| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41818 | ποντικοκτόνο | πο-ντι-κο-κτό-νο ουσ. (ουδ.): μυοκτόνο. | |
| 41819 | ποντικομαμή | πο-ντι-κο-μα-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ποντικομαμμή (υβριστ.) 1. πρόσωπο, συνήθ. άντρας, που το χαρακτηρίζουν δόλιες, πονηρές και ύπουλες κινήσεις ή πράξεις. 2. άνθρωπος με φυσιογνωμία που θυμίζει ποντίκι. | |
| 41820 | ποντικοπαγίδα | πο-ντι-κο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): φάκα. | |
| 41821 | ποντικός | πο-ντι-κός ουσ. (αρσ.) 1. ποντίκι. 2. (μτφ.) κλέφτης, διαρρήκτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λαδωμένος ποντικός: (μτφ.) που έχει στα μαλλιά, στα ρούχα ή στο σώμα του πολύ λάδι. ● ΦΡ.: (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού βλ. ουρά, πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα βλ. φάκα [< μεσν. ποντικός < αρχ. ποντικὸς (μῦς) ‘είδος νυφίτσας’] | |
| 41822 | ποντικότρυπα | πο-ντι-κό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.) 1. τρύπα η οποία αποτελεί την είσοδο της φωλιάς ποντικού. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ μικρός χώρος: Μου ζήτησαν μια περιουσία για μια ~. ΣΥΝ. ποντικοφωλιά (2) | |
| 41823 | ποντικοφαγωμένος | , η, ο πο-ντι-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει φαγωθεί και καταστραφεί από ποντικούς: ~ο: τυρί. Βλ. σκοροφαγωμένος. | |
| 41824 | ποντικοφάρμακο | πο-ντι-κο-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.): δηλητηριώδες σκεύασμα για καταπολέμηση και εξολόθρευση ποντικιών. Πβ. μυοκτόνο. [< μεσν. ποντικοφάρμακον ‘λιθάργυρος’] | |
| 41825 | ποντικοφωλιά | πο-ντι-κο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά ποντικιού. 2. (μτφ.-μειωτ.) ποντικότρυπα: γραφεία/διαμερίσματα-~ιές. | |
| 41826 | Πόντιος Πιλάτος | [Πιλᾶτος] Πό-ντι-ος Πι-λά-τος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ., από τον ομώνυμο έπαρχο της Ιουδαίας): πρόσωπο ή φορέας που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αλλά τις μεταθέτει σε άλλους: σύγχρονοι ~οι ~οι. Παριστάνουν τους ~ους ~ους. Βλ. νίπτω τας χείρας μου. [< μτγν. Πιλᾶτος] | |
| 41827 | Πόντιος, Πόντια | Πό-ντι-ος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίου}: πρόσωπο που γεννήθηκε στον Πόντο ή κατάγεται από αυτόν. | |
| 41828 | πόντιουμ | πό-ντι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βάθρο, κυρ. μαέστρου: Στο ~ θα βρίσκεται/είναι ο …|| (σπανιότ., για πιλότο της φόρμουλα 1) Ανέβηκε στο ~ του νικητή. [< λατ. podium] | |
| 41829 | πόντιση | πό-ντι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πόντισμα (το): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντίζω: βαρίδι ~ης. ~ καλωδίων. Πβ. βύθιση. Βλ. καταποντισμός. [< αρχ. πόντισμα 'προσφορά που ρίχνεται στη θάλασσα'] | |
| 41830 | ποντίφικας | πο-ντί-φι-κας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ποντίφηκας & (λόγ.) ποντίφηξ {-ικος} 1. ΘΡΗΣΚ. τίτλος του προκαθήμενου της καθολικής εκκλησίας: ομιλία του ~α. ΣΥΝ. πάπας (1) 2. (στην αρχαία Ρώμη) αρχιερέας. [< 1: μεσν. ποντίφιξ 2: μτγν. ποντίφεξ] | |
| 41831 | ποντιφικός | , ή, ό πο-ντι-φι-κός επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ποντίφικα: ~ό: Ινστιτούτο/Συμβούλιο. Το ~ό Κράτος (= το Βατικανό). Πβ. παπικός. [< γαλλ. pontifical] | |
| 58668 | πόντκαστ | ποντ-καστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηχητικό αρχείο εύκολα προσβάσιμο ανά πάσα ώρα μέσω του διαδικτύου. [< αμερικ. podcast, 2004 < (i)Pod + (broad)cast, γαλλ. ~, 2004, ιταλ. ~, 2005] | |
| 41832 | ποντοπορεί | [ποντοπορεῖ] πο-ντο-πο-ρεί ρ. (αμτβ.) (αμτβ.) (επίσ., για καράβι): διασχίζει τη θάλασσα, ταξιδεύει στο πέλαγος. [< αρχ. ποντοπορῶ] | |
| 41833 | ποντοπορία | πο-ντο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντοπορεί. [< μτγν. ποντοπορία] | |
| 41834 | ποντοπόρος | , ος/α, ο πο-ντο-πό-ρος επίθ. (επίσ.): που ποντοπορεί: ~α: πλοία.|| ~ος: ναυτιλία. Πβ. θαλασσοπόρος. [< αρχ. ποντοπόρος] | |
| 41835 | πόντος1 | πό-ντος ουσ. (αρσ.) 1. εκατοστόμετρο: δύο ~ους πάχος. Φορούσε δέκα ~ους (= δεκάποντο) τακούνι. Το πρωί είχε γύρω στους τριάντα ~ους χιόνι. 2. μονάδα μέτρησης, συνήθ. σε τυχερά παιχνίδια, ή αξίας, κυρ. σε αγορές: Ο βαλές μετράει για δύο ~ους.|| Με την επίδειξη της κάρτας στο ταμείο συγκεντρώνετε/συλλέγετε ~ους. Μπορείτε να εξαργυρώσετε τους ~ους σας. 3. ΑΘΛ. βαθμός επιτυχίας σε αθλήματα: Ο παίκτης έχασε/κέρδισε/πήρε/σημείωσε έναν ~ο. Ο αγώνας κρίθηκε στον ~ο. Η ομάδα μας μείωσε τη διαφορά στον ~ο/προηγείται με πέντε ~ους. 4. θηλιά σε πλέξιμο: Της έφυγε ένας ~ από το καλσόν. ● ΦΡ.: κερδίζει/παίρνει πόντους (μτφ.): καλυτερεύει τη θέση του, αποκτά πλεονέκτημα: Η ταινία ~ ~ χάρη στους δύο πρωταγωνιστές. Ο ... ~ ~ στην κούρσα της διαδοχής. Πβ. κερδίζει έδαφος., πόντο πόντο (μτφ.) 1. με επιμέλεια, με προσοχή, εξονυχιστικά: Ο τεχνίτης επεξεργάζεται ~ ~ το υλικό του. 2. λίγο λίγο, με κόπο ή δυσκολία: Λάξευε τις πέτρες ~ ~. [< βεν. ponto] | |
| 41836 | πόντος2 | πό-ντος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πέλαγος. Πβ. ανοιχτή θάλασσα. [< αρχ. πόντος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ