| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41958 | ποσόστωση | πο-σό-στω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. καθορισμός ορίων και ποσοστών που επιβάλλεται στην ποσότητα παραγωγής, εισαγωγής και εξαγωγής αγαθών: δασμολογική/εθνική/κοινοτική/προβλεπόμενη/χαμηλή ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ γυναικών (σε ψηφοδέλτιο). [αγγλ. quota, γαλλ. ~, 1927 < μεσν. λατ. quota < λατ. quota pars ‘πόσο μερίδιο’] | |
| 41959 | ποσότητα | πο-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ποσοτήτων} 1. ο αριθμός, η μάζα, ο όγκος μετρήσιμης ύλης: άγνωστη/ακριβής/απεριόριστη/διαθέσιμη/σημαντική ~. ~ βιταμίνης/παραγγελίας/ραδιενέργειας. Η ελάχιστη/μέγιστη δυνατή ~. Έχασε μεγάλη ~ αίματος στο ατύχημα. ΣΥΝ. ποσό (2) 2. ποσοτικά γνωρίσματα: Λόγος πλούσιος σε ~, αλλά όχι σε ποιότητα. 3. ΓΛΩΣΣ. -ΜΕΤΡ. (κυρ. στην αρχ. ελλην. γλ.) η ιδιότητα των φωνηέντων και κατά συνέπεια των συλλαβών να είναι μακρές ή βραχείες και η σχετική εκφώνησή τους. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα βλ. αμελητέος [< αρχ. ποσότης, γαλλ. quantité, αγγλ. quantity] | |
| 41960 | ποσοτικοποίηση | πο-σο-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.-επιστ.) καθορισμός της ποσότητας ή μετατροπή διαδικασίας σε ποσοτικά μετρήσιμο μέγεθος: ~ της απόδοσης/των επιπτώσεων/των κινδύνων/των παραμέτρων. Βαθμός/πίνακας/σχεδιασμός ~ης. ΣΥΝ. ποσοστικοποίηση (2) 2. (στη Λογική) χρήση ποσοτικών δεικτών για τον προσδιορισμό των οντοτήτων του υποκειμένου ή του κατηγορουμένου λογικής πρότασης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ.-γαλλ. quantification] | |
| 41961 | ποσοτικοποιώ | [ποσοτικοποιῶ] πο-σο-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποσοτικοποι-εί, -ώντας | ποσοτικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (επίσ.-επιστ.): υπολογίζω με ποσοτικούς όρους μετρήσιμα και μη μεγέθη: Η επιτροπή επιχείρησε να ~ήσει τα δεδομένα/τις ζημιές/τα κέρδη. Βλ. κοστολογώ.|| Ανάλυση που ~εί τις ανάγκες/τον αντίκτυπο/τους κινδύνους/τους στόχους. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. quantify, γαλλ. quantifier] | |
| 41962 | ποσοτικός | , ή, ό πο-σο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ποσότητα: ~ός: έλεγχος/στόχος. ~ή: αξιολόγηση/αύξηση/έρευνα. ~ό: όριο. ~ά: δεδομένα.|| (ΧΗΜ.) ~ή: ανάλυση.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: επίρρημα (π.χ. πολύ). Βλ. ημι~. ΑΝΤ. ποιοτικός (1) ● επίρρ.: ποσοτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. ποσωτικός ΄μετρήσιμος΄, γαλλ. quantitatif] | |
| 41963 | πόσουμ | βλ. οπόσουμ | |
| 41964 | ΠΟΣΠΛΑ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Πωλητών Λαϊκών Αγορών. | |
| 41965 | ποστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.) & (ειρων.) πόστιο(ν): ΔΙΑΔΙΚΤ. δημοσίευση κυρ. μηνύματος, άρθρου ή εικόνας σε διαδικτυακό χώρο συζήτησης, όπως μπλογκ ή φόρουμ: εύστοχο/προσβλητικό ~. Διαβάζω/ετοιμάζω/στέλνω ένα ~. Έκανε ~. Αφήνω σχόλιο σε ~. ● Υποκ.: ποστάκι (το) [< αγγλ. post] | |
| 41966 | ΠΟΣΤ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Ταχυδρομικών. | |
| 41974 | ποστ-ρεστάντ | ποστ ρε-στάντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : διεύθυνση, χώρος ταχυδρομείου από όπου παραλαμβάνει κάποιος αυτοπροσώπως τα δέματα και τις επιστολές του: || (ως επίρρ.) Έστειλε το γράμμα ~. [< γαλλ. poste restante] | |
| 41967 | πόστα | πό-στα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ομάδα εργατών που εναλλάσσεται σε βάρδια με άλλη, συνήθ. στις φορτοεκφορτώσεις πλοίων. 2. (παλαιότ.) ατμοκίνητη ή αργή αμαξοστοιχία. ● ΦΡ.: βάζω πόστα (σε κάποιον): τον μαλώνω., έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι [< ιταλ. posta] | |
| 41968 | ποστάλι | πο-στά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ΝΑΥΤ. επιβατικό πλοίο συγκεκριμένης γραμμής. [< ιταλ. postale] | |
| 41969 | ποστάρισμα | πο-στά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποστάρω: (αργκό του διαδικτύου) ποστ για ~.|| (στο μπάσκετ) Έχει καλά ~ίσματα. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. post, γαλλ. ~, 2006] | |
| 41970 | ποστάρω | πο-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πόσταρ-α κ. ποστάρ-ισα, -οντας} 1. (αργκό του διαδικτύου) αναρτώ κυρ. άρθρα, μηνύματα ή εικόνες στον παγκόσμιο ιστό· κοινοποιώ: ~ σε μπλογκ. Σερφάρω και ~. ~ε τις απόψεις του στο φόρουμ. Βλ. γκουγκλ-, ζιπ-, φορμ-άρω. 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παίρνω την καταλληλότερη θέση, συνήθ. μέσα στη ρακέτα, ώστε να έχω πλεονέκτημα στην προσπάθεια για σουτ. [< αγγλ. post 1: γαλλ. poster] | |
| 41971 | πόστερ | πό-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. αφίσα που προορίζεται κυρ. για διακόσμηση σε εσωτερικό χώρο: Το δωμάτιό της είναι γεμάτο με ~ γνωστών καλλιτεχνών. 2. έντυπη εισήγηση σε επιστημονικό συνέδριο που αναρτάται σε ειδικό σημείο και διαβάζεται από τους συνέδρους, οι οποίοι μπορούν να θέσουν ερωτήματα στον συντάκτη της. ΣΥΝ. αναρτημένη ανακοίνωση. [< αγγλ. poster 1: γαλλ. ~, 1967] | |
| 41972 | ποστίς | πο-στίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τούφα από φυσικά ή συνθετικά μαλλιά που προστίθεται στο τριχωτό της κεφαλής για αύξηση του όγκου ή του μήκους των μαλλιών. Βλ. περούκα, τρέσα. [< γαλλ. postiche] | |
| 41973 | πόστο | πό-στο ουσ. (ουδ.) 1. η θέση εργασίας κάποιου· ειδικότ. ο χώρος στον οποίο έχει τοποθετηθεί: το νέο του ~. Αλλάζει ~. Εγκαταλείπει/παρατάει το ~ του.|| Επιστρέφει στο ~ του. Την άφησε στο ~ του (: για να τον αναπληρώσει όσο θα λείπει). 2. σημαντικό αξίωμα, συνήθ. στον δημόσιο τομέα: καίριο/μεγάλο ~. Από το ~ του ελέγχει τα πάντα. Έχουν πιάσει όλα τα ~α. [< ιταλ. posto] | |
| 41975 | ποσώς | [ποσῶς] πο-σώς επίρρ. (λόγ.): καθόλου: ~ με απασχολεί/ενδιαφέρει/νοιάζει. [< μτγν. ποσῶς 'πόσο', γαλλ. pas du tout] | |
| 41976 | ποτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (σε χαρτοπαίγνιο, κυρ. πόκα και πόκερ) το σύνολο των χρημάτων που έχουν πονταριστεί και βρίσκονται στο τραπέζι πριν από το μοίρασμα των φύλλων. [< αγγλ. pot] | |
| 41977 | ΠΟΤ | (ο) 1. Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού. 2. Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ