| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41877 | πορνογράφημα | πορ-νο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): κείμενο με πορνογραφικό χαρακτήρα. Πβ. πορνό. Βλ. -γράφημα. | |
| 58712 | πορνογραφία | πορ-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): περιγραφή ή/και αναπαράσταση σεξουαλικών πράξεων με στόχο την ερωτική διέγερση· συνεκδ. το σύνολο των πορνογραφικών έργων: διαδικτυακή/παιδική ~. Κύκλωμα παιδικής ~ας (. Πβ. βιομηχανία του σεξ. Βλ. -γραφία. || Το βιβλίο αυτό είναι σκέτη ~ (= σκέτο πορνογράφημα). ● ΣΥΜΠΛ.: εκδικητική πορνογραφία: διαδικτυακή προβολή για λόγους εκδίκησης σεξουαλικών φωτογραφιών ή κυρ. βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου που εμφανίζεται σε αυτό. Πβ. διαδικτυακός εκβιασμός. Βλ. σέξτινγκ. [< αγγλ. revenge porn, 2007] [< γαλλ. pornographie, αγγλ. pornography, ιταλ. pornografia – γαλλ. pédopornography, 1992] | |
| 41878 | πορνογραφικός | , ή, ό πορ-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πορνογραφία: ~ή: ιστοσελίδα/ταινία. ~ό: βίντεο. Διάδοση/διακίνηση ~ού υλικού. Θεάματα με ~ό περιεχόμενο/χαρακτήρα. [< γαλλ. pornographique, αγγλ. pornographic] | |
| 41879 | πορνοπεριοδικό | πορ-νο-πε-ρι-ο-δι-κό ουσ. (ουδ.): περιοδικό με πορνογραφικό περιεχόμενο. [πβ. ιταλ. pornorivista, 1972] | |
| 41880 | πόρνος | πόρ-νος ουσ. (αρσ.): άντρας που επιδίδεται στην πορνεία ή συχνάζει σε οίκους ανοχής· (κατ' επέκτ.-μειωτ.) ακόλαστος, ασελγής. Πβ. πουτανιάρης. Βλ. ζιγκολό. [< αρχ. πόρνος] | |
| 41881 | πορνοστάρ | πορ-νο-στάρ ουσ. (θηλ.+ αρσ.) {άκλ.}: ηθοποιός πορνογραφικών ταινιών. [< αγγλ. pornstar, ιταλ. pornostar, 1974] | |
| 41882 | πορνοταινία | πορ-νο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.) & πορνοφίλμ (το): πορνογραφική ταινία. Πβ. τσόντα. ΣΥΝ. πορνό [< ιταλ. pornofilm, 1969] | |
| 41883 | πορογενής | , ής, ές πο-ρο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους πόρους του σώματος: ~ής: καρκίνος (του μαστού). ~ές: καρκίνωμα. Πβ. ενδοπορικός. Βλ. -γενής, λοβιακός. [< αγγλ. ductal] | |
| 41884 | πόρος | πό-ρος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. στενός αγωγός, δίοδος: ακουστικός/αρτηριακός/βουβωνικός/δακρυϊκός/κυστικός/(εκ)σπερματικός ~. Γαλακτοφόροι/χοληφόροι ~οι. Εκφορητικοί ~οι των αδένων. Βλ. στόμιο. ● πόροι (οι) 1. μικρά, επιφανειακά ή βαθιά ανοίγματα: οι ~ του σφουγγαριού/του χαρτιού.|| (ΑΝΑΤ.) Οι ~ του δέρματος/της επιδερμίδας. Προϊόν που καθαρίζει σε βάθος τους φραγμένους ~ους (βλ. ακμή, σπυράκια). 2. ΟΙΚΟΝ. έσοδα: δημόσιοι/ιδιωτικοί/κρατικοί ~. Οικονομικοί/χρηματικοί ~. Θεσμοθετημένοι ~. Έκτακτοι/τακτικοί ~ (= εισφορές). Οι ~ της επιχείρησης/του ιδρύματος/ταμείου. Οι ~ που εισπράχθηκαν. Αύξηση/εξάντληση/μείωση των διαθέσιμων ~ων. Άντληση/(απο)δέσμευση/απώλεια/έλλειψη/παροχή ~ων. Αξιοποίηση/κατανομή/διοχέτευση/εκμετάλλευση των ~ων. Σε αναζήτηση ~ων. Έχει μείνει χωρίς/δεν έχει ~ους (= εισοδήματα). ΣΥΝ. πρόσοδοι. 3. εκμεταλλεύσιμα αγαθά, που αποτελούν πηγές άντλησης οφέλους: αλιευτικοί/θαλάσσιοι ~. Εδαφικοί/ενεργειακοί (= πηγές ενέργειας)/ορυκτοί/υλικοί ~. Πολιτιστικοί/στρατηγικοί/τουριστικοί ~. Πβ. κεφάλαιο, πλούτος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Υπολογιστικοί ~. Οι ~ του δικτύου/συστήματος (: μνήμη, περιφερειακές συσκευές). || Ψηφιακοί ~οι. ● ΣΥΜΠΛ.: άδηλοι πόροι: ΟΙΚΟΝ. εισοδήματα των οποίων η προέλευση δεν είναι φανερή ή γνωστή και συνήθ. δεν εμφανίζεται στην εφορία ή σε ισολογισμό (εμβάσματα μεταναστών, ναυτιλία, τουρισμός)., ανθρώπινοι πόροι: το ανθρώπινο δυναμικό επιχείρησης. [< αγγλ. human resources, 1975] , γενετικοί πόροι: ΟΙΚΟΛ. γενετικό υλικό με πραγματική ή δυνητική αξία: ζωικοί/φυτικοί ~ ~. Προστασία των δασικών ~ών ~ων., γλωσσικοί πόροι: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιοποιημένα γλωσσικά δεδομένα: διαχείριση ~ών ~ων. Bλ. ΚΓΠ, σώμα κειμένων, τράπεζα δεδομένων/πληροφοριών., εθνικοί πόροι: το σύνολο των οικονομικών αξιών που προέρχονται από εγχώριους συντελεστές παραγωγής: περιορισμένοι ~ ~. Δαπάνες που προβλέπεται να καλυφθούν αμιγώς από ~ούς ~ους., κοινοτικοί πόροι: χρήματα που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση: απορρόφηση/εισροή ~ών ~ων. [< αγγλ. Community resources] , φυσικοί πόροι: κάθε στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο: ανανεώσιμοι (: νερό, ξυλεία, τροφές, φυτικά καύσιμα)/μη ανανεώσιμοι (: κάρβουνο, μάρμαρο, μέταλλα, πετρέλαιο)/ιαματικοί ~ ~. Αποθέματα ~ών ~ων. [< αγγλ. natural resources, 1956] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, υδάτινοι πόροι βλ. υδάτινος ● ΦΡ.: από ιδίους πόρους (επίσ.) & (λόγ.) εξ ιδίων πόρων: με έσοδα που προέρχονται από τον ίδιο, όχι από άλλη πηγή: Τα έξοδα καλύφθηκαν ~ ~. Χρηματοδότηση ~ ~. [< 1: αρχ. πόρος, γαλλ. pore 2,3: αγγλ. resources, γαλλ. ressources] | |
| 41885 | πόρπη | πόρ-πη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταλλικό συνήθ. εξάρτημα που ενώνει τα δύο άκρα ενδύματος, ζώνης ή ιμάντα: ασημένια ~. Πβ. αγκράφα. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κόσμημα που το χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα, για να συγκρατούν το ένδυμα στους ώμους, στο στήθος ή στον ζωστήρα. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. καρφίτσα μαλλιών. [< αρχ. πόρπη] | |
| 41886 | πόρρω | πόρ-ρω επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: πόρρω απέχει: είναι μακριά, έχει μεγάλη διαφορά: Η τελική μορφή του κειμένου ~ ~ από την αρχική. Εικασίες που ~ ~ουν από την πραγματικότητα. ΣΥΝ. απέχει παρασάγγας/παρασάγγες [< αρχ. πόρρω, πόρσω < πρόσω ‘πολύ μακριά’] | |
| 41887 | πόρρωθεν | πόρ-ρω-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από απόσταση: Παρατηρούσε ~ τα γεγονότα/τα συμβάντα. Βλ. -θεν. [< αρχ. πόρρωθεν] | |
| 41889 | πορσελάνινος | , η, ο πορ-σε-λά-νι-νος επίθ. & πορσελανάτος: που έχει κατασκευαστεί από πορσελάνη: ~ο: βάζο/σερβίτσιο. Πβ. φαρφουρένιος. [< γαλλ. porcelainier] | |
| 41896 | πορτ-κλε | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πορτκλέ: μπρελόκ. [< γαλλ. porte-clés] | |
| 41900 | πορτ-μπεμπέ | πορτ-μπε-μπέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πορτμπεμπέ: ειδικό φορητό καλαθάκι ή καθισματάκι με λαβές, το οποίο χρησιμοποιείται για την ασφαλή μεταφορά των μωρών ή για να κάθονται στο αυτοκίνητο. Πβ. καλαθούνα, ριλάξ. Βλ. κούνια. [< γαλλ. porte-bébé, 1894] | |
| 41890 | πόρτα | πόρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κινητή, συνήθ. επίπεδη επιφάνεια, που ανοιγοκλείνει, φράσσοντας την είσοδο χώρου, συσκευής ή οχήματος· συνεκδ. η ίδια η είσοδος, συνήθ. η κεντρική: αυτόματη/γυάλινη/δίφυλλη/εξωτερική/εσωτερική/μονόφυλλη/μπροστινή/ξύλινη/περιστρεφόμενη/σιδερένια (= σιδερόπορτα)/συρόμενη ~. Η ~ του γραφείου/του διαμερίσματος/του δωματίου/της πολυκατοικίας/της τάξης. Η ~ του φράχτη. Η ~ της ντουλάπας/του ντουλαπιού. Η ~ του ασανσέρ/του φούρνου/του ψυγείου. Η ~ του αεροπλάνου. Η κάσα/η κλειδαριά/το κουδούνι/το μάτι/το πόμολο της ~ας. Οι ~ες του αυτοκινήτου/λεωφορείου. ~ες αλουμινίου. Ανοίγω/κλειδώνω/(για κλέφτη:) παραβιάζω/σπάω την ~. Άφησε την ~ ανοιχτή/μισάνοιχτη/ξεκλείδωτη. Έκλεισε την ~ (πίσω του) με βρόντο. Κάποιος (μου) χτυπάει την ~. Βγαίνω/μπαίνω από την ~. Κρύφτηκε πίσω/περίμενε έξω από την ~. Φυγαδεύτηκε από την πίσω/πλαϊνή ~. Ρίχνουν φυλλάδια κάτω από τις ~ες (βλ. χαραμάδα).|| Η διπλανή ~ (= το γειτονικό διαμέρισμα ή σπίτι). Βλ. αυλό-, γκαραζό-, εξώ-, καγκελό-, μπαλκονό-πορτα. ΣΥΝ. θύρα (1) 2. πύλη: η ~ του κάστρου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (= πόρταλ) σύνδεσης (δικτύου). 3. (μτφ.) δυνατότητα, ευκαιρία, πρόσβαση: Η ~ της επιχείρησης είναι ανοιχτή/κλειστή για/σε κάποιον. Ανοίγουν ~ες εργασίας για χιλιάδες νέους. 4. (προφ.) πορτιέρης ή φέις-κοντρόλ: Δουλεύει ~.|| Κάνει ~ σε κλαμπ. ● πόρτες (οι): παιχνίδι στο τάβλι: Μια παρτίδα ~. Βλ. πλακωτό, φεύγα.|| Κάνω ~ (: βάζω τουλάχιστον δύο πούλια του ίδιου χρώματος στη σειρά, κλείνοντας τον αντίπαλο). ● Υποκ.: πορτάκι (το): στη σημ. 1., πορτίτσα (η): στη σημ. 1., πορτούλα (η): στη σημ. 1. ΣΥΝ. πορτόνι (2) ● ΣΥΜΠΛ.: πόρτα ασφαλείας: θωρακισμένη και με κλειδαριά ασφαλείας, ώστε να είναι απαραβίαστη. ● ΦΡ.: ανοίγω την πόρτα της εξόδου (μτφ.): φεύγω, παραιτούμαι ή χωρίζω., από την πίσω πόρτα (μτφ.): με αδιαφανείς, μη αξιοκρατικές διαδικασίες, με πλάγια μέσα, κρυφά: Τη δουλειά δεν την ήξερε, μπήκε όμως ~ ~. Προωθούνται ~ ~., αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι (μτφ.-προφ.): δεν αποκλείω κάποιο ενδεχόμενο: Άφησε ~ ~ για/σε μελλοντική συνεργασία. ΣΥΝ. αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο, βρίσκει/βρήκε (όλες) τις πόρτες κλειστές/την πόρτα κλειστή (μτφ.-προφ.): όπου κι αν απευθύνθηκε (συνήθ. για βοήθεια) έλαβε αρνητική απάντηση: Έψαξε για δουλειά, αλλά βρήκε ~ ~., δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον (μτφ.-προφ.): τον διώχνω, τον απολύω ή τον χωρίζω., δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα (μτφ.-προφ.): είναι πολύ παχύς., έξω από την/δυο βήματα από την/δίπλα στην πόρτα μου (μτφ.): πολύ κοντά στο σπίτι μου: Βρήκε δουλειά ~ ~ του., κάτι μου χτυπάει την πόρτα (μτφ.): παρουσιάζεται στη ζωή μου: Η ατυχία/η επιτυχία/η ευτυχία/ο έρωτας του χτύπησε ~., κι έξω από την πόρτα! (προφ.): για διώξιμο κάποιου με συνοπτικές διαδικασίες: τα παπούτσια στο χέρι ~ ~!, κλείνει τις πόρτες του: για επιχείρηση που παύει να λειτουργεί: Το ξενοδοχείο έκλεισε ~ ~ λόγω ανακαίνισης., κλείνω την πόρτα (στα μούτρα/στη μούρη/κατάμουτρα) σε κάποιον (προφ.): αρνούμαι χωρίς δεύτερη κουβέντα να δεχτώ κάποιον, τον διώχνω με αποφασιστικό τρόπο: Γύρισε πίσω, αλλά του ~σε ~ στα μούτρα.|| Δεν κλείνω την πόρτα σε (= δεν αποκλείω) μια τέτοια πιθανότητα., ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα (οικ.): για να δηλωθεί ομαδική, εκούσια ή ακούσια, αποχώρηση, φυγή: Ένας, ένας παρακαλώ και ~ ~. Άρχισαν οι εκκαθαρίσεις ... ~ ~., όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο: η ανέχεια, η μιζέρια φθείρουν τον έρωτα., πίσω από κλειστές πόρτες (μτφ.): στα κρυφά, χωρίς να δοθεί δημοσιότητα: Παίρνουν αποφάσεις/το θέμα συζητείται ~ ~., πόρτα πόρτα/από πόρτα σε πόρτα: από σπίτι σε σπίτι: Εξυπηρέτηση πελατών ~ ~. Διανομή/ενημέρωση/μεταφορές/πωλήσεις/υπηρεσία ~ ~. Τα παιδιά γυρίζουν από ~ σε ~ και λένε τα κάλαντα., πόρτα! (προφ.): για να δηλωθεί ενόχληση, όταν κάποιος φεύγει, χωρίς να κλείσει την πόρτα., της διπλανής πόρτας 1. απλός, καθημερινός, που ανταποκρίνεται στον μέσο όρο: άνθρωπος/γυναίκα/παιδί ~ ~. 2. για να δηλωθεί ότι κάτι είναι ξένο, δεν μας αφορά: Τα ναρκωτικά δεν είναι πρόβλημα ~ ~, είναι και δικό μας. [< αγγλ. next door, 1961] , τρώω πόρτα (αργκό) 1. μου απαγορεύουν την είσοδο σε κέντρο διασκέδασης ή εστιατόριο: ~ ~ σε κλαμπ. 2. αποτυγχάνω: Προσπάθησε, αλλά έφαγε ~., χτυπάω πόρτες (μτφ.): ζητώ κάτι, συνήθ. βοήθεια ή χάρη, από κάποιον: Έτρεξε, χτύπησε ~, αλλά κανείς δεν τον βοήθησε. Χτύπησε πολλές ~, αλλά δεν τα κατάφερε., χτυπώ λάθος πόρτα: απευθύνομαι σε ακατάλληλο ή αναρμόδιο πρόσωπο ή ζητώ βοήθεια από αυτό., ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω, πόρτα για τον χειμώνα βλ. χειμώνας, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα βλ. βροντά, τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο βλ. διώχνω [< 1,2: μτγν. πόρτα, ιταλ. porta 4: αγγλ. door] | |
| 41891 | πόρταλ | πόρ-ταλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. πύλη. [< αμερικ. portal, 1990] | |
| 41892 | πορτάρης | πορ-τά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πορτάρισσα}: θυρωρός Μονής. Βλ. πορτιέρης. [< μτγν. πορτάρης] | |
| 41893 | πορτατίφ | πορ-τα-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φορητό, συνήθ. επιτραπέζιο, φωτιστικό: ~ γραφείου. Πβ. αμπαζούρ. [< γαλλ. portatif ‘φορητός’, (lampe) portative] | |
| 41894 | πορτιέρης | πορ-τιέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πορτιέρισσα} 1. επαγγελματίας που κάνει φέις-κοντρόλ σε νυχτερινό κέντρο. Πβ. πόρτα. 2. (προφ.) θυρωρός. Βλ. -ιέρης, πορτάρης. [< ιταλ. portiere] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ