| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41886 | πόρρω | πόρ-ρω επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: πόρρω απέχει: είναι μακριά, έχει μεγάλη διαφορά: Η τελική μορφή του κειμένου ~ ~ από την αρχική. Εικασίες που ~ ~ουν από την πραγματικότητα. ΣΥΝ. απέχει παρασάγγας/παρασάγγες [< αρχ. πόρρω, πόρσω < πρόσω ‘πολύ μακριά’] | |
| 41887 | πόρρωθεν | πόρ-ρω-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από απόσταση: Παρατηρούσε ~ τα γεγονότα/τα συμβάντα. Βλ. -θεν. [< αρχ. πόρρωθεν] | |
| 41889 | πορσελάνινος | , η, ο πορ-σε-λά-νι-νος επίθ. & πορσελανάτος: που έχει κατασκευαστεί από πορσελάνη: ~ο: βάζο/σερβίτσιο. Πβ. φαρφουρένιος. [< γαλλ. porcelainier] | |
| 41896 | πορτ-κλε | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πορτκλέ: μπρελόκ. [< γαλλ. porte-clés] | |
| 41900 | πορτ-μπεμπέ | πορτ-μπε-μπέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πορτμπεμπέ: ειδικό φορητό καλαθάκι ή καθισματάκι με λαβές, το οποίο χρησιμοποιείται για την ασφαλή μεταφορά των μωρών ή για να κάθονται στο αυτοκίνητο. Πβ. καλαθούνα, ριλάξ. Βλ. κούνια. [< γαλλ. porte-bébé, 1894] | |
| 41890 | πόρτα | πόρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κινητή, συνήθ. επίπεδη επιφάνεια, που ανοιγοκλείνει, φράσσοντας την είσοδο χώρου, συσκευής ή οχήματος· συνεκδ. η ίδια η είσοδος, συνήθ. η κεντρική: αυτόματη/γυάλινη/δίφυλλη/εξωτερική/εσωτερική/μονόφυλλη/μπροστινή/ξύλινη/περιστρεφόμενη/σιδερένια (= σιδερόπορτα)/συρόμενη ~. Η ~ του γραφείου/του διαμερίσματος/του δωματίου/της πολυκατοικίας/της τάξης. Η ~ του φράχτη. Η ~ της ντουλάπας/του ντουλαπιού. Η ~ του ασανσέρ/του φούρνου/του ψυγείου. Η ~ του αεροπλάνου. Η κάσα/η κλειδαριά/το κουδούνι/το μάτι/το πόμολο της ~ας. Οι ~ες του αυτοκινήτου/λεωφορείου. ~ες αλουμινίου. Ανοίγω/κλειδώνω/(για κλέφτη:) παραβιάζω/σπάω την ~. Άφησε την ~ ανοιχτή/μισάνοιχτη/ξεκλείδωτη. Έκλεισε την ~ (πίσω του) με βρόντο. Κάποιος (μου) χτυπάει την ~. Βγαίνω/μπαίνω από την ~. Κρύφτηκε πίσω/περίμενε έξω από την ~. Φυγαδεύτηκε από την πίσω/πλαϊνή ~. Ρίχνουν φυλλάδια κάτω από τις ~ες (βλ. χαραμάδα).|| Η διπλανή ~ (= το γειτονικό διαμέρισμα ή σπίτι). Βλ. αυλό-, γκαραζό-, εξώ-, καγκελό-, μπαλκονό-πορτα. ΣΥΝ. θύρα (1) 2. πύλη: η ~ του κάστρου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (= πόρταλ) σύνδεσης (δικτύου). 3. (μτφ.) δυνατότητα, ευκαιρία, πρόσβαση: Η ~ της επιχείρησης είναι ανοιχτή/κλειστή για/σε κάποιον. Ανοίγουν ~ες εργασίας για χιλιάδες νέους. 4. (προφ.) πορτιέρης ή φέις-κοντρόλ: Δουλεύει ~.|| Κάνει ~ σε κλαμπ. ● πόρτες (οι): παιχνίδι στο τάβλι: Μια παρτίδα ~. Βλ. πλακωτό, φεύγα.|| Κάνω ~ (: βάζω τουλάχιστον δύο πούλια του ίδιου χρώματος στη σειρά, κλείνοντας τον αντίπαλο). ● Υποκ.: πορτάκι (το): στη σημ. 1., πορτίτσα (η): στη σημ. 1., πορτούλα (η): στη σημ. 1. ΣΥΝ. πορτόνι (2) ● ΣΥΜΠΛ.: πόρτα ασφαλείας: θωρακισμένη και με κλειδαριά ασφαλείας, ώστε να είναι απαραβίαστη. ● ΦΡ.: ανοίγω την πόρτα της εξόδου (μτφ.): φεύγω, παραιτούμαι ή χωρίζω., από την πίσω πόρτα (μτφ.): με αδιαφανείς, μη αξιοκρατικές διαδικασίες, με πλάγια μέσα, κρυφά: Τη δουλειά δεν την ήξερε, μπήκε όμως ~ ~. Προωθούνται ~ ~., αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι (μτφ.-προφ.): δεν αποκλείω κάποιο ενδεχόμενο: Άφησε ~ ~ για/σε μελλοντική συνεργασία. ΣΥΝ. αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο, βρίσκει/βρήκε (όλες) τις πόρτες κλειστές/την πόρτα κλειστή (μτφ.-προφ.): όπου κι αν απευθύνθηκε (συνήθ. για βοήθεια) έλαβε αρνητική απάντηση: Έψαξε για δουλειά, αλλά βρήκε ~ ~., δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον (μτφ.-προφ.): τον διώχνω, τον απολύω ή τον χωρίζω., δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα (μτφ.-προφ.): είναι πολύ παχύς., έξω από την/δυο βήματα από την/δίπλα στην πόρτα μου (μτφ.): πολύ κοντά στο σπίτι μου: Βρήκε δουλειά ~ ~ του., κάτι μου χτυπάει την πόρτα (μτφ.): παρουσιάζεται στη ζωή μου: Η ατυχία/η επιτυχία/η ευτυχία/ο έρωτας του χτύπησε ~., κι έξω από την πόρτα! (προφ.): για διώξιμο κάποιου με συνοπτικές διαδικασίες: τα παπούτσια στο χέρι ~ ~!, κλείνει τις πόρτες του: για επιχείρηση που παύει να λειτουργεί: Το ξενοδοχείο έκλεισε ~ ~ λόγω ανακαίνισης., κλείνω την πόρτα (στα μούτρα/στη μούρη/κατάμουτρα) σε κάποιον (προφ.): αρνούμαι χωρίς δεύτερη κουβέντα να δεχτώ κάποιον, τον διώχνω με αποφασιστικό τρόπο: Γύρισε πίσω, αλλά του ~σε ~ στα μούτρα.|| Δεν κλείνω την πόρτα σε (= δεν αποκλείω) μια τέτοια πιθανότητα., ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα (οικ.): για να δηλωθεί ομαδική, εκούσια ή ακούσια, αποχώρηση, φυγή: Ένας, ένας παρακαλώ και ~ ~. Άρχισαν οι εκκαθαρίσεις ... ~ ~., όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο: η ανέχεια, η μιζέρια φθείρουν τον έρωτα., πίσω από κλειστές πόρτες (μτφ.): στα κρυφά, χωρίς να δοθεί δημοσιότητα: Παίρνουν αποφάσεις/το θέμα συζητείται ~ ~., πόρτα πόρτα/από πόρτα σε πόρτα: από σπίτι σε σπίτι: Εξυπηρέτηση πελατών ~ ~. Διανομή/ενημέρωση/μεταφορές/πωλήσεις/υπηρεσία ~ ~. Τα παιδιά γυρίζουν από ~ σε ~ και λένε τα κάλαντα., πόρτα! (προφ.): για να δηλωθεί ενόχληση, όταν κάποιος φεύγει, χωρίς να κλείσει την πόρτα., της διπλανής πόρτας 1. απλός, καθημερινός, που ανταποκρίνεται στον μέσο όρο: άνθρωπος/γυναίκα/παιδί ~ ~. 2. για να δηλωθεί ότι κάτι είναι ξένο, δεν μας αφορά: Τα ναρκωτικά δεν είναι πρόβλημα ~ ~, είναι και δικό μας. [< αγγλ. next door, 1961] , τρώω πόρτα (αργκό) 1. μου απαγορεύουν την είσοδο σε κέντρο διασκέδασης ή εστιατόριο: ~ ~ σε κλαμπ. 2. αποτυγχάνω: Προσπάθησε, αλλά έφαγε ~., χτυπάω πόρτες (μτφ.): ζητώ κάτι, συνήθ. βοήθεια ή χάρη, από κάποιον: Έτρεξε, χτύπησε ~, αλλά κανείς δεν τον βοήθησε. Χτύπησε πολλές ~, αλλά δεν τα κατάφερε., χτυπώ λάθος πόρτα: απευθύνομαι σε ακατάλληλο ή αναρμόδιο πρόσωπο ή ζητώ βοήθεια από αυτό., ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της βλ. πύλη, παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες βλ. παραβιάζω, πόρτα για τον χειμώνα βλ. χειμώνας, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα βλ. βροντά, τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο βλ. διώχνω [< 1,2: μτγν. πόρτα, ιταλ. porta 4: αγγλ. door] | |
| 41891 | πόρταλ | πόρ-ταλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. πύλη. [< αμερικ. portal, 1990] | |
| 41892 | πορτάρης | πορ-τά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πορτάρισσα}: θυρωρός Μονής. Βλ. πορτιέρης. [< μτγν. πορτάρης] | |
| 41893 | πορτατίφ | πορ-τα-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φορητό, συνήθ. επιτραπέζιο, φωτιστικό: ~ γραφείου. Πβ. αμπαζούρ. [< γαλλ. portatif ‘φορητός’, (lampe) portative] | |
| 41894 | πορτιέρης | πορ-τιέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πορτιέρισσα} 1. επαγγελματίας που κάνει φέις-κοντρόλ σε νυχτερινό κέντρο. Πβ. πόρτα. 2. (προφ.) θυρωρός. Βλ. -ιέρης, πορτάρης. [< ιταλ. portiere] | |
| 41895 | πορτιέρο | πορ-τιέ-ρο ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) τερματοφύλακας: διεθνής ~. ΣΥΝ. γκολκίπερ [< ισπ. portiero] | |
| 41897 | πόρτλαντ | πόρ-τλαντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. είδος πολύ ανθεκτικού τσιμέντου, το οποίο αποτελεί μείγμα κυρ. αργίλου και ασβεστόλιθου. [< αγγλ. portland (cement), από το ομώνυμο νησί] | |
| 41898 | πορτμαντό | πορ-τμα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πορτ-μαντό: φορητό συνήθ. έπιπλο που χρησιμοποιείται ως κρεμάστρα κυρ. για παλτά και μπουφάν. Πβ. καλόγερος. [< γαλλ. portemanteau] | |
| 41899 | πορτμπαγκάζ | πορτ-μπα-γκάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πορτ-μπαγκάζ : ειδικός χώρος στο πίσω μέρος αυτοκινήτου για την τοποθέτηση αποσκευών: άνοιγμα/χωρητικότητα του ~. [< γαλλ. porte-bagage(s), 1892] | |
| 41901 | πορτό | πορ-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πόρτο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό και αρωματικό λευκό ή κόκκινο πορτογαλικό κρασί. [< γαλλ. porto] | |
| 41902 | πορτογαλικός | , ή, ό πορ-το-γα-λι-κός επίθ. & (προφ.) πορτογαλέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Πορτογαλία ή/και τους Πορτογάλους. ● Ουσ.: Πορτογαλικά (τα) & (επίσ.) Πορτογαλική (η): η πορτογαλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. | |
| 41903 | Πορτογάλος, Πορτογαλίδα | Πορ-το-γά-λος επίθ./ουσ. & (προφ.) Πορτογαλέζος, Πορτογαλέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Πορτογαλία ή κατάγεται από αυτήν ή έχει αποκτήσει την πορτογαλική υπηκοότητα. [< μεσν. Πορτουγάλλος] | |
| 41904 | πορτοκαλάδα | πορ-το-κα-λά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από χυμό πορτοκαλιού με ζάχαρη και νερό, σε χάρτινη συσκευασία, μπουκάλι ή μεταλλικό κουτί: δροσερή/συμπυκνωμένη ~. ~ με/χωρίς ανθρακικό. 2. στυμμένος χυμός πορτοκαλιού: φρέσκια ~. Βλ. -άδα. ● Υποκ.: πορτοκαλαδίτσα (η) | |
| 41905 | πορτοκαλεώνας | πορ-το-κα-λε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): έκταση γης όπου έχουν φυτευθεί πορτοκαλιές. Βλ. -ώνας. | |
| 41906 | πορτοκαλής | , -ιά, -ί πορ-το-κα-λής επίθ. & πορτοκαλί {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα του πορτοκαλιού, ανάμεσα στο κίτρινο και το κόκκινο: ~ής: ήλιος. ~ιά: απόχρωση/φλούδα. ~ί: κραγιόν/ύφασμα/φανάρι/φως. ~ί/ιές: ανταύγειες. ΣΥΝ. πορτοκαλόχρωμος ● Ουσ.: πορτοκαλί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κεχριμπαρένιο/πορτοκαλί κουτί βλ. κουτί, κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ