Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4220-4240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3277αναπαυτικός, ή, ό [ἀναπαυτικός] α-να-παυ-τι-κός επίθ.: που παρέχει άνεση και ξεκούραση: ~ός: καναπές. ~ή: θέση/καρέκλα/πολυθρόνα. ~ό: κάθισμα/κρεβάτι/στρώμα. ~ά: παπούτσια. Πβ. βολικός, ξεκούραστος. ΣΥΝ. άνετος (1) ΑΝΤ. άβολος (1) ● επίρρ.: αναπαυτικά: Κάθεσαι ~; [< μτγν. ἀναπαυ(σ)τικός, γαλλ. confortable]
3278αναπαύω[ἀναπαύω] α-να-παύ-ω ρ. (μτβ.) {ανάπαυ-σε (λόγ.) ανέπαυ-σε, αναπαύ-σει (λαϊκό) αναπά-ψει, αναπαύ-τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος (λαϊκό) αναπαμένος} (λόγ.): προσφέρω χαλάρωση· ξεκουράζω (σωματικά και ψυχικά): Το φυσικό περιβάλλον ~ει τον επισκέπτη/την ψυχή και το πνεύμα. ~σε το κουρασμένο του κορμί.|| (μτφ.) ~εται (= επαναπαύεται) στην ασφάλεια της οικογένειάς του.|| (για πεθαμένο:) Ο Θεός ας ~σει την ψυχή του. ΑΝΤ. κουράζω (1) ● Παθ.: αναπαύομαι (επίσ.): ξεκουράζομαι· κατ' επέκτ. κοιμάμαι: Πήγε στο δωμάτιό του να ~τεί. Έχω ~μένη (= ήρεμη, ήσυχη) τη συνείδησή μου. Πβ. ηρεμώ, ξαποσταίνω, χαλαρώνω.|| (ΕΚΚΛΗΣ., για νεκρό:) ~εται εν ειρήνη. ● ΦΡ.: επαναπαύομαι στις δάφνες μου βλ. δάφνη [< αρχ. ἀναπαύω]
3279αναπέμπω[ἀναπέμπω] α-να-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {ανέπεμ-ψα, αναπέμ-ψει, -φθηκε, -φθεί} 1. (λόγ.) απευθύνω δέηση στον Θεό: ~ ευχαριστίες/ευχές/ύμνους στον Κύριο. Βλ. προσεύχομαι. 2. ΝΟΜ. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} αρνούμαι να επικυρώσω κάτι και το επιστρέφω για επανεξέταση και αναθεώρηση· γενικότ. παραπέμπω σε ανώτερο όργανο: Ο νόμος ~φθηκε ως αντισυνταγματικός.|| Το Δικαστήριο ~ψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. [< μτγν. ἀναπέμπω ‘στέλνω επάνω ή πίσω, εκπέμπω’, γαλλ. renvoyer]
3280αναπεπταμένος, η, ο [ἀναπεπταμένος] α-να-πε-πτα-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.) 1. που δεν έχει όρια, ανοιχτός, διάπλατος: ~ο: πεδίο (= ευρύχωρο)/πέλαγος. 2. ξεδιπλωμένος, απλωμένος: ~α: πανιά/φτερά.|| (μτφ.-ειρων.) Με ~η τη σημαία των μεταρρυθμίσεων. [< αρχ. ἀναπεπταμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀναπεπτάννυμι ‘ξεδιπλώνω’]
3281αναπηδάωβλ. αναπηδώ
3282αναπήδηση[ἀναπήδηση] α-να-πή-δη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) αναπήδημα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπηδώ: ~ της μπάλας (πβ. γκελ).|| (ΓΥΜΝ.) ~ήσεις με τεντωμένα γόνατα/σε τραμπολίνο. Πβ. άλμα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ (= εκτίναξη) των τιμών. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπήδηση συχνότητας: ΤΗΛΕΠ. επαναλαμβανόμενη αλλαγή συχνοτήτων κατά την εκπομπή ραδιοσημάτων κατά τρόπο, ώστε να ελαττώνεται η επίδραση των παρεμβολών μεταξύ διαφόρων ασύρματων τεχνολογιών: προσαρμοστική ~ ~. [< αγγλ. frequency hopping] [< αρχ. ἀναπήδησις, γαλλ. rebondissement]
3283αναπηδώ[ἀναπηδῶ] α-να-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {αναπηδ-άς ... | αναπήδ-ησα, -ώντας} & αναπηδάω ΣΥΝ. ξεπηδώ 1. τινάζομαι προς τα πάνω ή προς τα πίσω: ~ησε ξαφνιασμένος/τρομαγμένος.|| Από την πληγή ~ούσε το αίμα. Πβ. αναβλύζω.|| (μτφ.) Μόλις την είδε, η καρδιά του ~ησε (: σκίρτησε). ΣΥΝ. πετάγομαι (1) 2. (μτφ.) προκύπτω ξαφνικά, εμφανίζομαι: Ιδέα που ~ησε μέσα από συνεχείς συζητήσεις. [< αρχ. ἀναπηδῶ, γαλλ. rebondir]
3284αναπηρία[ἀναπηρία] α-να-πη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση ενός ατόμου, η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη ή μείωση της λειτουργικότητας σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής του, λόγω σωματικής, ψυχικής ή νοητικής βλάβης ή απουσίας μέλους ή οργάνου: απόλυτη/ελαφρά/μέτρια/πλήρης/σοβαρή (/βαριά) ~. Μερική/ολική/πολλαπλή ~ (πβ. ανικανότητα). Ακουστική (= κώφωση)/(δια)νοητική (= υστέρηση)/οπτική (= τύφλωση) ~. Άτομα με ~ (ακρ. ΑμεΑ). Βαθμός/επίδομα/πιστοποιητικό/ποσοστό ~ας. Πβ. κουσούρι, σακατιλίκι. Βλ. αρτιμέλεια. 2. (μτφ.) ανεπάρκεια, δυσλειτουργία (κυρ. κοινωνικής δομής, θεσμού ή συστήματος). ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα αναπηρίας & κάρτα λειτουργικότητας: πιστοποιητικό βεβαίωσης της αναπηρίας του κατόχου του, καθώς και του βαθμού της, ώστε να καθίσταται δικαιούχος διευκολύνσεων, ενισχύσεων και μέριμνας από την πλευρά της Πολιτείας. [< αγγλ. disabled/disablitiy card] , αναπηρική σύνταξη βλ. αναπηρικός, κινητική αναπηρία βλ. κινητικός, νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση/αναπηρία βλ. υστέρηση [< αρχ. ἀναπηρία ‘ακρωτηριασμός, σακάτεμα’, γαλλ. invalidité, αγγλ. disability]
3285αναπηρικός, ή, ό [ἀναπηρικός] α-να-πη-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναπηρία, κυρ. την κινητική: ~ή: καρέκλα/πολυθρόνα.|| ~ό: αυτοκίνητο/καρότσι. Πβ. ορθοπαιδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπηρική σύνταξη & σύνταξη αναπηρίας: η οποία χορηγείται σε άτομα που, λόγω αναπηρίας, αδυνατούν να ασκήσουν ή να συνεχίσουν την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος: ~ ~ από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια. Παραπληγικό επίδομα και ~ ~. [< αγγλ. disability pension] , (αναπηρικό) αμαξίδιο βλ. αμαξίδιο
3286ανάπηρος, η, ο [ἀνάπηρος] α-νά-πη-ρος επίθ. 1. που έχει αναπηρία: κινητικά/πνευματικά ~. Έμεινε ~. Το ατύχημα τον άφησε ~ο. ΑΝΤ. αρτιμελής 2. (μτφ.) ανίκανος, ανεπαρκής, ελλιπής: Συναισθηματικά ~.|| ~η: γλώσσα/σκέψη. Βλ. ανήμπορος. ● Ουσ.: ανάπηρος, ανάπηρη {-ου (λόγ.) -ήρου} (ο/η): άτομο με αναπηρία. Πβ. ΑμεΑ, ΑΜΕΑ, άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες, παράλυτος, παραπληγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάπηρος πολέμου: άτομο που έμεινε ανάπηρο λόγω τραυματισμού του σε πόλεμο και έχει ειδικά προνόμια από το κράτος. Βλ. θύματα πολέμου. [< γαλλ. invalide de guerre] [< αρχ. ἀνάπηρος ‘σακάτης, χωλός’]
3287αναπλάθω[ἀναπλάθω] α-να-πλά-θω ρ. (μτβ.) {ανέπλα-σε, (να/θα) αναπλά-σει, αναπλά-στηκε κ. -σθηκε, (να/θα) -στεί κ. -σθεί, -σμένος, αναπλάθ-οντας} & (σπάν.-λόγ.) αναπλάσσω 1. (συνήθ. για δημόσιο χώρο, δομημένο περιβάλλον) ανακατασκευάζω, αναμορφώνω, ξαναφτιάχνω: Το ιστορικό κέντρο/η πλατεία ~στηκε και αναβαθμίστηκε. Το κτίριο έχει αναπαλαιωθεί και έχει ~στεί ο γύρω χώρος. Πβ. ανα-δημιουργώ, -καινίζω, μεταπλάθω. 2. (μτφ.) αναπαράγω, αναπαριστώ πιστά και δημιουργικά, επαναφέρω στη μνήμη: ~ πρόσωπα και γεγονότα. ~ εικόνες στο μυαλό μου (μέσω της φαντασίας). Διήγημα που ~ει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής (βλ. αναβιώνω, ζωντανεύω)/τον χαρακτήρα και τη ζωή κάποιου (βλ. ανακαλώ). 3. (κυρ. για καλλυντικό προϊόν) ανανεώνω, αναζωογονώ: Κρέμες που ~ουν και αναδομούν το δέρμα/τους ιστούς. [< αρχ. ἀναπλάσσω]
3288αναπλαισιώνω[ἀναπλαισιώνω] α-να-πλαι-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπλαισίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αναπλαισιών-οντας} (επίσ.): εντάσσω κάτι μέσα σε νέο πλαίσιο, το θέτω σε καινούργιες βάσεις: ~ουν το πρόβλημα/τον τρόπο σκέψης τους. ~εται η έννοια και ο ρόλος του ... Οι στόχοι ~ονται σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις. Πβ. επαναπροσδιορίζω. [< αγγλ. reframe]
3289αναπλαισίωση[ἀναπλαισίωση] α-να-πλαι-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπλαισιώνω: ~ της στάσης που ακολουθείται στο θέμα του ... Πβ. επαναπροσδιορισμός.|| (κυρ. ΠΑΙΔΑΓ.) ~ της γνώσης (: αλλαγές, επιλογές ή αλλοιώσεις που υφίσταται η επιστημονική ή εμπειρική-βιωματική γνώση κατά τη μετατροπή της σε σχολική). Πβ. μετασχηματισμός. [< αγγλ. reframing]
3290ανάπλαση[ἀνάπλαση] α-νά-πλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναμόρφωση, ανακατασκευή (κυρ. δομημένου περιβάλλοντος): αστική ~. Έργα ~ης. ~ (και ανάδειξη) πάρκων/πεζοδρομίων. ~ των οδών με αύξηση του πρασίνου/υποβαθμισμένων περιοχών. Πβ. ανακαίνιση.|| (μτφ.) Ηθική/κοινωνική/οικολογική/πνευματική ~. Πβ. αναδιάρθρωση. 2. (κυρ. στην αισθητική) αναδημιουργία, αναδόμηση, αναζωογόνηση: Κρέμα για την ~ των κυττάρων.|| ~ μαστού (μετά από μαστεκτομή. Πβ. επανορθωτική χειρουργική). ΣΥΝ. αναγέννηση (2) 3. (μτφ.) πιστή και δημιουργική αναπαραγωγή, αναπαράσταση ή επαναφορά στη μνήμη: (σε βιβλίο:) ~ περασμένων εποχών. Πβ. αναβίωση.|| ~ παραστάσεων/στιγμών του παρελθόντος/συναισθημάτων. Βλ. ανάκληση. [< αρχ. ἀνάπλασις, γαλλ. régénération]
3291αναπλαστικός, ή, ό [ἀναπλαστικός] α-να-πλα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάπλαση: ~ές: εργασίες. Πβ. αναμορφωτικός.|| ~ός: ορός (: καλλυντικό με αντιγηραντική δράση). Πβ. αναγεννητικός, αναζωογονητικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: καρκίνος (: κακοήθεια του θυρεοειδούς που εξελίσσεται πολύ γρήγορα)/όγκος (: τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο δεν μοιάζουν με αυτά του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο αφαιρέθηκε. Πβ. αδιαφοροποίητος). ~ό: λέμφωμα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: μνήμη. Βλ. ανα-κλητικός, -μνηστικός. [< μτγν. ἀναπλαστικός ‘που υπάρχει στη φαντασία’, γαλλ. régénérateur]
3292αναπλειστηριασμός[ἀναπλειστηριασμός] α-να-πλει-στη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. επαναληπτικός πλειστηριασμός που γίνεται με έξοδα του αρχικού πλειοδότη, σε περίπτωση που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα το εκπλειστηρίασμα. [< γερμ. wieder Versteigerung, γαλλ. nouvelle anchère]
3293αναπλήρωμα[ἀναπλήρωμα] α-να-πλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): υποκατάστατο: ~ καφέ/μητρικού γάλακτος. Πβ. απομίμηση. [< αρχ. ἀναπλήρωμα]
3294αναπληρωματικός, ή, ό [ἀναπληρωματικός] α-να-πλη-ρω-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει εκλεγεί ή οριστεί να αναπληρώνει πρόσωπο που κατέχει μόνιμη τακτική θέση: ~ός: εκπρόσωπος. ~οί: σύμβουλοι. ~ά: μέλη. Πβ. αναπληρωτής.|| (ως ουσ.) Οι ~οί της ομάδας (ενν. παίκτες). Πβ. παγκίτης. 2. που γίνεται για να αναπληρωθεί κάποιο κενό: ~ή: εκλογή. ~οί: διορισμοί. ΣΥΝ. συμπληρωματικός [< μτγν. ἀναπληρωματικός, γαλλ. suppléant, supplémentaire]
3298αναπληρωματικός[ἀναπληρωτής] α-να-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αναπληρώνει κάποιον άλλο στα καθήκοντά του· ειδικότ. εκπαιδευτικός που καλύπτει λειτουργικό κενό σχολικής μονάδας, χωρίς να είναι διορισμένος: Πβ. αναπληρωματικός, αντικαταστάτης.|| ~ές και ωρομίσθιοι. Πίνακες/προσλήψεις ~ών. Δουλεύει ως ~τρια.|| (ως επίθ., ανώτερη θέση σε ιεραρχική κλίμακα:) ~ Διευθυντής/Εφέτης (ανακριτής)/Πρόεδρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπληρωτής καθηγητής: βαθμίδα στην ιεραρχία του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μετά τον επίκουρο και πριν από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας. Βλ. λέκτορας., αναπληρωτής/αναπληρώτρια υπουργός: κυβερνητικό μέλος το οποίο διορίζεται σε θέση που εντάσσεται σε υπουργείο ή υπάγεται στον Πρωθυπουργό, με αρμοδιότητες διαφορετικές από εκείνες του (υφ)υπουργού· το αντίστοιχο αξίωμα: ~ ~ Εξωτερικών. [< γαλλ. suppléant]
3295αναπληρών[ἀναπληρώνω] α-να-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπλήρω-σα, αναπληρώ-σω, -θηκε, -μένος, αναπληρών-οντας} 1. αντικαθιστώ προσωρινά κάποιον στη θέση που κατέχει σε περίπτωση απουσίας του για οποιονδήποτε λόγο: ~ει το κενό που άφησε ο … Ο Πρόεδρος απουσιάζει στο εξωτερικό και τον ~ει ο Αντιπρόεδρος. ~θηκε στα καθήκοντά του από τον ... ΣΥΝ. υποκαθιστώ (1) 2. συμπληρώνω, καλύπτω (έλλειψη): Μόνο με σκληρή δουλειά θα ~σεις τον χαμένο χρόνο. Τραγική απώλεια που δύσκολα μπορεί να ~θεί. Το μάθημα που χάθηκε θα ~θεί τη Δευτέρα. [< αρχ. ἀναπληρῶ, μεσν. αναπληρώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.