| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41867 | πορνεία | πορ-νεί-α ουσ. (θηλ.): προσφορά σεξουαλικής ικανοποίησης έναντι χρηματικής αμοιβής· συνεκδ. η ιδιότητα και το επάγγελμα του προσώπου που επιδίδεται στην πορνεία: ανδρική/γυναικεία/καταναγκαστική/νόμιμη/παράνομη ~. Εξαναγκασμός/προαγωγή στην ~. Εξωθείται στην ~. Βλ. οφθαλμο~. [< αρχ. πορνεία] | |
| 41868 | πορνείο | [πορνεῖο] πορ-νεί-ο ουσ. (ουδ.): οίκημα στο οποίο ασκείται το επάγγελμα της πορνείας. Πβ. οίκος ανοχής, μπουρδέλο, σπίτι. [< αρχ. πορνεῖον] | |
| 41869 | πορνεύω | πορ-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πόρνευσε, πορνεύεται} (λόγ.): επιδίδομαι στην πορνεία. Βλ. εκ~. [< αρχ. πορνεύομαι, μτγν. πορνεύω] | |
| 41870 | πόρνη | πόρ-νη ουσ. (θηλ.) 1. γυναίκα που εκπορνεύεται. ΣΥΝ. ιερόδουλη, πουτάνα (1), τροτέζα 2. (υβριστ.) ανήθικη ή ανέντιμη γυναίκα. Πβ. τσούλα. ● ΣΥΜΠΛ.: συνοδός/πόρνη πολυτελείας βλ. συνοδός [< αρχ. πόρνη] | |
| 41871 | πορνίδιο | πορ-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τσουλί. Πβ. πουτανίτσα. Βλ. -ίδιο. [< αρχ. πορνίδιον] | |
| 41872 | πορνικός | , ή, ό πορ-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με πόρνη· κατ' επέκτ. άσεμνος, ανήθικος, αδιάντροπος: ~ές: υπηρεσίες. [< αρχ. πορνικός] | |
| 41873 | πορνό | πορ-νό επίθ. {άκλ.}: που έχει πορνογραφικό περιεχόμενο: περιοδικό ~ (= πορνοπεριοδικό). ● Ουσ.: πορνό (το): πορνοταινία: σκληρό ~ (= τσόντα). [< γαλλ. porno(graphique), πριν από το 1893, αγγλ. porn(ography), 1962] | |
| 41874 | πορνο- & πορνό- | : α΄ συνθετικό λέξεων με αναφορά στην πορνεία ή στην πορνογραφία: (ως υβριστ. χαρακτηρισμός) πορνό-γερος. Βλ. παλιο-.|| Πορνο-περιοδικό/~ταινία. | |
| 41875 | πορνοβοσκός | πορ-νο-βο-σκός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προαγωγός. [< αρχ. πορνοβοσκός] | |
| 41876 | πορνόγερος | πορ-νό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): έκφυλος ηλικιωμένος άνδρας. Βλ. κωλό-, παλιό-γερος. | |
| 41877 | πορνογράφημα | πορ-νο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): κείμενο με πορνογραφικό χαρακτήρα. Πβ. πορνό. Βλ. -γράφημα. | |
| 58712 | πορνογραφία | πορ-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): περιγραφή ή/και αναπαράσταση σεξουαλικών πράξεων με στόχο την ερωτική διέγερση· συνεκδ. το σύνολο των πορνογραφικών έργων: διαδικτυακή/παιδική ~. Κύκλωμα παιδικής ~ας (. Πβ. βιομηχανία του σεξ. Βλ. -γραφία. || Το βιβλίο αυτό είναι σκέτη ~ (= σκέτο πορνογράφημα). ● ΣΥΜΠΛ.: εκδικητική πορνογραφία: διαδικτυακή προβολή για λόγους εκδίκησης σεξουαλικών φωτογραφιών ή κυρ. βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου που εμφανίζεται σε αυτό. Πβ. διαδικτυακός εκβιασμός. Βλ. σέξτινγκ. [< αγγλ. revenge porn, 2007] [< γαλλ. pornographie, αγγλ. pornography, ιταλ. pornografia – γαλλ. pédopornography, 1992] | |
| 41878 | πορνογραφικός | , ή, ό πορ-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πορνογραφία: ~ή: ιστοσελίδα/ταινία. ~ό: βίντεο. Διάδοση/διακίνηση ~ού υλικού. Θεάματα με ~ό περιεχόμενο/χαρακτήρα. [< γαλλ. pornographique, αγγλ. pornographic] | |
| 41879 | πορνοπεριοδικό | πορ-νο-πε-ρι-ο-δι-κό ουσ. (ουδ.): περιοδικό με πορνογραφικό περιεχόμενο. [πβ. ιταλ. pornorivista, 1972] | |
| 41880 | πόρνος | πόρ-νος ουσ. (αρσ.): άντρας που επιδίδεται στην πορνεία ή συχνάζει σε οίκους ανοχής· (κατ' επέκτ.-μειωτ.) ακόλαστος, ασελγής. Πβ. πουτανιάρης. Βλ. ζιγκολό. [< αρχ. πόρνος] | |
| 41881 | πορνοστάρ | πορ-νο-στάρ ουσ. (θηλ.+ αρσ.) {άκλ.}: ηθοποιός πορνογραφικών ταινιών. [< αγγλ. pornstar, ιταλ. pornostar, 1974] | |
| 41882 | πορνοταινία | πορ-νο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.) & πορνοφίλμ (το): πορνογραφική ταινία. Πβ. τσόντα. ΣΥΝ. πορνό [< ιταλ. pornofilm, 1969] | |
| 41883 | πορογενής | , ής, ές πο-ρο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους πόρους του σώματος: ~ής: καρκίνος (του μαστού). ~ές: καρκίνωμα. Πβ. ενδοπορικός. Βλ. -γενής, λοβιακός. [< αγγλ. ductal] | |
| 41884 | πόρος | πό-ρος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. στενός αγωγός, δίοδος: ακουστικός/αρτηριακός/βουβωνικός/δακρυϊκός/κυστικός/(εκ)σπερματικός ~. Γαλακτοφόροι/χοληφόροι ~οι. Εκφορητικοί ~οι των αδένων. Βλ. στόμιο. ● πόροι (οι) 1. μικρά, επιφανειακά ή βαθιά ανοίγματα: οι ~ του σφουγγαριού/του χαρτιού.|| (ΑΝΑΤ.) Οι ~ του δέρματος/της επιδερμίδας. Προϊόν που καθαρίζει σε βάθος τους φραγμένους ~ους (βλ. ακμή, σπυράκια). 2. ΟΙΚΟΝ. έσοδα: δημόσιοι/ιδιωτικοί/κρατικοί ~. Οικονομικοί/χρηματικοί ~. Θεσμοθετημένοι ~. Έκτακτοι/τακτικοί ~ (= εισφορές). Οι ~ της επιχείρησης/του ιδρύματος/ταμείου. Οι ~ που εισπράχθηκαν. Αύξηση/εξάντληση/μείωση των διαθέσιμων ~ων. Άντληση/(απο)δέσμευση/απώλεια/έλλειψη/παροχή ~ων. Αξιοποίηση/κατανομή/διοχέτευση/εκμετάλλευση των ~ων. Σε αναζήτηση ~ων. Έχει μείνει χωρίς/δεν έχει ~ους (= εισοδήματα). ΣΥΝ. πρόσοδοι. 3. εκμεταλλεύσιμα αγαθά, που αποτελούν πηγές άντλησης οφέλους: αλιευτικοί/θαλάσσιοι ~. Εδαφικοί/ενεργειακοί (= πηγές ενέργειας)/ορυκτοί/υλικοί ~. Πολιτιστικοί/στρατηγικοί/τουριστικοί ~. Πβ. κεφάλαιο, πλούτος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Υπολογιστικοί ~. Οι ~ του δικτύου/συστήματος (: μνήμη, περιφερειακές συσκευές). || Ψηφιακοί ~οι. ● ΣΥΜΠΛ.: άδηλοι πόροι: ΟΙΚΟΝ. εισοδήματα των οποίων η προέλευση δεν είναι φανερή ή γνωστή και συνήθ. δεν εμφανίζεται στην εφορία ή σε ισολογισμό (εμβάσματα μεταναστών, ναυτιλία, τουρισμός)., ανθρώπινοι πόροι: το ανθρώπινο δυναμικό επιχείρησης. [< αγγλ. human resources, 1975] , γενετικοί πόροι: ΟΙΚΟΛ. γενετικό υλικό με πραγματική ή δυνητική αξία: ζωικοί/φυτικοί ~ ~. Προστασία των δασικών ~ών ~ων., γλωσσικοί πόροι: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιοποιημένα γλωσσικά δεδομένα: διαχείριση ~ών ~ων. Bλ. ΚΓΠ, σώμα κειμένων, τράπεζα δεδομένων/πληροφοριών., εθνικοί πόροι: το σύνολο των οικονομικών αξιών που προέρχονται από εγχώριους συντελεστές παραγωγής: περιορισμένοι ~ ~. Δαπάνες που προβλέπεται να καλυφθούν αμιγώς από ~ούς ~ους., κοινοτικοί πόροι: χρήματα που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση: απορρόφηση/εισροή ~ών ~ων. [< αγγλ. Community resources] , φυσικοί πόροι: κάθε στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο: ανανεώσιμοι (: νερό, ξυλεία, τροφές, φυτικά καύσιμα)/μη ανανεώσιμοι (: κάρβουνο, μάρμαρο, μέταλλα, πετρέλαιο)/ιαματικοί ~ ~. Αποθέματα ~ών ~ων. [< αγγλ. natural resources, 1956] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, υδάτινοι πόροι βλ. υδάτινος ● ΦΡ.: από ιδίους πόρους (επίσ.) & (λόγ.) εξ ιδίων πόρων: με έσοδα που προέρχονται από τον ίδιο, όχι από άλλη πηγή: Τα έξοδα καλύφθηκαν ~ ~. Χρηματοδότηση ~ ~. [< 1: αρχ. πόρος, γαλλ. pore 2,3: αγγλ. resources, γαλλ. ressources] | |
| 41885 | πόρπη | πόρ-πη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταλλικό συνήθ. εξάρτημα που ενώνει τα δύο άκρα ενδύματος, ζώνης ή ιμάντα: ασημένια ~. Πβ. αγκράφα. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κόσμημα που το χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα, για να συγκρατούν το ένδυμα στους ώμους, στο στήθος ή στον ζωστήρα. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. καρφίτσα μαλλιών. [< αρχ. πόρπη] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ