Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42460-42480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41895πορτιέροπορ-τιέ-ρο ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) τερματοφύλακας: διεθνής ~. ΣΥΝ. γκολκίπερ [< ισπ. portiero]
41897πόρτλαντπόρ-τλαντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. είδος πολύ ανθεκτικού τσιμέντου, το οποίο αποτελεί μείγμα κυρ. αργίλου και ασβεστόλιθου. [< αγγλ. portland (cement), από το ομώνυμο νησί]
41898πορτμαντόπορ-τμα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πορτ-μαντό: φορητό συνήθ. έπιπλο που χρησιμοποιείται ως κρεμάστρα κυρ. για παλτά και μπουφάν. Πβ. καλόγερος. [< γαλλ. portemanteau]
41899πορτμπαγκάζπορτ-μπα-γκάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πορτ-μπαγκάζ : ειδικός χώρος στο πίσω μέρος αυτοκινήτου για την τοποθέτηση αποσκευών: άνοιγμα/χωρητικότητα του ~. [< γαλλ. porte-bagage(s), 1892]
41901πορτόπορ-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πόρτο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό και αρωματικό λευκό ή κόκκινο πορτογαλικό κρασί. [< γαλλ. porto]
41902πορτογαλικός, ή, ό πορ-το-γα-λι-κός επίθ. & (προφ.) πορτογαλέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Πορτογαλία ή/και τους Πορτογάλους. ● Ουσ.: Πορτογαλικά (τα) & (επίσ.) Πορτογαλική (η): η πορτογαλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα.
41903Πορτογάλος, ΠορτογαλίδαΠορ-το-γά-λος επίθ./ουσ. & (προφ.) Πορτογαλέζος, Πορτογαλέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Πορτογαλία ή κατάγεται από αυτήν ή έχει αποκτήσει την πορτογαλική υπηκοότητα. [< μεσν. Πορτουγάλλος]
41904πορτοκαλάδαπορ-το-κα-λά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από χυμό πορτοκαλιού με ζάχαρη και νερό, σε χάρτινη συσκευασία, μπουκάλι ή μεταλλικό κουτί: δροσερή/συμπυκνωμένη ~. ~ με/χωρίς ανθρακικό. 2. στυμμένος χυμός πορτοκαλιού: φρέσκια ~. Βλ. -άδα. ● Υποκ.: πορτοκαλαδίτσα (η)
41905πορτοκαλεώναςπορ-το-κα-λε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): έκταση γης όπου έχουν φυτευθεί πορτοκαλιές. Βλ. -ώνας.
41906πορτοκαλής, -ιά, -ί πορ-το-κα-λής επίθ. & πορτοκαλί {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα του πορτοκαλιού, ανάμεσα στο κίτρινο και το κόκκινο: ~ής: ήλιος. ~ιά: απόχρωση/φλούδα. ~ί: κραγιόν/ύφασμα/φανάρι/φως. ~ί/ιές: ανταύγειες. ΣΥΝ. πορτοκαλόχρωμος ● Ουσ.: πορτοκαλί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κεχριμπαρένιο/πορτοκαλί κουτί βλ. κουτί, κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο
41907πορτοκάλιπορ-το-κά-λι ουσ. (ουδ.) {πορτοκαλ-ιού}: ο εδώδιμος καρπός της πορτοκαλιάς που έχει παχιά πορτοκαλιά φλούδα, σφαιρικό σχήμα και γλυκιά ή ξινή χυμώδη σάρκα κατά την ωρίμανσή του: ζουμερά ~ια. ~ια χυμού. Ξύσμα ~ιού. ~ια Μέρλιν ή ομφαλοφόρα. Τα ~ια είναι πλούσια σε βιταμίνη C. Στύβω ~ια. Βλ. βαλέντσια, σαγκουίνι.|| (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Γλυκό (του κουταλιού)/κέικ/λικέρ ~. Κοτόπουλο με σάλτσα ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Μπισκότα με άρωμα ~. Βότκα ~ (: με χυμό ~ιού). ● Υποκ.: πορτοκαλάκι (το) ● ΦΡ.: έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) βλ. πορτοκαλιά [< ιταλ. portogallo]
41908πορτοκαλιάπορ-το-κα-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus aurantium/sinensis), μικρού ύψους, με λευκά άνθη και σκούρα πράσινα φύλλα, το οποίο έχει ως καρπό του το πορτοκάλι. Βλ. εσπεριδοειδή, μανταρινιά, νεραντζιά. ● ΦΡ.: έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) (παροιμ.): για να αμφισβητηθεί ότι κάτι ή κάποιος είναι αναντικατάστατο(ς), ιδ. σε ερωτική σχέση.
41909πορτοκαλόχρωμος, η, ο πορ-το-κα-λό-χρω-μος επίθ.: πορτοκαλής. Βλ. -χρωμος.
41910πορτολάνοςπορ-το-λά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) ΣΥΝ. λιμενοδείκτης ΝΑΥΤ. 1. μεγάλος ναυτικός χάρτης με αναλυτικές πληροφορίες για λιμάνια και ακτές. Βλ. κουμπάσο. 2. κείμενο που περιέχει οδηγίες και πληροφορίες χρήσιμες για τα ταξίδια των ναυτικών. Πβ. πλοηγός. [< μεσν. πορτολάνος < βεν. portolan]
41911πορτομπέλοπορ-το-μπέ-λο ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΒΟΤ. μεγάλο εδώδιμο καφέ μανιτάρι με πλατύ καπέλο. [< αγγλ. portobello, 1986]
41912πορτόνιπορ-τό-νι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.) 1. αυλόπορτα ή κύρια θύρα εισόδου: ξύλινο/σιδερένιο ~. ~ια αρχοντικών. 2. (υποκ.) μικρή πόρτα. Βλ. -όνι. ΣΥΝ. πορτάκι, πορτίτσα, πορτούλα [< ιταλ. portone]
41913πορτοπαράθυραπορ-το-πα-ρά-θυ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. πόρτες και παράθυρα: κλειστά/ξύλινα/χρωματιστά ~. 2. εξωτερικά κουφώματα σε οικοδομή. [< μεσν. πορτοπαράθυρα]
41915πορτουλάκαπορ-του-λά-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών των εύκρατων περιοχών (επιστ. ονομασ. Portulaca), με στενά πράσινα φύλλα και άνθη ποικίλων ανοιχτών χρωμάτων που μοιάζουν με εκείνα του τριαντάφυλλου. Βλ. αντράκλα, γλιστρίδα.
41916πορτοφολάςπορ-το-φο-λάς ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πορτοφολού}: κλέφτης πορτοφολιών: σπείρα/συμμορία ~άδων. Βλ. -άς.
41917πορτοφόλιπορ-το-φό-λι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό φορητό αντικείμενο με μία ή περισσότερες θήκες για τοποθέτηση χρημάτων και χρήσιμων προσωπικών εγγράφων: ανδρικό/γυναικείο/δερμάτινο ~. ~ για κέρματα. Έχασα το ~ μου. Βλ. πουγκί. 2. (μτφ.) οικονομική κατάσταση, αγοραστική δυνατότητα: άδειο/γεμάτο/φουσκωμένο/χοντρό ~. Αυτοκίνητα για όλα τα ~ια. ΣΥΝ. βαλάντιο ● Υποκ.: πορτοφολάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γερό/μεγάλο πορτοφόλι (μτφ.-προφ.): πολλά χρήματα· κατ' επέκτ. πλούσιος: Πρέπει να διαθέτεις ~ ~, για να μπεις στον κύκλο τους.|| Τρέχει πίσω από κάθε ~ ~., ηλεκτρονικό πορτοφόλι βλ. ηλεκτρονικός [< ιταλ. portafoglio]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.