Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42420-42440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41846ΠΟΠΙ(ο): Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
41848ποπλίναπο-πλί-να ουσ. (θηλ.): λεπτό, πυκνό και στιλπνό ύφασμα από βαμβάκι ή μετάξι: ελαστική ~. Πουκάμισο από ~. [< γαλλ. popeline]
41849ΠΟΠΟΚΠ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής.
41850ποπολάροςπο-πο-λά-ρος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λογοτ.): άνθρωπος που ανήκει στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Βλ. αριστοκράτης. [< μεσν. ποπολάρος < ιταλ. popolare]
41851πόπολοπό-πο-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λογοτ.): λαός, πλήθος, όχλος. [< μεσν. πόπολον < ιταλ. popolo]
41852ποπόςπο-πός ουσ. (αρσ.) (οικ.): πισινός. Πβ. κώλος. ● Υποκ.: ποπουδάκι (το) ● ΦΡ.: του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι [< λ. νηπιακή]
41853ΠΟΠΣ (η) 1. Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων. 2. Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων.
41854πορδήπορ-δή ουσ. (θηλ.) (προφ.) ΣΥΝ. κλανιά 1. θορυβώδης συνήθ. έξοδος εντερικών αερίων από τον πρωκτό: δυνατή ~. Αμόλησε/άφησε/έριξε μια ~. 2. (μτφ.-μειωτ.-υβριστ.) ασήμαντος άνθρωπος, αμελητέος. ● Υποκ.: πορδίτσα & πορδούλα (η) ● Μεγεθ.: πόρδος (ο) ● ΦΡ.: με πορδές δεν βάφονται αβγά & με πορδές αβγά δεν βάφονται (παροιμ.): χρειάζονται αποτελεσματικά μέσα και όχι αοριστολογίες για την επίτευξη ορισμένου σκοπού., πετάγομαι σαν την πορδή (προφ.): ανακατεύομαι σε κουβέντα σε ακατάλληλη στιγμή, χωρίς να μου ζητηθεί. Βλ. φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν. [< 1: αρχ. πορδή]
41855πορδίζωπορ-δί-ζω ρ. (αμτβ.): πέρδομαι, κλάνω.
41856πορείαπο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατεύθυνση, κίνηση, τροχιά: αντίθετη/αντίστροφη/ελλειπτική/κάθετη/κυκλική ~. H ~ του βλήματος/της μπάλας. Η ~ του πλοίου (= πλεύση). Το φράγμα ανέκοψε την ~ των υδάτων του ποταμού.|| Yποχρεωτική ~ προς τα αριστερά. Το αυτοκίνητο βγήκε εκτός ~ας/ξέφυγε από την ~ του/παρεξέκλινε της ~ας του. Ακολουθήστε ~ προς ...|| ~ πτήσης. Το (αερο)σκάφος είχε πάρει ανεξέλεγκτη/επικίνδυνη ~.|| Η ~ του δορυφόρου/του Ήλιου/του κομήτη. Πβ. φορά. Βλ. προ~. 2. διαδήλωση κατά την οποία το πλήθος κατευθύνεται συνήθ. με τα πόδια προς συγκεκριμένο σημείο· συνεκδ. οι διαδηλωτές: αντιπολεμική/μαζική/μεγαλειώδης/πανεκπαιδευτική/πανελλαδική/ποδηλατική ~. ~ αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/ειρήνης. ~ για την επέτειο του Πολυτεχνείου. ~ φοιτητών. H αρχή/η κεφαλή/ο κύριος όγκος/η ουρά/το τέλος της ~ας. (Δι)οργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε ~ (στο κέντρο της πόλης). Έκαναν ~ προς το Υπουργείο. Συμμετείχαν στην ~. Βλ. συγκέντρωση.|| Η ~ ξεκίνησε από τα/κατέληξε στα/κατευθύνεται στα ... 3. (μτφ.) εξελικτική διαδικασία: η αναπτυξιακή (: ~ ανάπτυξης)/ενταξιακή ~ (: ~ ένταξης) μιας χώρας. ~ προόδου. Οικονομία σε πτωτική/υφεσιακή/φθίνουσα ~. Εταιρεία που ακολουθεί/διαγράφει/διανύει (μια) ανοδική/αυτόνομη/δυναμική/ικανοποιητική/καθοδική/ομαλή/σταθερή ~. Ενημερώθηκε για την ~ των εξαγωγών/(εφαρμογής) του προγράμματος/των μετοχών/των συνομιλιών/(υλοποίησης) του έργου. Κατά την ~ των συζητήσεων.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Η ~ της διδασκαλίας/της σκέψης.|| Η ~ ενός τόπου (μέσα) στον χρόνο. Πολιτισμός με μακραίωνη ~. Στην ~ του χρόνου. Σταθμοί που επηρέασαν την ~ της ιστορίας/του κινήματος.|| Άσε τα πράγματα να τραβήξουν τη φυσική τους ~/την ~ τους.|| (για πρόσ.) Η καλλιτεχνική/πνευματική/πολιτική ~ (= διαδρομή) του ... Η ~ (της) ζωής του ... Σταθμός στη μέχρι τώρα ~ του ήταν η συνεργασία του με ... Παρακολουθούν την ~/τη μετεγχειρητική ~ του ασθενή. Φάρμακα που μεταβάλλουν την ~ της νόσου. Βρίσκονται σε ~ (= στάδιο, φάση) ανασυγκρότησης. 4. (μτφ.) ενέργειες που κάνει κάποιος ή στάδια από τα οποία διέρχεται για την εκπλήρωση ενός στόχου: Διαμόρφωσαν/διέγραψαν/χάραξαν κοινή/παράλληλη ~ (δράσης). Πβ. ρότα.|| Η ~ (= ο δρόμος) προς την επιτυχία/το μετάλλιο δεν ήταν εύκολη. Ακολουθητέα ~ επίλυσης της άσκησης. 5. διάνυση μεγάλης συνήθ. απόστασης με τα πόδια, πεζοπορία, περπάτημα: εξαντλητική/κοπιαστική/σύντομη ~. ~ κάτω από τον ήλιο/μέσα στην έρημο. Ύστερα από ~ πολλών ημερών/χιλιομέτρων/ωρών έφτασαν στον προορισμό τους. Πβ. οδοιπορία, ποδαρόδρομος.|| Η ~ του στρατού. ~ προς το μέτωπο. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης πορείας & (σπάν.) τόξο πορείας: φλας. [< αγγλ. direction indicator (lamp), 1937] || δείκτης πορείας (μτφ.): οδηγός. Πβ. οδοδείκτης., φύλλο πορείας 1. ΣΤΡΑΤ. έγγραφο με το οποίο δίνεται άδεια ή εντολή σε στρατιώτη ή τμήμα στρατού να μεταβεί σε συγκεκριμένη μονάδα ή τοποθεσία: ατομικό/ομαδικό ~ ~. Πήρε ~ ~ για .../για να παρουσιαστεί στο ... Βλ. ΕΦΠ, ΦΑΠ. 2. (κατ΄επέκτ.) εντολή για μετάβαση σε συγκεκριμένο σημείο ή/και στελέχωση οργανικής θέσης. [< γαλλ. feuille de route] , αλλαγή πλεύσης/πορείας βλ. πλεύση, ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, γραμμή/πορεία πλεύσης βλ. πλεύση, προδιαγεγραμμένη πορεία βλ. προδιαγεγραμμένος, φώτα πορείας βλ. φως ● ΦΡ.: κανονίζω την πορεία μου (προφ.): ενεργώ, προγραμματίζω κάτι, ανάλογα με τα δεδομένα: Θα προτιμούσα μια άμεση απάντηση, για να ~σω κι εγώ ~ ~ (= για να πορευθώ αναλόγως)., στην πορεία/στον δρόμο: στην εξέλιξη των πραγμάτων: ~ ~ άλλαξε γνώμη/ανέκυψαν προβλήματα. Πβ. με τον καιρό., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) βλ. δίνω, σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία βλ. δρόμος [< 1,5: αρχ. πορεία 2,3,4: γαλλ. marche, cours, chemin]
41857πορεύομαιπο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {πορεύ-τηκε (λογιότ.) -θηκε, -τεί (λογιότ.) -θεί, πορευ-όμενος} 1. (λόγ.) οδοιπορώ: ~τηκαν μέσα στη νύχτα. Βλ. προ~, συμ~. 2. (μτφ.-λόγ.) προχωρώ, κινούμαι προς έναν προορισμό: ~εται προς την καταστροφή. Πβ. κατευθύνομαι, οδεύω. 3. (μτφ.-προφ.) ζω: Πορεύσου όπως θέλεις/νομίζεις. Δεν γίνεται να ~τείς χωρίς φίλους. 4. (μτφ.-προφ.) τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω: Θα ~τούμε με αυτά που έχουμε/με τα λίγα. [< αρχ. πορεύομαι]
41858πορθητήςπορ-θη-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που εκπόρθησε, κυρίευσε μια πόλη, κυρ. την Κωνσταντινούπολη: Μωάμεθ ο Β' ο Πορθητής. Πβ. κατακτητής. ΣΥΝ. εκπορθητής [< αρχ. πορθητής 'καταστροφέας']
41859πορθμειακός, ή, ό πορ-θμει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με πορθμείο: ~ή: γραμμή/σύνδεση.
41860πορθμείο[πορθμεῖο] πορ-θμεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. τόπος από τον οποίο περνά κάποιος στην απέναντι όχθη ή ακτή: ~ Ρίου-Αντιρρίου. Πβ. πέρασμα. 2. φεριμπότ. ● πορθμεία (τα): τα ναύλα για την αντίστοιχη μεταφορά. [< 1: αρχ. πορθμεῖον]
41861πορθμόςπορ-θμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΓΡ. θαλάσσια λωρίδα με την οποία ενώνονται δύο θάλασσες και χωρίζονται δύο στεριές: ο ~ του Ευρίπου. Πβ. δίαυλος, διώρυγα, μπουγάζι, στενά (τα). ΑΝΤ. ισθμός (1) [< αρχ. πορθμός]
41862πορθώ[πορθῶ] πορ-θώ ρ. (μτβ.) {πόρθησε} (λόγ.): εκπορθώ. Πβ. κατακτώ. [< αρχ. πορθῶ]
41863πορίζομαιπο-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {πορίστηκε} (λόγ.): αποκτώ, εξασφαλίζω: ~εται τα προς το ζην. Πβ. προσπορίζω. [< αρχ. πορίζω]
41864πόρισμαπό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {πορίσμ-ατος} 1. (επίσ.) συμπέρασμα ή αποτέλεσμα που προκύπτει μετά από έρευνα επίσημου φορέα: εισαγγελικό ~. Έκδοση/σύνταξη ~ατος. Βάσει του ~ατος ... Το ~ της ανάλυσης/του ιατροδικαστή/της (αρμόδιας/διακομματικής/εξεταστικής) επιτροπής/των εργασιών/του συνεδρίου. 2. ΜΑΘ. πρόταση που συνάγεται άμεσα από προηγούμενα θεωρήματα ή αποδείξεις. [< 1: μτγν. πόρισμα]
41865πορισμόςπο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προμήθεια, εφοδιασμός: ~ χρημάτων. Πβ. εύρεση, προσ~. Βλ. -ισμός. [< μτγν. πορισμός]
41866ποριστικός, ή, ό πο-ρι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον πορισμό. [< αρχ. ποριστικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.