Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42380-42400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41818ποντικοκτόνοπο-ντι-κο-κτό-νο ουσ. (ουδ.): μυοκτόνο.
41819ποντικομαμήπο-ντι-κο-μα-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ποντικομαμμή (υβριστ.) 1. πρόσωπο, συνήθ. άντρας, που το χαρακτηρίζουν δόλιες, πονηρές και ύπουλες κινήσεις ή πράξεις. 2. άνθρωπος με φυσιογνωμία που θυμίζει ποντίκι.
41820ποντικοπαγίδαπο-ντι-κο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): φάκα.
41821ποντικόςπο-ντι-κός ουσ. (αρσ.) 1. ποντίκι. 2. (μτφ.) κλέφτης, διαρρήκτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λαδωμένος ποντικός: (μτφ.) που έχει στα μαλλιά, στα ρούχα ή στο σώμα του πολύ λάδι. ● ΦΡ.: (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού βλ. ουρά, πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα βλ. φάκα [< μεσν. ποντικός < αρχ. ποντικὸς (μῦς) ‘είδος νυφίτσας’]
41822ποντικότρυπαπο-ντι-κό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.) 1. τρύπα η οποία αποτελεί την είσοδο της φωλιάς ποντικού. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ μικρός χώρος: Μου ζήτησαν μια περιουσία για μια ~. ΣΥΝ. ποντικοφωλιά (2)
41823ποντικοφαγωμένος, η, ο πο-ντι-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει φαγωθεί και καταστραφεί από ποντικούς: ~ο: τυρί. Βλ. σκοροφαγωμένος.
41824ποντικοφάρμακοπο-ντι-κο-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.): δηλητηριώδες σκεύασμα για καταπολέμηση και εξολόθρευση ποντικιών. Πβ. μυοκτόνο. [< μεσν. ποντικοφάρμακον ‘λιθάργυρος’]
41825ποντικοφωλιάπο-ντι-κο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά ποντικιού. 2. (μτφ.-μειωτ.) ποντικότρυπα: γραφεία/διαμερίσματα-~ιές.
41826Πόντιος Πιλάτος[Πιλᾶτος] Πό-ντι-ος Πι-λά-τος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ., από τον ομώνυμο έπαρχο της Ιουδαίας): πρόσωπο ή φορέας που δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αλλά τις μεταθέτει σε άλλους: σύγχρονοι ~οι ~οι. Παριστάνουν τους ~ους ~ους. Βλ. νίπτω τας χείρας μου. [< μτγν. Πιλᾶτος]
41827Πόντιος, ΠόντιαΠό-ντι-ος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -ίου}: πρόσωπο που γεννήθηκε στον Πόντο ή κατάγεται από αυτόν.
41828πόντιουμπό-ντι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βάθρο, κυρ. μαέστρου: Στο ~ θα βρίσκεται/είναι ο …|| (σπανιότ., για πιλότο της φόρμουλα 1) Ανέβηκε στο ~ του νικητή. [< λατ. podium]
41829πόντισηπό-ντι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πόντισμα (το): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντίζω: βαρίδι ~ης. ~ καλωδίων. Πβ. βύθιση. Βλ. καταποντισμός. [< αρχ. πόντισμα 'προσφορά που ρίχνεται στη θάλασσα']
41830ποντίφικαςπο-ντί-φι-κας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ποντίφηκας & (λόγ.) ποντίφηξ {-ικος} 1. ΘΡΗΣΚ. τίτλος του προκαθήμενου της καθολικής εκκλησίας: ομιλία του ~α. ΣΥΝ. πάπας (1) 2. (στην αρχαία Ρώμη) αρχιερέας. [< 1: μεσν. ποντίφιξ 2: μτγν. ποντίφεξ]
41831ποντιφικός, ή, ό πο-ντι-φι-κός επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ποντίφικα: ~ό: Ινστιτούτο/Συμβούλιο. Το ~ό Κράτος (= το Βατικανό). Πβ. παπικός. [< γαλλ. pontifical]
58668πόντκαστποντ-καστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηχητικό αρχείο εύκολα προσβάσιμο ανά πάσα ώρα μέσω του διαδικτύου. [< αμερικ. podcast, 2004 < (i)Pod + (broad)cast, γαλλ. ~, 2004, ιταλ. ~, 2005]
41832ποντοπορεί[ποντοπορεῖ] πο-ντο-πο-ρεί ρ. (αμτβ.) (αμτβ.) (επίσ., για καράβι): διασχίζει τη θάλασσα, ταξιδεύει στο πέλαγος. [< αρχ. ποντοπορῶ]
41833ποντοπορίαπο-ντο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντοπορεί. [< μτγν. ποντοπορία]
41834ποντοπόρος, ος/α, ο πο-ντο-πό-ρος επίθ. (επίσ.): που ποντοπορεί: ~α: πλοία.|| ~ος: ναυτιλία. Πβ. θαλασσοπόρος. [< αρχ. ποντοπόρος]
41835πόντος1πό-ντος ουσ. (αρσ.) 1. εκατοστόμετρο: δύο ~ους πάχος. Φορούσε δέκα ~ους (= δεκάποντο) τακούνι. Το πρωί είχε γύρω στους τριάντα ~ους χιόνι. 2. μονάδα μέτρησης, συνήθ. σε τυχερά παιχνίδια, ή αξίας, κυρ. σε αγορές: Ο βαλές μετράει για δύο ~ους.|| Με την επίδειξη της κάρτας στο ταμείο συγκεντρώνετε/συλλέγετε ~ους. Μπορείτε να εξαργυρώσετε τους ~ους σας. 3. ΑΘΛ. βαθμός επιτυχίας σε αθλήματα: Ο παίκτης έχασε/κέρδισε/πήρε/σημείωσε έναν ~ο. Ο αγώνας κρίθηκε στον ~ο. Η ομάδα μας μείωσε τη διαφορά στον ~ο/προηγείται με πέντε ~ους. 4. θηλιά σε πλέξιμο: Της έφυγε ένας ~ από το καλσόν. ● ΦΡ.: κερδίζει/παίρνει πόντους (μτφ.): καλυτερεύει τη θέση του, αποκτά πλεονέκτημα: Η ταινία ~ ~ χάρη στους δύο πρωταγωνιστές. Ο ... ~ ~ στην κούρσα της διαδοχής. Πβ. κερδίζει έδαφος., πόντο πόντο (μτφ.) 1. με επιμέλεια, με προσοχή, εξονυχιστικά: Ο τεχνίτης επεξεργάζεται ~ ~ το υλικό του. 2. λίγο λίγο, με κόπο ή δυσκολία: Λάξευε τις πέτρες ~ ~. [< βεν. ponto]
41836πόντος2πό-ντος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πέλαγος. Πβ. ανοιχτή θάλασσα. [< αρχ. πόντος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.