| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41938 | ΠΟΣΕΑ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εθελοντών Αιμοδοτών. | |
| 41939 | Ποσειδώνας | Πο-σει-δώ-νας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο όγδοος (σε απόσταση από τον Ήλιο) πλανήτης του ηλιακού συστήματος: οι δακτύλιοι/δορυφόροι του ~α.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ο ~ στον Υδροχόο (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Ποσειδῶν, νεολατ. Neptunus, γαλλ.-αγγλ. Neptune] | |
| 41940 | ποσειδωνία | πο-σει-δω-νί-α ουσ. (θηλ.) & ποσειδώνια: ΒΟΤ. ποώδες, αγγειόσπερμο φυτό (επιστ. ονομασ. Posidonia oceanica), το οποίο φυτρώνει στον βυθό παράκτιων περιοχών της Μεσογείου, συμβάλλει σημαντικά στην οξυγόνωση του νερού, προσφέρει ενέργεια στην τροφική αλυσίδα και προστατεύει τις ακτές από τη διάβρωση: λιβάδια ~ίας. Βλ. φύκι, φυκιάδα. [< γαλλ. posidonie, αγγλ. posidonia] | |
| 41941 | ποσειδώνιο | πο-σει-δώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υπερουράνιο ραδιενεργό μέταλλο (σύμβ. Νp, Ζ 93) το οποίο ανήκει στη σειρά των ακτινιδών και παράγεται τεχνητά από το ουράνιο. ΣΥΝ. νεπτούνιο [< γαλλ. neptunium, 1940, αγγλ. ~, 1941] | |
| 41942 | ΠΟΣΕΜ | (η): Πανελλαδική Ομοσπονδία Συνδικάτων Εργατοϋπαλλήλων Μεταφοράς. | |
| 41943 | ποσέτ | πο-σέ ουσ. (ουδ.): 1. τετράγωνο μαντίλι που μπαίνει ως διακοσμητικό στην πάνω αριστερή μικρή τσέπη του ανδρικού σακακιού. 2. μικρή γυναικεία τσάντα. [< γαλλ. pochette] | |
| 41944 | πόση | πό-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πίνω: ~ κρασιού. Νερό κατάλληλο για άρδευση, όχι για ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αγγείο ~ης (βλ. κύλικα). Βλ. βρώση, κατά-, πρό-ποση. [< αρχ. πόσις] | |
| 41945 | πόσθη | πό-σθη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το δέρμα που καλύπτει το πέος. Βλ. ακροποσθία. [< αρχ. πόσθη] | |
| 41946 | ποσιθεραπεία | πο-σι-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ποσιοθεραπεία: ΙΑΤΡ. μορφή εσωτερικής υδροθεραπείας, η οποία συνίσταται στην πόση ορισμένης ποσότητας ιαματικού νερού για θεραπευτικούς σκοπούς. | |
| 41947 | πόσιμος | , η, ο πό-σι-μος επίθ. (λόγ.): κατάλληλος για πόση: ~α: ύδατα. Στο νησί έχουμε έλλειψη ~ου νερού. Βλ. ποτιστικός.|| (ΧΗΜ.) ~η: αλκοόλη. ~ο: διάλυμα. Το φάρμακο χορηγείται σε ~η μορφή (βλ. ενέσιμος). Βλ. -ιμος. [< μτγν. πόσιμος] | |
| 41948 | ΠΟΣΜΑ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Μεσογειακής Αναιμίας. | |
| 41949 | πόσο | πό-σο επίρρ. 1. (σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) ρωτά την ποσότητα (ειδικότ. την αξία, το μέγεθος, τον χρόνο, τον βαθμό, την έκταση): ~ κάνει αυτό το πουκάμισο;|| ~ μακριά βρίσκεται/είναι η ...;|| ~ έχουμε σήμερα;|| Κατά ~ είναι εφικτή η αλλαγή;|| ~ καλά γνωρίζεστε μεταξύ σας;|| Δεν μπορείς να φανταστείς ~ με νευρίασες. 2. (ως επιφών.) πάρα πολύ, υπερβολικά: ~ όμορφα περάσαμε πέρσι στις διακοπές! ~ σ' αγαπώ/σε θέλω/μισώ! ● ΦΡ.: πόσο μάλλον βλ. μάλλον, πόσο πάει το μαλλί; βλ. μαλλί [< αρχ. πόσον] | |
| 41950 | ποσό | πο-σό ουσ. (ουδ.) & ποσόν 1. & χρηματικό ποσό: ποσότητα χρημάτων: αστείο/ευτελές (πβ. μικρο~)/οφειλόμενο/σεβαστό/συμβολικό/συνολικό/υπέρογκο ~. ~ κατάθεσης/προκαταβολής/συναλλάγματος. Εγκρίθηκε/εισέπραξε/κατέβαλε/πλήρωσε το ~. Το εισόδημά του δεν υπερβαίνει το ~ των ... ευρώ. Ενισχύει/χρηματοδοτεί το έργο με το ~ των ... Επιβαρύνθηκε με το ~ των ... Τα συνολικά έξοδα ανέρχονται στο ~ των ... Αποζημιώθηκε με το ~ των ... Ως αμοιβή ορίζεται το ~ των ... 2. ποσότητα: ~ αίματος/νερού. 3. ΦΙΛΟΣ. μία από τις βασικότερες αριστοτελικές κατηγορίες, βάσει της οποίας γίνεται η διάκριση των κρίσεων και των προτάσεων, καθώς και κριτήριο για την ορθή εφαρμογή της απόδειξης. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, διορθωτικό ποσό βλ. διορθωτικός, νομισματικά εξισωτικά ποσά βλ. νομισματικός ● ΦΡ.: αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά βλ. αχρεώστητος [< αρχ. ποσόν, γαλλ. somme] | |
| 41951 | ποσοδείκτης | πο-σο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΓΛΩΣΣ. λέξη που εκφράζει ποσότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ποσοτικός προσδιορισμός (π.χ. κάποιος, πολύς, όλος). 2. ΜΑΘ.-ΛΟΓ. έκφραση που αποτυπώνει την αλήθεια μαθηματικής πρότασης: καθολικός/υπαρξιακός ~. [< αγγλ. quantifier] | |
| 41952 | ποσολογία | πο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. προσδιορισμός της ποσότητας φαρμάκου που πρέπει να χορηγηθεί σε ασθενή. Πβ. δοσολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. posologie, αγγλ. posology] | |
| 41953 | πόσος | , η, ο πό-σος ερωτημ. αντων. 1. τι ποσότητα;: ~ χρόνος απαιτείται; ~ είναι ο φόρος; Σε ~η ώρα; ~ο ύψος έχεις; ~ων χρόνων είναι; Μετά από ~ες προσπάθειες; ~α κιλά πήρες/παιδιά έχετε; Δεν ξέρεις ~α (= τι) βάσανα έχω περάσει.|| ~οι ήρθαν; Σε ~ους το είπες; Στις ~ες του μήνα/του μηνός (πότε, ποια ημερομηνία) φεύγει; ~α (ενν. λεφτά, χρήματα) ζητάει/ξοδεύει (= πόσο); Βλ. κάμποσος, όσος, τόσος. 2. (σε επιφωνηματικές προτάσεις) πάρα πολύς, υπερβολικά πολύς: ~ πόνος! ~η λύπη μου προξένησες! ~ο δίκιο έχεις! ~α χρόνια πέρασαν! [< αρχ. πόσος] | |
| 41954 | ποσοστιαίος | , α, ο [ποσοστιαῖος] πο-σο-στι-αί-ος επίθ. (επιστ.): που υπολογίζεται με ποσοστά ή εκφράζεται σε αυτά: ~α: αναλογία/αύξηση/διαφορά/κατανομή/μεταβολή/σύνθεση. Το επιτόκιο αυξήθηκε/μειώθηκε κατά δύο ~ες μονάδες. Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: ποσοστιαία & ποσοστιαίως | |
| 41955 | ποσοστικοποίηση | πο-σο-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπολογισμός μετρήσιμου μεγέθους σε ποσοστά: ~ των μέτρων. Βλ. -ποίηση. 2. ποσοτικοποίηση: Μέτρηση και ~ των αποτελεσμάτων. [< αγγλ.-γαλλ. quantification] | |
| 41956 | ποσοστικός | , ή, ό πο-σο-στι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την ποσόστωση: ~ός: προσδιορισμός. ~ή: έρευνα. ● επίρρ.: ποσοστικά | |
| 41957 | ποσοστό | πο-σο-στό ουσ. (ουδ.) 1. ΜΑΘ. ποσό που εκφράζει το τμήμα ενός συνόλου (συνήθ. εκατό μονάδων) προς το σύνολο αυτό και χρησιμοποιείται κυρ. σε στατιστικές μετρήσεις ή συγκρίσεις: ~ επί τοις εκατό/χιλίοις. Αύξηση των κερδών σε ~ ...%. Καθορισμός ~ών προμήθειας. Το ~ ανεργίας/δαπανών/επιτυχίας/συμμετοχής/τηλεθέασης ανέρχεται/κυμαίνεται στο ...%. Η εταιρεία αύξησε/μείωσε το ~/τα ~ά της στο ...% του μετοχικού κεφαλαίου. Έλαβε χίλιες ψήφους, ~ ...% επί του συνόλου. 2. (γενικότ.) μέρος, τμήμα: Σημαντικό/υψηλό ~ του πληθυσμού ενδιαφέρεται για ... 3. (ειδικότ.) μερίδιο: Ζήτησε ~ επί των αποδοχών/εισπράξεων/πωλήσεων. Αμείβεται/δουλεύει/πληρώνεται με ~ά (: ανάλογα με τα κέρδη). [< γαλλ. tantième, pourcentage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ