Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42480-42500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41907πορτοκάλιπορ-το-κά-λι ουσ. (ουδ.) {πορτοκαλ-ιού}: ο εδώδιμος καρπός της πορτοκαλιάς που έχει παχιά πορτοκαλιά φλούδα, σφαιρικό σχήμα και γλυκιά ή ξινή χυμώδη σάρκα κατά την ωρίμανσή του: ζουμερά ~ια. ~ια χυμού. Ξύσμα ~ιού. ~ια Μέρλιν ή ομφαλοφόρα. Τα ~ια είναι πλούσια σε βιταμίνη C. Στύβω ~ια. Βλ. βαλέντσια, σαγκουίνι.|| (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Γλυκό (του κουταλιού)/κέικ/λικέρ ~. Κοτόπουλο με σάλτσα ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Μπισκότα με άρωμα ~. Βότκα ~ (: με χυμό ~ιού). ● Υποκ.: πορτοκαλάκι (το) ● ΦΡ.: έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) βλ. πορτοκαλιά [< ιταλ. portogallo]
41908πορτοκαλιάπορ-το-κα-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus aurantium/sinensis), μικρού ύψους, με λευκά άνθη και σκούρα πράσινα φύλλα, το οποίο έχει ως καρπό του το πορτοκάλι. Βλ. εσπεριδοειδή, μανταρινιά, νεραντζιά. ● ΦΡ.: έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) (παροιμ.): για να αμφισβητηθεί ότι κάτι ή κάποιος είναι αναντικατάστατο(ς), ιδ. σε ερωτική σχέση.
41909πορτοκαλόχρωμος, η, ο πορ-το-κα-λό-χρω-μος επίθ.: πορτοκαλής. Βλ. -χρωμος.
41910πορτολάνοςπορ-το-λά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) ΣΥΝ. λιμενοδείκτης ΝΑΥΤ. 1. μεγάλος ναυτικός χάρτης με αναλυτικές πληροφορίες για λιμάνια και ακτές. Βλ. κουμπάσο. 2. κείμενο που περιέχει οδηγίες και πληροφορίες χρήσιμες για τα ταξίδια των ναυτικών. Πβ. πλοηγός. [< μεσν. πορτολάνος < βεν. portolan]
41911πορτομπέλοπορ-το-μπέ-λο ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΒΟΤ. μεγάλο εδώδιμο καφέ μανιτάρι με πλατύ καπέλο. [< αγγλ. portobello, 1986]
41912πορτόνιπορ-τό-νι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.) 1. αυλόπορτα ή κύρια θύρα εισόδου: ξύλινο/σιδερένιο ~. ~ια αρχοντικών. 2. (υποκ.) μικρή πόρτα. Βλ. -όνι. ΣΥΝ. πορτάκι, πορτίτσα, πορτούλα [< ιταλ. portone]
41913πορτοπαράθυραπορ-το-πα-ρά-θυ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) 1. πόρτες και παράθυρα: κλειστά/ξύλινα/χρωματιστά ~. 2. εξωτερικά κουφώματα σε οικοδομή. [< μεσν. πορτοπαράθυρα]
41915πορτουλάκαπορ-του-λά-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών των εύκρατων περιοχών (επιστ. ονομασ. Portulaca), με στενά πράσινα φύλλα και άνθη ποικίλων ανοιχτών χρωμάτων που μοιάζουν με εκείνα του τριαντάφυλλου. Βλ. αντράκλα, γλιστρίδα.
41916πορτοφολάςπορ-το-φο-λάς ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πορτοφολού}: κλέφτης πορτοφολιών: σπείρα/συμμορία ~άδων. Βλ. -άς.
41917πορτοφόλιπορ-το-φό-λι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό φορητό αντικείμενο με μία ή περισσότερες θήκες για τοποθέτηση χρημάτων και χρήσιμων προσωπικών εγγράφων: ανδρικό/γυναικείο/δερμάτινο ~. ~ για κέρματα. Έχασα το ~ μου. Βλ. πουγκί. 2. (μτφ.) οικονομική κατάσταση, αγοραστική δυνατότητα: άδειο/γεμάτο/φουσκωμένο/χοντρό ~. Αυτοκίνητα για όλα τα ~ια. ΣΥΝ. βαλάντιο ● Υποκ.: πορτοφολάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γερό/μεγάλο πορτοφόλι (μτφ.-προφ.): πολλά χρήματα· κατ' επέκτ. πλούσιος: Πρέπει να διαθέτεις ~ ~, για να μπεις στον κύκλο τους.|| Τρέχει πίσω από κάθε ~ ~., ηλεκτρονικό πορτοφόλι βλ. ηλεκτρονικός [< ιταλ. portafoglio]
41918πορτόφυλλοπορ-τό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): θυρόφυλλο.
41919πορτρετίσταςπορ-τρε-τί-στας ουσ. (αρσ.): προσωπογράφος. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. portraitiste]
41920πορτρέτοπορ-τρέ-το ουσ. (ουδ.): προσωπογραφία: Ζωγραφίζει/φιλοτεχνεί/φτιάχνει το ~ του/της ... Βλ. αυτο~, φαγιούμ.|| (μτφ.) Σύντομο ~. Το ~ της σύγχρονης γυναίκας. Παρουσιάζει/συνθέτει το ~ μιας εποχής/κοινωνίας.|| Το ~ της πόλης. Πβ. προφίλ, φυσιογνωμία. [< γαλλ. portrait]
41922πορφύραπορ-φύ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. διαταραχή του οργανισμού που χαρακτηρίζεται από αιμορραγία των τριχοειδών αγγείων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πορφυρών εξανθημάτων: αλλεργική ~. Βλ. αγγειίτιδα. 2. ΖΩΟΛ. γαστερόποδο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Haustellum brandaris), με παχύ, επίμηκες όστρακο και αδένα που εκκρίνει βαθυκόκκινη χρωστική ουσία. 3. (συνεκδ.) το ανεξίτηλο χρώμα που έπαιρναν οι αρχαίοι από το αντίστοιχο κοχύλι, το οποίο χρησίμευε για τη βαφή ενδυμάτων και ήταν πολύτιμο εξαιτίας της δυσκολίας παρασκευής και της σπανιότητάς του. 4. ΙΣΤ. (συνεκδ.) επίσημη ενδυμασία που φορούσαν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες και ήταν βαμμένη με την αντίστοιχη απόχρωση: βασιλική ~. 5. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Π) (συνεκδ.) αίθουσα των βυζαντινών ανακτόρων, διακοσμημένη με πορφυρά μάρμαρα, όπου γεννούσε η βασίλισσα. Βλ. πορφυρογέννητος. 6. ΙΣΤ. (συνεκδ.) η αυτοκρατορική, βασιλική εξουσία. [< αρχ. πορφύρα ‘μαλάκιο, πορφυρένιο ρούχο’ 1: γαλλ.-αγγλ. purpura]
41923πορφυρένιος, ια, ιο πορ-φυ-ρέ-νιος επίθ.: πορφυρός. Βλ. -ένιος. [< μεσν. πορφυρένιος]
41924πορφύρηςβλ. πορφυρίτης
41925πορφυρίαπορ-φυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κληρονομική ανωμαλία του μεταβολισμού του οργανισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη αύξηση και απέκκριση πορφυρινών στα ούρα και από δερματική ευαισθητοποίηση στο φως: οξεία διαλείπουσα ~. [< γαλλ. porphyrie, περ. 1950, αγγλ. porphyria, 1923, γερμ. Porphyrie]
41926πορφυρίνηπορ-φυ-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κάθε ομάδα ετεροκυκλικών ενώσεων που συμμετέχει στη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης και της χλωροφύλλης και είναι πολύ σημαντική για τη λειτουργία της αναπνοής. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. porphyrine, 1933, αγγλ. porphyrin, 1910, γερμ. Porphyrin]
41927πορφυρίτηςπορ-φυ-ρί-της ουσ. (αρσ.) & πορφύρης: ΟΡΥΚΤ. εκρηξιγενές, σκληρό και συμπαγές πέτρωμα βαθυκόκκινου χρώματος με μεγάλους κρυστάλλους αστρίων, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως σε διακοσμήσεις: (κ. ως επίθ.) ~ λίθος. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. επίθ. πορφυρίτης, γαλλ. porphyre, αγγλ. porphyrite]
41928πορφυρογέννητος, η, ο πορ-φυ-ρο-γέν-νη-τος επίθ. (με κεφαλ. Π): ΙΣΤ. (βυζαντινός τίτλος) που γεννήθηκε στην Πορφύρα την περίοδο της αυτοκρατορίας του πατέρα του/της: Κωνσταντίνος ο Ζ΄ ο ~. Ζωή η ~η. [< μεσν. πορφυρογέννητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.