| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41948 | ΠΟΣΜΑ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Μεσογειακής Αναιμίας. | |
| 41949 | πόσο | πό-σο επίρρ. 1. (σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) ρωτά την ποσότητα (ειδικότ. την αξία, το μέγεθος, τον χρόνο, τον βαθμό, την έκταση): ~ κάνει αυτό το πουκάμισο;|| ~ μακριά βρίσκεται/είναι η ...;|| ~ έχουμε σήμερα;|| Κατά ~ είναι εφικτή η αλλαγή;|| ~ καλά γνωρίζεστε μεταξύ σας;|| Δεν μπορείς να φανταστείς ~ με νευρίασες. 2. (ως επιφών.) πάρα πολύ, υπερβολικά: ~ όμορφα περάσαμε πέρσι στις διακοπές! ~ σ' αγαπώ/σε θέλω/μισώ! ● ΦΡ.: πόσο μάλλον βλ. μάλλον, πόσο πάει το μαλλί; βλ. μαλλί [< αρχ. πόσον] | |
| 41950 | ποσό | πο-σό ουσ. (ουδ.) & ποσόν 1. & χρηματικό ποσό: ποσότητα χρημάτων: αστείο/ευτελές (πβ. μικρο~)/οφειλόμενο/σεβαστό/συμβολικό/συνολικό/υπέρογκο ~. ~ κατάθεσης/προκαταβολής/συναλλάγματος. Εγκρίθηκε/εισέπραξε/κατέβαλε/πλήρωσε το ~. Το εισόδημά του δεν υπερβαίνει το ~ των ... ευρώ. Ενισχύει/χρηματοδοτεί το έργο με το ~ των ... Επιβαρύνθηκε με το ~ των ... Τα συνολικά έξοδα ανέρχονται στο ~ των ... Αποζημιώθηκε με το ~ των ... Ως αμοιβή ορίζεται το ~ των ... 2. ποσότητα: ~ αίματος/νερού. 3. ΦΙΛΟΣ. μία από τις βασικότερες αριστοτελικές κατηγορίες, βάσει της οποίας γίνεται η διάκριση των κρίσεων και των προτάσεων, καθώς και κριτήριο για την ορθή εφαρμογή της απόδειξης. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, διορθωτικό ποσό βλ. διορθωτικός, νομισματικά εξισωτικά ποσά βλ. νομισματικός ● ΦΡ.: αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά βλ. αχρεώστητος [< αρχ. ποσόν, γαλλ. somme] | |
| 41951 | ποσοδείκτης | πο-σο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΓΛΩΣΣ. λέξη που εκφράζει ποσότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ποσοτικός προσδιορισμός (π.χ. κάποιος, πολύς, όλος). 2. ΜΑΘ.-ΛΟΓ. έκφραση που αποτυπώνει την αλήθεια μαθηματικής πρότασης: καθολικός/υπαρξιακός ~. [< αγγλ. quantifier] | |
| 41952 | ποσολογία | πο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. προσδιορισμός της ποσότητας φαρμάκου που πρέπει να χορηγηθεί σε ασθενή. Πβ. δοσολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. posologie, αγγλ. posology] | |
| 41953 | πόσος | , η, ο πό-σος ερωτημ. αντων. 1. τι ποσότητα;: ~ χρόνος απαιτείται; ~ είναι ο φόρος; Σε ~η ώρα; ~ο ύψος έχεις; ~ων χρόνων είναι; Μετά από ~ες προσπάθειες; ~α κιλά πήρες/παιδιά έχετε; Δεν ξέρεις ~α (= τι) βάσανα έχω περάσει.|| ~οι ήρθαν; Σε ~ους το είπες; Στις ~ες του μήνα/του μηνός (πότε, ποια ημερομηνία) φεύγει; ~α (ενν. λεφτά, χρήματα) ζητάει/ξοδεύει (= πόσο); Βλ. κάμποσος, όσος, τόσος. 2. (σε επιφωνηματικές προτάσεις) πάρα πολύς, υπερβολικά πολύς: ~ πόνος! ~η λύπη μου προξένησες! ~ο δίκιο έχεις! ~α χρόνια πέρασαν! [< αρχ. πόσος] | |
| 41954 | ποσοστιαίος | , α, ο [ποσοστιαῖος] πο-σο-στι-αί-ος επίθ. (επιστ.): που υπολογίζεται με ποσοστά ή εκφράζεται σε αυτά: ~α: αναλογία/αύξηση/διαφορά/κατανομή/μεταβολή/σύνθεση. Το επιτόκιο αυξήθηκε/μειώθηκε κατά δύο ~ες μονάδες. Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: ποσοστιαία & ποσοστιαίως | |
| 41955 | ποσοστικοποίηση | πο-σο-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. υπολογισμός μετρήσιμου μεγέθους σε ποσοστά: ~ των μέτρων. Βλ. -ποίηση. 2. ποσοτικοποίηση: Μέτρηση και ~ των αποτελεσμάτων. [< αγγλ.-γαλλ. quantification] | |
| 41956 | ποσοστικός | , ή, ό πο-σο-στι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την ποσόστωση: ~ός: προσδιορισμός. ~ή: έρευνα. ● επίρρ.: ποσοστικά | |
| 41957 | ποσοστό | πο-σο-στό ουσ. (ουδ.) 1. ΜΑΘ. ποσό που εκφράζει το τμήμα ενός συνόλου (συνήθ. εκατό μονάδων) προς το σύνολο αυτό και χρησιμοποιείται κυρ. σε στατιστικές μετρήσεις ή συγκρίσεις: ~ επί τοις εκατό/χιλίοις. Αύξηση των κερδών σε ~ ...%. Καθορισμός ~ών προμήθειας. Το ~ ανεργίας/δαπανών/επιτυχίας/συμμετοχής/τηλεθέασης ανέρχεται/κυμαίνεται στο ...%. Η εταιρεία αύξησε/μείωσε το ~/τα ~ά της στο ...% του μετοχικού κεφαλαίου. Έλαβε χίλιες ψήφους, ~ ...% επί του συνόλου. 2. (γενικότ.) μέρος, τμήμα: Σημαντικό/υψηλό ~ του πληθυσμού ενδιαφέρεται για ... 3. (ειδικότ.) μερίδιο: Ζήτησε ~ επί των αποδοχών/εισπράξεων/πωλήσεων. Αμείβεται/δουλεύει/πληρώνεται με ~ά (: ανάλογα με τα κέρδη). [< γαλλ. tantième, pourcentage] | |
| 41958 | ποσόστωση | πο-σό-στω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. καθορισμός ορίων και ποσοστών που επιβάλλεται στην ποσότητα παραγωγής, εισαγωγής και εξαγωγής αγαθών: δασμολογική/εθνική/κοινοτική/προβλεπόμενη/χαμηλή ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ γυναικών (σε ψηφοδέλτιο). [αγγλ. quota, γαλλ. ~, 1927 < μεσν. λατ. quota < λατ. quota pars ‘πόσο μερίδιο’] | |
| 41959 | ποσότητα | πο-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ποσοτήτων} 1. ο αριθμός, η μάζα, ο όγκος μετρήσιμης ύλης: άγνωστη/ακριβής/απεριόριστη/διαθέσιμη/σημαντική ~. ~ βιταμίνης/παραγγελίας/ραδιενέργειας. Η ελάχιστη/μέγιστη δυνατή ~. Έχασε μεγάλη ~ αίματος στο ατύχημα. ΣΥΝ. ποσό (2) 2. ποσοτικά γνωρίσματα: Λόγος πλούσιος σε ~, αλλά όχι σε ποιότητα. 3. ΓΛΩΣΣ. -ΜΕΤΡ. (κυρ. στην αρχ. ελλην. γλ.) η ιδιότητα των φωνηέντων και κατά συνέπεια των συλλαβών να είναι μακρές ή βραχείες και η σχετική εκφώνησή τους. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αμελητέα ποσότητα βλ. αμελητέος [< αρχ. ποσότης, γαλλ. quantité, αγγλ. quantity] | |
| 41960 | ποσοτικοποίηση | πο-σο-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.-επιστ.) καθορισμός της ποσότητας ή μετατροπή διαδικασίας σε ποσοτικά μετρήσιμο μέγεθος: ~ της απόδοσης/των επιπτώσεων/των κινδύνων/των παραμέτρων. Βαθμός/πίνακας/σχεδιασμός ~ης. ΣΥΝ. ποσοστικοποίηση (2) 2. (στη Λογική) χρήση ποσοτικών δεικτών για τον προσδιορισμό των οντοτήτων του υποκειμένου ή του κατηγορουμένου λογικής πρότασης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ.-γαλλ. quantification] | |
| 41961 | ποσοτικοποιώ | [ποσοτικοποιῶ] πο-σο-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποσοτικοποι-εί, -ώντας | ποσοτικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (επίσ.-επιστ.): υπολογίζω με ποσοτικούς όρους μετρήσιμα και μη μεγέθη: Η επιτροπή επιχείρησε να ~ήσει τα δεδομένα/τις ζημιές/τα κέρδη. Βλ. κοστολογώ.|| Ανάλυση που ~εί τις ανάγκες/τον αντίκτυπο/τους κινδύνους/τους στόχους. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. quantify, γαλλ. quantifier] | |
| 41962 | ποσοτικός | , ή, ό πο-σο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ποσότητα: ~ός: έλεγχος/στόχος. ~ή: αξιολόγηση/αύξηση/έρευνα. ~ό: όριο. ~ά: δεδομένα.|| (ΧΗΜ.) ~ή: ανάλυση.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: επίρρημα (π.χ. πολύ). Βλ. ημι~. ΑΝΤ. ποιοτικός (1) ● επίρρ.: ποσοτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. ποσωτικός ΄μετρήσιμος΄, γαλλ. quantitatif] | |
| 41963 | πόσουμ | βλ. οπόσουμ | |
| 41964 | ΠΟΣΠΛΑ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Πωλητών Λαϊκών Αγορών. | |
| 41965 | ποστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.) & (ειρων.) πόστιο(ν): ΔΙΑΔΙΚΤ. δημοσίευση κυρ. μηνύματος, άρθρου ή εικόνας σε διαδικτυακό χώρο συζήτησης, όπως μπλογκ ή φόρουμ: εύστοχο/προσβλητικό ~. Διαβάζω/ετοιμάζω/στέλνω ένα ~. Έκανε ~. Αφήνω σχόλιο σε ~. ● Υποκ.: ποστάκι (το) [< αγγλ. post] | |
| 41966 | ΠΟΣΤ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Ταχυδρομικών. | |
| 41974 | ποστ-ρεστάντ | ποστ ρε-στάντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : διεύθυνση, χώρος ταχυδρομείου από όπου παραλαμβάνει κάποιος αυτοπροσώπως τα δέματα και τις επιστολές του: || (ως επίρρ.) Έστειλε το γράμμα ~. [< γαλλ. poste restante] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ