| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41837 | ποντς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ζεστό ή κρύο αρωματικό ποτό που φτιάχνεται από χυμό φρούτων, νερό, ζάχαρη και συνήθ. αλκοολούχο ποτό, όπως ρούμι ή κρασί. [< αγγλ. punch, γαλλ. ~] | |
| 41838 | πόντσο | πό-ντσο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τετράγωνο ή στρογγυλό πολύχρωμο μεξικάνικο ριχτό πανωφόρι, με άνοιγμα στο κέντρο για το κεφάλι, χωρίς μανίκια. || (κατ’ επέκτ.) γυναικεία ή παιδική κάπα. Βλ. μπέρτα. [< αγγλ.-γαλλ. poncho] | |
| 41839 | πονώ | [πονῶ] πο-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πον-άς (σπανιότ.) -είς ... | πόν-εσα, -εμένος, -ώντας} & πονάω 1. αισθάνομαι σωματικό ή ψυχικό πόνο: ~ στο γόνατο/κεφάλι/χέρι. Πού ~άς; Φοβάται μήπως ~έσει. Βλ. ψιλοπονάω.|| ~ (αβάσταχτα) για τον χαμό του .../όταν θυμάμαι τα περασμένα/να σε βλέπω να κλαις. Έχει ~έσει πολύ στη ζωή του (= βασανιστεί, ταλαιπωρηθεί, υποφέρει). 2. ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι: Τον ~άει τον τόπο του. 3. συμπονώ: Σε ~άω. Τον ~εσε (= λυπήθηκε) η ψυχή μου. ● πονά(ει) {σπανιότ. στο α' κ. β΄πρόσ.}: προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο: (Με) ~ (αφόρητα) η κοιλιά/ο λαιμός/η μέση μου/όλο μου το σώμα. Η ένεση τον ~εσε λιγάκι.|| Σε ~ η ήττα/ο χωρισμός; Όσο κι αν ~ούν τα λόγια μου, αυτή είναι η αλήθεια.|| ~ η καρδιά/ψυχή μου στη σκέψη ότι ... (= νιώθω μεγάλη στενοχώρια). ● ΦΡ.: κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι βλ. κεφάλι, πονάει το δοντάκι του βλ. δόντι, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης, πού σε πονεί και πού σε σφάζει/κόφτει βλ. σφάζω, χτυπάω εκεί που πονάει βλ. χτυπώ ● βλ. πονεμένος [< 1: αρχ. πονῶ] | |
| 41840 | ΠΟΞ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων. | |
| 41841 | ποπ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος εμπορικής μουσικής επηρεασμένης από το ροκ εν ρολ, που απευθύνεται κυρ. στους νέους και χαρακτηρίζεται από απλές μελωδίες: απαλή/ελληνική ~. Βασιλιάς/σταρ της ~.|| (ως επίθ.) ~ τραγουδιστής. ~ συναυλία. ~ συγκρότημα. ~ στοιχεία. Βλ. ηλεκτροπόπ, λαϊκοπόπ, ροκ. [< αμερικ. pop (song), 1926, γαλλ. ~, 1955, διαδόθηκε από το 1965 κ. εξής] | |
| 41842 | ποπ | επίθ. {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την ποπ αρτ. 2. που έχει μοντέρνο και εμπορικό χαρακτήρα ή/και προορίζεται για το ευρύ κοινό: ~ κουλτούρα. [< αγγλ. pop] | |
| 41843 | ΠΟΠ | 1. (για προϊόντα) (η) Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης. Βλ. ΕΠΠΕ, ΠΓΕ. 2. (το) Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης. | |
| 41844 | ποπ αρτ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε (1950-1970) πρώτα στις Η.Π.Α. και κατόπιν στην Ευρώπη με κύριο γνώρισμα τη χρήση ως υλικού στοιχείων από την καθημερινή ζωή και καταναλωτικών αγαθών: έργα της ~.|| (κ. ως επίθ.) ~ αισθητική. Βλ. αφηρημένος εξπρεσιονισμός. [< αγγλ. pop art, 1957, γαλλ. ~, περ. 1955, ιταλ. ~, 1963] | |
| 41845 | ποπ-απ | επίθ. {άκλ.} & ποπάπ: ΠΛΗΡΟΦ. αναδυόμενος: (κ. ως ουσ.) Τα ~ (ενν. παράθυρα). [< αμερικ. pop-up, γαλλ. ~, 1999] | |
| 41847 | ποπ-κορν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ποπκόρν: σπόροι καλαμποκιού που ψήνονται και γίνονται λευκοί και αφράτοι και τρώγονται συνήθ. αλατισμένοι ως σνακ: ζεστό ~. Μια σακούλα ~. Βλ. γαριδάκια, πατατάκια.|| Γλυκό ~. [< αμερικ. popcorn, γαλλ. ~, επανήλθε το 1946, ιταλ. ~, 1927] | |
| 41846 | ΠΟΠΙ | (ο): Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας. | |
| 41848 | ποπλίνα | πο-πλί-να ουσ. (θηλ.): λεπτό, πυκνό και στιλπνό ύφασμα από βαμβάκι ή μετάξι: ελαστική ~. Πουκάμισο από ~. [< γαλλ. popeline] | |
| 41849 | ΠΟΠΟΚΠ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής. | |
| 41850 | ποπολάρος | πο-πο-λά-ρος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λογοτ.): άνθρωπος που ανήκει στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Βλ. αριστοκράτης. [< μεσν. ποπολάρος < ιταλ. popolare] | |
| 41851 | πόπολο | πό-πο-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λογοτ.): λαός, πλήθος, όχλος. [< μεσν. πόπολον < ιταλ. popolo] | |
| 41852 | ποπός | πο-πός ουσ. (αρσ.) (οικ.): πισινός. Πβ. κώλος. ● Υποκ.: ποπουδάκι (το) ● ΦΡ.: του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι [< λ. νηπιακή] | |
| 41853 | ΠΟΠΣ | (η) 1. Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων. 2. Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων. | |
| 41854 | πορδή | πορ-δή ουσ. (θηλ.) (προφ.) ΣΥΝ. κλανιά 1. θορυβώδης συνήθ. έξοδος εντερικών αερίων από τον πρωκτό: δυνατή ~. Αμόλησε/άφησε/έριξε μια ~. 2. (μτφ.-μειωτ.-υβριστ.) ασήμαντος άνθρωπος, αμελητέος. ● Υποκ.: πορδίτσα & πορδούλα (η) ● Μεγεθ.: πόρδος (ο) ● ΦΡ.: με πορδές δεν βάφονται αβγά & με πορδές αβγά δεν βάφονται (παροιμ.): χρειάζονται αποτελεσματικά μέσα και όχι αοριστολογίες για την επίτευξη ορισμένου σκοπού., πετάγομαι σαν την πορδή (προφ.): ανακατεύομαι σε κουβέντα σε ακατάλληλη στιγμή, χωρίς να μου ζητηθεί. Βλ. φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν. [< 1: αρχ. πορδή] | |
| 41855 | πορδίζω | πορ-δί-ζω ρ. (αμτβ.): πέρδομαι, κλάνω. | |
| 41856 | πορεία | πο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατεύθυνση, κίνηση, τροχιά: αντίθετη/αντίστροφη/ελλειπτική/κάθετη/κυκλική ~. H ~ του βλήματος/της μπάλας. Η ~ του πλοίου (= πλεύση). Το φράγμα ανέκοψε την ~ των υδάτων του ποταμού.|| Yποχρεωτική ~ προς τα αριστερά. Το αυτοκίνητο βγήκε εκτός ~ας/ξέφυγε από την ~ του/παρεξέκλινε της ~ας του. Ακολουθήστε ~ προς ...|| ~ πτήσης. Το (αερο)σκάφος είχε πάρει ανεξέλεγκτη/επικίνδυνη ~.|| Η ~ του δορυφόρου/του Ήλιου/του κομήτη. Πβ. φορά. Βλ. προ~. 2. διαδήλωση κατά την οποία το πλήθος κατευθύνεται συνήθ. με τα πόδια προς συγκεκριμένο σημείο· συνεκδ. οι διαδηλωτές: αντιπολεμική/μαζική/μεγαλειώδης/πανεκπαιδευτική/πανελλαδική/ποδηλατική ~. ~ αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/ειρήνης. ~ για την επέτειο του Πολυτεχνείου. ~ φοιτητών. H αρχή/η κεφαλή/ο κύριος όγκος/η ουρά/το τέλος της ~ας. (Δι)οργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε ~ (στο κέντρο της πόλης). Έκαναν ~ προς το Υπουργείο. Συμμετείχαν στην ~. Βλ. συγκέντρωση.|| Η ~ ξεκίνησε από τα/κατέληξε στα/κατευθύνεται στα ... 3. (μτφ.) εξελικτική διαδικασία: η αναπτυξιακή (: ~ ανάπτυξης)/ενταξιακή ~ (: ~ ένταξης) μιας χώρας. ~ προόδου. Οικονομία σε πτωτική/υφεσιακή/φθίνουσα ~. Εταιρεία που ακολουθεί/διαγράφει/διανύει (μια) ανοδική/αυτόνομη/δυναμική/ικανοποιητική/καθοδική/ομαλή/σταθερή ~. Ενημερώθηκε για την ~ των εξαγωγών/(εφαρμογής) του προγράμματος/των μετοχών/των συνομιλιών/(υλοποίησης) του έργου. Κατά την ~ των συζητήσεων.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Η ~ της διδασκαλίας/της σκέψης.|| Η ~ ενός τόπου (μέσα) στον χρόνο. Πολιτισμός με μακραίωνη ~. Στην ~ του χρόνου. Σταθμοί που επηρέασαν την ~ της ιστορίας/του κινήματος.|| Άσε τα πράγματα να τραβήξουν τη φυσική τους ~/την ~ τους.|| (για πρόσ.) Η καλλιτεχνική/πνευματική/πολιτική ~ (= διαδρομή) του ... Η ~ (της) ζωής του ... Σταθμός στη μέχρι τώρα ~ του ήταν η συνεργασία του με ... Παρακολουθούν την ~/τη μετεγχειρητική ~ του ασθενή. Φάρμακα που μεταβάλλουν την ~ της νόσου. Βρίσκονται σε ~ (= στάδιο, φάση) ανασυγκρότησης. 4. (μτφ.) ενέργειες που κάνει κάποιος ή στάδια από τα οποία διέρχεται για την εκπλήρωση ενός στόχου: Διαμόρφωσαν/διέγραψαν/χάραξαν κοινή/παράλληλη ~ (δράσης). Πβ. ρότα.|| Η ~ (= ο δρόμος) προς την επιτυχία/το μετάλλιο δεν ήταν εύκολη. Ακολουθητέα ~ επίλυσης της άσκησης. 5. διάνυση μεγάλης συνήθ. απόστασης με τα πόδια, πεζοπορία, περπάτημα: εξαντλητική/κοπιαστική/σύντομη ~. ~ κάτω από τον ήλιο/μέσα στην έρημο. Ύστερα από ~ πολλών ημερών/χιλιομέτρων/ωρών έφτασαν στον προορισμό τους. Πβ. οδοιπορία, ποδαρόδρομος.|| Η ~ του στρατού. ~ προς το μέτωπο. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης πορείας & (σπάν.) τόξο πορείας: φλας. [< αγγλ. direction indicator (lamp), 1937] || δείκτης πορείας (μτφ.): οδηγός. Πβ. οδοδείκτης., φύλλο πορείας 1. ΣΤΡΑΤ. έγγραφο με το οποίο δίνεται άδεια ή εντολή σε στρατιώτη ή τμήμα στρατού να μεταβεί σε συγκεκριμένη μονάδα ή τοποθεσία: ατομικό/ομαδικό ~ ~. Πήρε ~ ~ για .../για να παρουσιαστεί στο ... Βλ. ΕΦΠ, ΦΑΠ. 2. (κατ΄επέκτ.) εντολή για μετάβαση σε συγκεκριμένο σημείο ή/και στελέχωση οργανικής θέσης. [< γαλλ. feuille de route] , αλλαγή πλεύσης/πορείας βλ. πλεύση, ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, γραμμή/πορεία πλεύσης βλ. πλεύση, προδιαγεγραμμένη πορεία βλ. προδιαγεγραμμένος, φώτα πορείας βλ. φως ● ΦΡ.: κανονίζω την πορεία μου (προφ.): ενεργώ, προγραμματίζω κάτι, ανάλογα με τα δεδομένα: Θα προτιμούσα μια άμεση απάντηση, για να ~σω κι εγώ ~ ~ (= για να πορευθώ αναλόγως)., στην πορεία/στον δρόμο: στην εξέλιξη των πραγμάτων: ~ ~ άλλαξε γνώμη/ανέκυψαν προβλήματα. Πβ. με τον καιρό., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) βλ. δίνω, σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία βλ. δρόμος [< 1,5: αρχ. πορεία 2,3,4: γαλλ. marche, cours, chemin] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ