Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42380-42400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41808πονταρισιά2πο-ντα-ρι-σιά ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. σημάδι που αφήνει η πόντα σε μεταλλική επιφάνεια. 2. κάθε γούβα που δημιουργείται σε μεταλλικές επιφάνειες, ώστε να συγκολληθούν. 3. επαφή ηλεκτροδίου με μεταλλική επιφάνεια κατά τη συγκόλληση.
41809ποντάρισμαπο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {πονταρίσμ-ατος}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντάρω: μεγάλο/μικρό ~. Ποσό/τρόπος ~ατος. Πβ. πονταρισιά, τζογάρισμα. Βλ. στοίχημα.
41810ποντάρωπο-ντά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πόνταρ-ε, -ιζε, -ισε, ποντάρ-οντας} 1. στοιχηματίζω ορισμένο ποσό, συνήθ. σε τυχερά παιχνίδια, με σκοπό το κέρδος: ~ε όσα χρήματα είχε πάνω του στο κόκκινο της ρουλέτας. Πβ. παίζω, τζογάρω. 2. (μτφ.) υπολογίζω, στηρίζομαι σε κάποιον, για να αποκομίσω όφελος: ~ε στο θετικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί υπέρ του. ~ει πολλά πάνω του/στον ... Βλ. διακινδυνεύω. ● ΦΡ.: ποντάρει σε κουτσό άλογο βλ. άλογο [< ιταλ. pontare]
41811πόντζαβλ. πότζα
41812ποντιακός, ή, ό πο-ντι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Πόντο και τους κατοίκους του: ~ός: ελληνισμός. ~ή: ενδυμασία/λύρα. ~ά: ανέκδοτα/έθιμα. ● Ουσ.: Ποντιακά (τα) & (επίσ.) Ποντιακή (η): η ποντιακή διάλεκτος.
41813ποντίζωπο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {πόντι-σα, ποντί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.): βυθίζω κάτι στη θάλασσα: ~ την άγκυρα. ~σμένες: νάρκες. Πβ. κατα~, φουντάρω. [< αρχ. ποντίζω]
41814ποντικίπο-ντι-κί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το γκρι χρώμα του ποντικιού: ~ ρούχο.|| (ως ουσ.) Σκούρο ~ (ενν. χρώμα). Πβ. ανθρακί, σουρί.
41815ποντίκιπο-ντί-κι ουσ. (ουδ.) {ποντικ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. μικρό, συνήθ. γκρίζο, τρωκτικό με μακρόστενη μουσούδα και μακριά λεπτή ουρά: ~ια των αγρών/του εργαστηρίου (βλ. πειραματόζωο)/των πόλεων. Εξολόθρευση (βλ. μυοκτονία)/φωλιά ~ιών. Αποθήκη γεμάτη κατσαρίδες και ~ια. Βλ. αρουραίος, επίμυς, λέμινγκ, μυγαλή, χάμστερ.|| Εγκατέλειψε την ομάδα, όπως τα ~ια το πλοίο που βουλιάζει. ΣΥΝ. μυς (2), ποντικός (1) 2. ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή εισόδου για τον χειρισμό του δείκτη ή του κέρσορα της οθόνης: ασύρματο/ενσύρματο/επαναφορτιζόμενο/οπτικό ~. Κάνε αριστερό/δεξί κλικ με το ~ (= πάτα το αριστερό/δεξί πλήκτρο του ~ιού). Βλ. ιχνόσφαιρα, γραφίδα, τζόιστικ. ΣΥΝ. μάους 3. (προφ.) γυμνασμένος δικέφαλος μυς του βραχίονα: Κάνε ~! Έχει ~ια. Πβ. μούσκουλο. 4. ΜΑΓΕΙΡ. τμήμα σφαγίου (γάμπα)· ειδικότ. μαλακό κρέας, συνήθ. μοσχαρίσιο, χωρίς κόκαλο και με πολύ λίγο λίπος, αλλά πλούσιο σε συνδετικό ιστό, που μαγειρεύεται συνήθ. βραστό. Βλ. νουά. 5. (στρατ. αργκό) νεοσύλλεκτος. ● Υποκ.: ποντικάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: ποντίκαρος (ο): στη σημ. 1., πόντικας (ο): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ποντίκι που βρυχάται: για κάποιον που εκτοξεύει απειλές ή προσπαθεί να εκφοβίσει, ενώ είναι ανίσχυρος., σαν τα ποντίκια: σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής ή επικρατεί συνωστισμός: Τους έπιασαν ~ ~ στη φάκα. Κλεισμένοι/παγιδευμένοι/στοιβαγμένοι ~ ~. Θα πνιγούμε/σκάσουμε ~ ~!, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια βλ. γάτα, παίζω σαν τη γάτα με το ποντίκι/όπως η γάτα με το ποντίκι βλ. παίζω, το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι βλ. παιχνίδι [< 1: μεσν. ποντίκιν 2: αγγλ. mouse, 1965, 3: γαλλ. souris]
41816ποντικίναπο-ντι-κί-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. θηλυκό ποντίκι.
41817ποντικοκούραδοπο-ντι-κο-κού-ρα-δο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) 1. ακαθαρσία ποντικού. 2. (μειωτ.) κάτι που έχει πολύ μικρό μέγεθος.
41818ποντικοκτόνοπο-ντι-κο-κτό-νο ουσ. (ουδ.): μυοκτόνο.
41819ποντικομαμήπο-ντι-κο-μα-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ποντικομαμμή (υβριστ.) 1. πρόσωπο, συνήθ. άντρας, που το χαρακτηρίζουν δόλιες, πονηρές και ύπουλες κινήσεις ή πράξεις. 2. άνθρωπος με φυσιογνωμία που θυμίζει ποντίκι.
41820ποντικοπαγίδαπο-ντι-κο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): φάκα.
41821ποντικόςπο-ντι-κός ουσ. (αρσ.) 1. ποντίκι. 2. (μτφ.) κλέφτης, διαρρήκτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λαδωμένος ποντικός: (μτφ.) που έχει στα μαλλιά, στα ρούχα ή στο σώμα του πολύ λάδι. ● ΦΡ.: (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού βλ. ουρά, πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα βλ. φάκα [< μεσν. ποντικός < αρχ. ποντικὸς (μῦς) ‘είδος νυφίτσας’]
41822ποντικότρυπαπο-ντι-κό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.) 1. τρύπα η οποία αποτελεί την είσοδο της φωλιάς ποντικού. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ μικρός χώρος: Μου ζήτησαν μια περιουσία για μια ~. ΣΥΝ. ποντικοφωλιά (2)
41823ποντικοφαγωμένος, η, ο πο-ντι-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει φαγωθεί και καταστραφεί από ποντικούς: ~ο: τυρί. Βλ. σκοροφαγωμένος.
41824ποντικοφάρμακοπο-ντι-κο-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.): δηλητηριώδες σκεύασμα για καταπολέμηση και εξολόθρευση ποντικιών. Πβ. μυοκτόνο. [< μεσν. ποντικοφάρμακον ‘λιθάργυρος’]
41825ποντικοφωλιάπο-ντι-κο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά ποντικιού. 2. (μτφ.-μειωτ.) ποντικότρυπα: γραφεία/διαμερίσματα-~ιές.
41826Πόντιος Πιλάτος[Πιλᾶτος] Πό-ντι-ος Πι-λά-τος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ., από τον ομώνυμο έπαρχο της Ιουδαίας): πρόσωπο ή φορέας που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αλλά τις μεταθέτει σε άλλους: σύγχρονοι ~οι ~οι. Παριστάνουν τους ~ους ~ους. Βλ. νίπτω τας χείρας μου. [< μτγν. Πιλᾶτος]
41827Πόντιος, ΠόντιαΠό-ντι-ος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίου}: πρόσωπο που γεννήθηκε στον Πόντο ή κατάγεται από αυτόν.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.