| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41857 | πορεύομαι | πο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {πορεύ-τηκε (λογιότ.) -θηκε, -τεί (λογιότ.) -θεί, πορευ-όμενος} 1. (λόγ.) οδοιπορώ: ~τηκαν μέσα στη νύχτα. Βλ. προ~, συμ~. 2. (μτφ.-λόγ.) προχωρώ, κινούμαι προς έναν προορισμό: ~εται προς την καταστροφή. Πβ. κατευθύνομαι, οδεύω. 3. (μτφ.-προφ.) ζω: Πορεύσου όπως θέλεις/νομίζεις. Δεν γίνεται να ~τείς χωρίς φίλους. 4. (μτφ.-προφ.) τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω: Θα ~τούμε με αυτά που έχουμε/με τα λίγα. [< αρχ. πορεύομαι] | |
| 41858 | πορθητής | πορ-θη-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που εκπόρθησε, κυρίευσε μια πόλη, κυρ. την Κωνσταντινούπολη: Μωάμεθ ο Β' ο Πορθητής. Πβ. κατακτητής. ΣΥΝ. εκπορθητής [< αρχ. πορθητής 'καταστροφέας'] | |
| 41859 | πορθμειακός | , ή, ό πορ-θμει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με πορθμείο: ~ή: γραμμή/σύνδεση. | |
| 41860 | πορθμείο | [πορθμεῖο] πορ-θμεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. τόπος από τον οποίο περνά κάποιος στην απέναντι όχθη ή ακτή: ~ Ρίου-Αντιρρίου. Πβ. πέρασμα. 2. φεριμπότ. ● πορθμεία (τα): τα ναύλα για την αντίστοιχη μεταφορά. [< 1: αρχ. πορθμεῖον] | |
| 41861 | πορθμός | πορ-θμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΓΡ. θαλάσσια λωρίδα με την οποία ενώνονται δύο θάλασσες και χωρίζονται δύο στεριές: ο ~ του Ευρίπου. Πβ. δίαυλος, διώρυγα, μπουγάζι, στενά (τα). ΑΝΤ. ισθμός (1) [< αρχ. πορθμός] | |
| 41862 | πορθώ | [πορθῶ] πορ-θώ ρ. (μτβ.) {πόρθησε} (λόγ.): εκπορθώ. Πβ. κατακτώ. [< αρχ. πορθῶ] | |
| 41863 | πορίζομαι | πο-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {πορίστηκε} (λόγ.): αποκτώ, εξασφαλίζω: ~εται τα προς το ζην. Πβ. προσπορίζω. [< αρχ. πορίζω] | |
| 41864 | πόρισμα | πό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {πορίσμ-ατος} 1. (επίσ.) συμπέρασμα ή αποτέλεσμα που προκύπτει μετά από έρευνα επίσημου φορέα: εισαγγελικό ~. Έκδοση/σύνταξη ~ατος. Βάσει του ~ατος ... Το ~ της ανάλυσης/του ιατροδικαστή/της (αρμόδιας/διακομματικής/εξεταστικής) επιτροπής/των εργασιών/του συνεδρίου. 2. ΜΑΘ. πρόταση που συνάγεται άμεσα από προηγούμενα θεωρήματα ή αποδείξεις. [< 1: μτγν. πόρισμα] | |
| 41865 | πορισμός | πο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προμήθεια, εφοδιασμός: ~ χρημάτων. Πβ. εύρεση, προσ~. Βλ. -ισμός. [< μτγν. πορισμός] | |
| 41866 | ποριστικός | , ή, ό πο-ρι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον πορισμό. [< αρχ. ποριστικός] | |
| 41867 | πορνεία | πορ-νεί-α ουσ. (θηλ.): προσφορά σεξουαλικής ικανοποίησης έναντι χρηματικής αμοιβής· συνεκδ. η ιδιότητα και το επάγγελμα του προσώπου που επιδίδεται στην πορνεία: ανδρική/γυναικεία/καταναγκαστική/νόμιμη/παράνομη ~. Εξαναγκασμός/προαγωγή στην ~. Εξωθείται στην ~. Βλ. οφθαλμο~. [< αρχ. πορνεία] | |
| 41868 | πορνείο | [πορνεῖο] πορ-νεί-ο ουσ. (ουδ.): οίκημα στο οποίο ασκείται το επάγγελμα της πορνείας. Πβ. οίκος ανοχής, μπουρδέλο, σπίτι. [< αρχ. πορνεῖον] | |
| 41869 | πορνεύω | πορ-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πόρνευσε, πορνεύεται} (λόγ.): επιδίδομαι στην πορνεία. Βλ. εκ~. [< αρχ. πορνεύομαι, μτγν. πορνεύω] | |
| 41870 | πόρνη | πόρ-νη ουσ. (θηλ.) 1. γυναίκα που εκπορνεύεται. ΣΥΝ. ιερόδουλη, πουτάνα (1), τροτέζα 2. (υβριστ.) ανήθικη ή ανέντιμη γυναίκα. Πβ. τσούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: συνοδός/πόρνη πολυτελείας βλ. συνοδός [< αρχ. πόρνη] | |
| 41871 | πορνίδιο | πορ-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τσουλί. Πβ. πουτανίτσα. Βλ. -ίδιο. [< αρχ. πορνίδιον] | |
| 41872 | πορνικός | , ή, ό πορ-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με πόρνη· κατ' επέκτ. άσεμνος, ανήθικος, αδιάντροπος: ~ές: υπηρεσίες. [< αρχ. πορνικός] | |
| 41873 | πορνό | πορ-νό επίθ. {άκλ.}: που έχει πορνογραφικό περιεχόμενο: περιοδικό ~ (= πορνοπεριοδικό). ● Ουσ.: πορνό (το): πορνοταινία: σκληρό ~ (= τσόντα). [< γαλλ. porno(graphique), πριν από το 1893, αγγλ. porn(ography), 1962] | |
| 41874 | πορνο- & πορνό- | : α΄ συνθετικό λέξεων με αναφορά στην πορνεία ή στην πορνογραφία: (ως υβριστ. χαρακτηρισμός) πορνό-γερος. Βλ. παλιο-.|| Πορνο-περιοδικό/~ταινία. | |
| 41875 | πορνοβοσκός | πορ-νο-βο-σκός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προαγωγός. [< αρχ. πορνοβοσκός] | |
| 41876 | πορνόγερος | πορ-νό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): έκφυλος ηλικιωμένος άνδρας. Βλ. κωλό-, παλιό-γερος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ