και οι πνεύμονες (κατώτερο αναπνευστικό): ιώσεις/λοιμώξεις του ~ού/αναπνευστικές λοιμώξεις (: γρίπη, κρυολόγημα, βρογχίτιδα, πνευμονία). Βλ. βράγχια. [< γαλλ. système respiratoire] , αναπνευστικός συγκυτιακός ιός βλ. συγκυτιακός [< αρχ. ἀναπνευστικός, γαλλ. respiratoire, αγγλ. respiratory] | |
| 3302 | αναπνέω | [ἀναπνέω] α-να-πνέ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάπνευ-σα (λόγ.) ανέπνευ-σα, αναπνεύ-σω, αναπνέ-οντας} ΣΥΝ. ανασαίνω 1. εισπνέω και εκπνέω αέρα μέσω των πνευμόνων· ειδικότ. εισπνέω κάτι: ~ από τη μύτη/το στόμα. ~ει κανονικά. ~ει με δυσκολία/με τη βοήθεια αναπνευστήρα/με μηχανική υποστήριξη. Σταμάτησε να ~ει (= πέθανε).|| ~ουμε καυσαέριο/σκόνη. Πάω έξω να ~σω (λίγο) καθαρό αέρα. ~στε βαθιά!|| (κατ' επέκτ.) Βαμβακερό ύφασμα που αφήνει το δέρμα να ~ει. 2. (μτφ.) ζω, υπάρχω: Όσο ~, δεν θα σταματήσω να ... 3. (μτφ.) ανακουφίζομαι, ξαλαφρώνω, ξανασαίνω: (για πρόσ.) Πλήρωσα την τελευταία δόση του δανείου και ~σα! Πβ. ησυχάζω.|| Χρειάζεται ένας πνεύμονας πρασίνου, για να ~σει η πόλη. ΑΝΤ. ασφυκτιώ [< αρχ. ἀναπνέω, γαλλ. respirer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ