| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41828 | πόντιουμ | πό-ντι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βάθρο, κυρ. μαέστρου: Στο ~ θα βρίσκεται/είναι ο …|| (σπανιότ., για πιλότο της φόρμουλα 1) Ανέβηκε στο ~ του νικητή. [< λατ. podium] | |
| 41829 | πόντιση | πό-ντι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πόντισμα (το): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντίζω: βαρίδι ~ης. ~ καλωδίων. Πβ. βύθιση. Βλ. καταποντισμός. [< αρχ. πόντισμα 'προσφορά που ρίχνεται στη θάλασσα'] | |
| 41830 | ποντίφικας | πο-ντί-φι-κας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ποντίφηκας & (λόγ.) ποντίφηξ {-ικος} 1. ΘΡΗΣΚ. τίτλος του προκαθήμενου της καθολικής εκκλησίας: ομιλία του ~α. ΣΥΝ. πάπας (1) 2. (στην αρχαία Ρώμη) αρχιερέας. [< 1: μεσν. ποντίφιξ 2: μτγν. ποντίφεξ] | |
| 41831 | ποντιφικός | , ή, ό πο-ντι-φι-κός επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ποντίφικα: ~ό: Ινστιτούτο/Συμβούλιο. Το ~ό Κράτος (= το Βατικανό). Πβ. παπικός. [< γαλλ. pontifical] | |
| 58668 | πόντκαστ | ποντ-καστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηχητικό αρχείο εύκολα προσβάσιμο ανά πάσα ώρα μέσω του διαδικτύου. [< αμερικ. podcast, 2004 < (i)Pod + (broad)cast, γαλλ. ~, 2004, ιταλ. ~, 2005] | |
| 41832 | ποντοπορεί | [ποντοπορεῖ] πο-ντο-πο-ρεί ρ. (αμτβ.) (αμτβ.) (επίσ., για καράβι): διασχίζει τη θάλασσα, ταξιδεύει στο πέλαγος. [< αρχ. ποντοπορῶ] | |
| 41833 | ποντοπορία | πο-ντο-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποντοπορεί. [< μτγν. ποντοπορία] | |
| 41834 | ποντοπόρος | , ος/α, ο πο-ντο-πό-ρος επίθ. (επίσ.): που ποντοπορεί: ~α: πλοία.|| ~ος: ναυτιλία. Πβ. θαλασσοπόρος. [< αρχ. ποντοπόρος] | |
| 41835 | πόντος1 | πό-ντος ουσ. (αρσ.) 1. εκατοστόμετρο: δύο ~ους πάχος. Φορούσε δέκα ~ους (= δεκάποντο) τακούνι. Το πρωί είχε γύρω στους τριάντα ~ους χιόνι. 2. μονάδα μέτρησης, συνήθ. σε τυχερά παιχνίδια, ή αξίας, κυρ. σε αγορές: Ο βαλές μετράει για δύο ~ους.|| Με την επίδειξη της κάρτας στο ταμείο συγκεντρώνετε/συλλέγετε ~ους. Μπορείτε να εξαργυρώσετε τους ~ους σας. 3. ΑΘΛ. βαθμός επιτυχίας σε αθλήματα: Ο παίκτης έχασε/κέρδισε/πήρε/σημείωσε έναν ~ο. Ο αγώνας κρίθηκε στον ~ο. Η ομάδα μας μείωσε τη διαφορά στον ~ο/προηγείται με πέντε ~ους. 4. θηλιά σε πλέξιμο: Της έφυγε ένας ~ από το καλσόν. ● ΦΡ.: κερδίζει/παίρνει πόντους (μτφ.): καλυτερεύει τη θέση του, αποκτά πλεονέκτημα: Η ταινία ~ ~ χάρη στους δύο πρωταγωνιστές. Ο ... ~ ~ στην κούρσα της διαδοχής. Πβ. κερδίζει έδαφος., πόντο πόντο (μτφ.) 1. με επιμέλεια, με προσοχή, εξονυχιστικά: Ο τεχνίτης επεξεργάζεται ~ ~ το υλικό του. 2. λίγο λίγο, με κόπο ή δυσκολία: Λάξευε τις πέτρες ~ ~. [< βεν. ponto] | |
| 41836 | πόντος2 | πό-ντος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πέλαγος. Πβ. ανοιχτή θάλασσα. [< αρχ. πόντος] | |
| 41837 | ποντς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ζεστό ή κρύο αρωματικό ποτό που φτιάχνεται από χυμό φρούτων, νερό, ζάχαρη και συνήθ. αλκοολούχο ποτό, όπως ρούμι ή κρασί. [< αγγλ. punch, γαλλ. ~] | |
| 41838 | πόντσο | πό-ντσο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τετράγωνο ή στρογγυλό πολύχρωμο μεξικάνικο ριχτό πανωφόρι, με άνοιγμα στο κέντρο για το κεφάλι, χωρίς μανίκια. || (κατ’ επέκτ.) γυναικεία ή παιδική κάπα. Βλ. μπέρτα. [< αγγλ.-γαλλ. poncho] | |
| 41839 | πονώ | [πονῶ] πο-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πον-άς (σπανιότ.) -είς ... | πόν-εσα, -εμένος, -ώντας} & πονάω 1. αισθάνομαι σωματικό ή ψυχικό πόνο: ~ στο γόνατο/κεφάλι/χέρι. Πού ~άς; Φοβάται μήπως ~έσει. Βλ. ψιλοπονάω.|| ~ (αβάσταχτα) για τον χαμό του .../όταν θυμάμαι τα περασμένα/να σε βλέπω να κλαις. Έχει ~έσει πολύ στη ζωή του (= βασανιστεί, ταλαιπωρηθεί, υποφέρει). 2. ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι: Τον ~άει τον τόπο του. 3. συμπονώ: Σε ~άω. Τον ~εσε (= λυπήθηκε) η ψυχή μου. ● πονά(ει) {σπανιότ. στο α' κ. β΄πρόσ.}: προκαλεί σωματικό ή ψυχικό πόνο: (Με) ~ (αφόρητα) η κοιλιά/ο λαιμός/η μέση μου/όλο μου το σώμα. Η ένεση τον ~εσε λιγάκι.|| Σε ~ η ήττα/ο χωρισμός; Όσο κι αν ~ούν τα λόγια μου, αυτή είναι η αλήθεια.|| ~ η καρδιά/ψυχή μου στη σκέψη ότι ... (= νιώθω μεγάλη στενοχώρια). ● ΦΡ.: κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι βλ. κεφάλι, πονάει το δοντάκι του βλ. δόντι, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης, πού σε πονεί και πού σε σφάζει/κόφτει βλ. σφάζω, χτυπάω εκεί που πονάει βλ. χτυπώ ● βλ. πονεμένος [< 1: αρχ. πονῶ] | |
| 41840 | ΠΟΞ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων. | |
| 41841 | ποπ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος εμπορικής μουσικής επηρεασμένης από το ροκ εν ρολ, που απευθύνεται κυρ. στους νέους και χαρακτηρίζεται από απλές μελωδίες: απαλή/ελληνική ~. Βασιλιάς/σταρ της ~.|| (ως επίθ.) ~ τραγουδιστής. ~ συναυλία. ~ συγκρότημα. ~ στοιχεία. Βλ. ηλεκτροπόπ, λαϊκοπόπ, ροκ. [< αμερικ. pop (song), 1926, γαλλ. ~, 1955, διαδόθηκε από το 1965 κ. εξής] | |
| 41842 | ποπ | επίθ. {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την ποπ αρτ. 2. που έχει μοντέρνο και εμπορικό χαρακτήρα ή/και προορίζεται για το ευρύ κοινό: ~ κουλτούρα. [< αγγλ. pop] | |
| 41843 | ΠΟΠ | 1. (για προϊόντα) (η) Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης. Βλ. ΕΠΠΕ, ΠΓΕ. 2. (το) Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης. | |
| 41844 | ποπ αρτ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε (1950-1970) πρώτα στις Η.Π.Α. και κατόπιν στην Ευρώπη με κύριο γνώρισμα τη χρήση ως υλικού στοιχείων από την καθημερινή ζωή και καταναλωτικών αγαθών: έργα της ~.|| (κ. ως επίθ.) ~ αισθητική. Βλ. αφηρημένος εξπρεσιονισμός. [< αγγλ. pop art, 1957, γαλλ. ~, περ. 1955, ιταλ. ~, 1963] | |
| 41845 | ποπ-απ | επίθ. {άκλ.} & ποπάπ: ΠΛΗΡΟΦ. αναδυόμενος: (κ. ως ουσ.) Τα ~ (ενν. παράθυρα). [< αμερικ. pop-up, γαλλ. ~, 1999] | |
| 41847 | ποπ-κορν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ποπκόρν: σπόροι καλαμποκιού που ψήνονται και γίνονται λευκοί και αφράτοι και τρώγονται συνήθ. αλατισμένοι ως σνακ: ζεστό ~. Μια σακούλα ~. Βλ. γαριδάκια, πατατάκια.|| Γλυκό ~. [< αμερικ. popcorn, γαλλ. ~, επανήλθε το 1946, ιταλ. ~, 1927] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ