| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41918 | πορτόφυλλο | πορ-τό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): θυρόφυλλο. | |
| 41919 | πορτρετίστας | πορ-τρε-τί-στας ουσ. (αρσ.): προσωπογράφος. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. portraitiste] | |
| 41920 | πορτρέτο | πορ-τρέ-το ουσ. (ουδ.): προσωπογραφία: Ζωγραφίζει/φιλοτεχνεί/φτιάχνει το ~ του/της ... Βλ. αυτο~, φαγιούμ.|| (μτφ.) Σύντομο ~. Το ~ της σύγχρονης γυναίκας. Παρουσιάζει/συνθέτει το ~ μιας εποχής/κοινωνίας.|| Το ~ της πόλης. Πβ. προφίλ, φυσιογνωμία. [< γαλλ. portrait] | |
| 41922 | πορφύρα | πορ-φύ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. διαταραχή του οργανισμού που χαρακτηρίζεται από αιμορραγία των τριχοειδών αγγείων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πορφυρών εξανθημάτων: αλλεργική ~. Βλ. αγγειίτιδα. 2. ΖΩΟΛ. γαστερόποδο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Haustellum brandaris), με παχύ, επίμηκες όστρακο και αδένα που εκκρίνει βαθυκόκκινη χρωστική ουσία. 3. (συνεκδ.) το ανεξίτηλο χρώμα που έπαιρναν οι αρχαίοι από το αντίστοιχο κοχύλι, το οποίο χρησίμευε για τη βαφή ενδυμάτων και ήταν πολύτιμο εξαιτίας της δυσκολίας παρασκευής και της σπανιότητάς του. 4. ΙΣΤ. (συνεκδ.) επίσημη ενδυμασία που φορούσαν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες και ήταν βαμμένη με την αντίστοιχη απόχρωση: βασιλική ~. 5. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Π) (συνεκδ.) αίθουσα των βυζαντινών ανακτόρων, διακοσμημένη με πορφυρά μάρμαρα, όπου γεννούσε η βασίλισσα. Βλ. πορφυρογέννητος. 6. ΙΣΤ. (συνεκδ.) η αυτοκρατορική, βασιλική εξουσία. [< αρχ. πορφύρα ‘μαλάκιο, πορφυρένιο ρούχο’ 1: γαλλ.-αγγλ. purpura] | |
| 41923 | πορφυρένιος | , ια, ιο πορ-φυ-ρέ-νιος επίθ.: πορφυρός. Βλ. -ένιος. [< μεσν. πορφυρένιος] | |
| 41924 | πορφύρης | βλ. πορφυρίτης | |
| 41925 | πορφυρία | πορ-φυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κληρονομική ανωμαλία του μεταβολισμού του οργανισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη αύξηση και απέκκριση πορφυρινών στα ούρα και από δερματική ευαισθητοποίηση στο φως: οξεία διαλείπουσα ~. [< γαλλ. porphyrie, περ. 1950, αγγλ. porphyria, 1923, γερμ. Porphyrie] | |
| 41926 | πορφυρίνη | πορ-φυ-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κάθε ομάδα ετεροκυκλικών ενώσεων που συμμετέχει στη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης και της χλωροφύλλης και είναι πολύ σημαντική για τη λειτουργία της αναπνοής. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. porphyrine, 1933, αγγλ. porphyrin, 1910, γερμ. Porphyrin] | |
| 41927 | πορφυρίτης | πορ-φυ-ρί-της ουσ. (αρσ.) & πορφύρης: ΟΡΥΚΤ. εκρηξιγενές, σκληρό και συμπαγές πέτρωμα βαθυκόκκινου χρώματος με μεγάλους κρυστάλλους αστρίων, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως σε διακοσμήσεις: (κ. ως επίθ.) ~ λίθος. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. επίθ. πορφυρίτης, γαλλ. porphyre, αγγλ. porphyrite] | |
| 41928 | πορφυρογέννητος | , η, ο πορ-φυ-ρο-γέν-νη-τος επίθ. (με κεφαλ. Π): ΙΣΤ. (βυζαντινός τίτλος) που γεννήθηκε στην Πορφύρα την περίοδο της αυτοκρατορίας του πατέρα του/της: Κωνσταντίνος ο Ζ΄ ο ~. Ζωή η ~η. [< μεσν. πορφυρογέννητος] | |
| 41929 | πορφυρός | , ή, ό πορ-φυ-ρός επίθ.: που έχει το χρώμα της πορφύρας, βαθυκόκκινος: ~ός: ήλιος/ουρανός (: στο ηλιοβασίλεμα). ~ή: απόχρωση/βαφή/στολή. ~ό: άνθος/ύφασμα/φως. ~ές: ανταύγειες. ΣΥΝ. άλικος, πορφυρένιος ● Ουσ.: πορφυρό (το): το αντίστοιχο χρώμα. [< μεσν. πορφυρός < αρχ. πορφυροῦς] | |
| 41930 | πορώδης | , ης, ες πο-ρώ-δης επίθ. {πορώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): που έχει πολλούς πόρους: ~ες: πέτρωμα/υλικό. Πβ. κυψελ-, σπογγ-ώδης. ● Ουσ.: πορώδες (το): η ιδιότητα στερεού σώματος να έχει πόρους και επομένως να απορροφά αέρια και υγρά. [< μτγν. πορώδης] | |
| 41931 | πορώνω | βλ. πωρώνω | |
| 41932 | πόρωση | βλ. πώρωση | |
| 41933 | ΠΟΣ | 1. (ο) Πανελλήνιος Οδοντιατρικός Σύλλογος. 2. (η) Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών. | |
| 48129 | Ποσγειωμενος | , η, ο συ-γκρο-τη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που είναι οργανωμένος, έτσι ώστε να λειτουργεί ομαλά και κατ' επέκτ. συστηματικός, ολοκληρωμένος: ~ος: οικισμός. ~η: κοινωνία. ~ο: κράτος/σώμα (στρατού). Άρτια ~ο σχέδιο. ΑΝΤ. ασυγκρότητος.|| ~ος: λόγος. ~η: άποψη/δομή/οικογένεια/πολιτική/προσέγγιση/προσπάθεια/προσωπικότητα/(εθνική) στρατηγική. ~ο: πλαίσιο/πρόγραμμα. Αναλυτική και απόλυτα ~η σκέψη. Άνθρωπος μεθοδικός, ~ (πβ. ώριμος) και προσγειωμένος. Ομάδα καλά ~η στο παιχνίδι. ΑΝΤ. ανοργάνωτος. ● επίρρ.: συγκροτημένα [< αρχ. συγκεκροτημένος] | |
| 41934 | ΠΟΣΓΚΑμεΑ | (η): Παvελλήvια Ομoσπovδία Σωματείωv Γovέωv και Κηδεμόvωv Ατόμωv με Αvαπηρίες. | |
| 41935 | ΠΟΣΔΕΠ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού. | |
| 41936 | ποσέ | πο-σέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που έχει βραστεί σε πολύ σιγανή φωτιά: αβγά/ψάρι ~. [< γαλλ. poché] | |
| 41937 | ΠΟΣΕ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων/Σωματείων Εργαζομένων: ~-ΚΕΠ, ~-ΥΠΕΧΩΔΕ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ