Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42500-42520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41929πορφυρός, ή, ό πορ-φυ-ρός επίθ.: που έχει το χρώμα της πορφύρας, βαθυκόκκινος: ~ός: ήλιος/ουρανός (: στο ηλιοβασίλεμα). ~ή: απόχρωση/βαφή/στολή. ~ό: άνθος/ύφασμα/φως. ~ές: ανταύγειες. ΣΥΝ. άλικος, πορφυρένιος ● Ουσ.: πορφυρό (το): το αντίστοιχο χρώμα. [< μεσν. πορφυρός < αρχ. πορφυροῦς]
41930πορώδης, ης, ες πο-ρώ-δης επίθ. {πορώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): που έχει πολλούς πόρους: ~ες: πέτρωμα/υλικό. Πβ. κυψελ-, σπογγ-ώδης. ● Ουσ.: πορώδες (το): η ιδιότητα στερεού σώματος να έχει πόρους και επομένως να απορροφά αέρια και υγρά. [< μτγν. πορώδης]
41931πορώνωβλ. πωρώνω
41932πόρωσηβλ. πώρωση
41933ΠΟΣ1. (ο) Πανελλήνιος Οδοντιατρικός Σύλλογος. 2. (η) Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών.
48129Ποσγειωμενος

, η, ο συ-γκρο-τη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που είναι οργανωμένος, έτσι ώστε να λειτουργεί ομαλά και κατ' επέκτ. συστηματικός, ολοκληρωμένος: ~ος: οικισμός. ~η: κοινωνία. ~ο: κράτος/σώμα (στρατού). Άρτια ~ο σχέδιο. ΑΝΤ. ασυγκρότητος.|| ~ος: λόγος. ~η: άποψη/δομή/οικογένεια/πολιτική/προσέγγιση/προσπάθεια/προσωπικότητα/(εθνική) στρατηγική. ~ο: πλαίσιο/πρόγραμμα. Αναλυτική και απόλυτα ~η σκέψη. Άνθρωπος μεθοδικός, ~ (πβ. ώριμος) και προσγειωμένος. Ομάδα καλά ~η στο παιχνίδι. ΑΝΤ. ανοργάνωτος. ● επίρρ.: συγκροτημένα [< αρχ. συγκεκροτημένος]

41934ΠΟΣΓΚΑμεΑ(η): Παvελλήvια Ομoσπovδία Σωματείωv Γovέωv και Κηδεμόvωv Ατόμωv με Αvαπηρίες.
41935ΠΟΣΔΕΠ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού.
41936ποσέπο-σέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που έχει βραστεί σε πολύ σιγανή φωτιά: αβγά/ψάρι ~. [< γαλλ. poché]
41937ΠΟΣΕ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων/Σωματείων Εργαζομένων:  ~-ΚΕΠ, ~-ΥΠΕΧΩΔΕ.
41938ΠΟΣΕΑ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εθελοντών Αιμοδοτών.
41939ΠοσειδώναςΠο-σει-δώ-νας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο όγδοος (σε απόσταση από τον Ήλιο) πλανήτης του ηλιακού συστήματος: οι δακτύλιοι/δορυφόροι του ~α.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ο ~ στον Υδροχόο (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Ποσειδῶν, νεολατ. Neptunus, γαλλ.-αγγλ. Neptune]
41940ποσειδωνίαπο-σει-δω-νί-α ουσ. (θηλ.) & ποσειδώνια: ΒΟΤ. ποώδες, αγγειόσπερμο φυτό (επιστ. ονομασ. Posidonia oceanica), το οποίο φυτρώνει στον βυθό παράκτιων περιοχών της Μεσογείου, συμβάλλει σημαντικά στην οξυγόνωση του νερού, προσφέρει ενέργεια στην τροφική αλυσίδα και προστατεύει τις ακτές από τη διάβρωση: λιβάδια ~ίας. Βλ. φύκι, φυκιάδα. [< γαλλ. posidonie, αγγλ. posidonia]
41941ποσειδώνιοπο-σει-δώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υπερουράνιο ραδιενεργό μέταλλο (σύμβ. Νp, Ζ 93) το οποίο ανήκει στη σειρά των ακτινιδών και παράγεται τεχνητά από το ουράνιο. ΣΥΝ. νεπτούνιο [< γαλλ. neptunium, 1940, αγγλ. ~, 1941]
41942ΠΟΣΕΜ(η): Πανελλαδική Ομοσπονδία Συνδικάτων Εργατοϋπαλλήλων Μεταφοράς.
41943ποσέτπο-σέ ουσ. (ουδ.): 1. τετράγωνο μαντίλι που μπαίνει ως διακοσμητικό στην πάνω αριστερή μικρή τσέπη του ανδρικού σακακιού. 2. μικρή γυναικεία τσάντα. [< γαλλ. pochette]
41944πόσηπό-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πίνω: ~ κρασιού. Νερό κατάλληλο για άρδευση, όχι για ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αγγείο ~ης (βλ. κύλικα). Βλ. βρώση, κατά-, πρό-ποση. [< αρχ. πόσις]
41945πόσθηπό-σθη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το δέρμα που καλύπτει το πέος. Βλ. ακροποσθία. [< αρχ. πόσθη]
41946ποσιθεραπείαπο-σι-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ποσιοθεραπεία: ΙΑΤΡ. μορφή εσωτερικής υδροθεραπείας, η οποία συνίσταται στην πόση ορισμένης ποσότητας ιαματικού νερού για θεραπευτικούς σκοπούς.
41947πόσιμος, η, ο πό-σι-μος επίθ. (λόγ.): κατάλληλος για πόση: ~α: ύδατα. Στο νησί έχουμε έλλειψη ~ου νερού. Βλ. ποτιστικός.|| (ΧΗΜ.) ~η: αλκοόλη. ~ο: διάλυμα. Το φάρμακο χορηγείται σε ~η μορφή (βλ. ενέσιμος). Βλ. -ιμος. [< μτγν. πόσιμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.