Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42540-42560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41978ποτ πουρίπου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ποτπουρί 1. ΜΟΥΣ. σύνθεση τραγουδιών ή αποσπασμάτων τους σε ενιαίο σύνολο: ~ με όλες τις σύγχρονες επιτυχίες. 2. (μτφ.) μείγμα από αποξηραμένα φυτά και λουλούδια το οποίο χρησιμοποιείται για αρωματισμό χώρου: κουτί/μπολ με ~. 3. (μτφ.-γενικότ.) συνονθύλευμα, ποικιλία διαφόρων πραγμάτων: ~ λαχανικών. [< γαλλ. pot-pourri]
41979ΠΟΤΑ: (οι) Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης.
41980ποτάδικοπο-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό συνήθ. μπαρ ή κλαμπάκι, όπου μπορεί κάποιος να ακούσει μουσική, πίνοντας το ποτό του. Βλ. -άδικο.
41981ποτάμιπο-τά-μι ουσ. (ουδ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. ποταμός: θολό ~. Το ~ ξεχείλισε/πλημμύρισε/στέρεψε/φούσκωσε. Βούτηξε/κολύμπησε/ψαρεύει στο ~. 2. (μτφ., για υγρό) πολύ μεγάλη ποσότητα: ~ια αίματος.|| (ως επίρρ.) ~ ο ιδρώτας. Άρχισαν να τρέχουν ~ τα δάκρυά της. Πβ. βροχ-, κρουν-ηδόν. ΣΥΝ. βρύση (3) ● Υποκ.: ποταμάκι (το) ● ΦΡ.: με πήρε το ποτάμι: απέτυχα, καταστράφηκα: Με τόσα οικονομικά προβλήματα, τον ~ ~., να το πάρει το ποτάμι;: (συνήθ. για αίνιγμα) να αποκαλύψω τη λύση, να την πω; Τόση ώρα το σκέφτεστε, μα δεν το βρίσκετε. ~ ~;, σιγανό ποτάμι/ποταμάκι (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άνθρωπο που εμφανίζεται συνεσταλμένος και ήσυχος, ενώ δεν είναι: Τα ~ά ~ια να φοβάσαι! Βλ. σιγανοπαπαδιά., το ποτάμι δε(ν) γυρίζει πίσω (γνωμ.): ό,τι έχει γίνει δεν αλλάζει: Έχει μετανιώσει για τις επιλογές του, μα ~ ~. [< μεσν. ποτάμιν < μτγν. ποτάμιον < αρχ. ποταμός]
41982ποταμιάπο-τα-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η περιοχή κοντά σε ποτάμι ή γύρω από αυτό. Βλ. ακροποταμιά. [< μεσν. ποταμιά]
41983ποτάμιος, α, ο πο-τά-μι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ποταμό: ~ο: δίκτυο/οικοσύστημα.|| (ΜΥΘ.) ~ος: θεός. Πβ. ποταμίσιος. Βλ. παρα~. [< αρχ. ποτάμιος]
41984ποταμίσιος, ια, ιο πο-τα-μί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με ποτάμι: ~ια: άμμος. ~ιο: ψάρι (= ποταμόψαρο). ~ια: νερά/χαλίκια. Πβ. ποτάμιος. Βλ. -ίσιος. [< μεσν. ποταμίσιος]
41985ποταμογείτωνπο-τα-μο-γεί-των ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. πολυετές, υδρόβιο, ποώδες φυτό (οικογ. Potamogetonaceae), με ερμαφρόδιτα άνθη και εδώδιμες ρίζες, που αναπτύσσεται σε γλυκά νερά. [< μτγν. ποταμογείτων, αγγλ. Potamogeton, γαλλ. potamogéton]
41986ποταμόκολποςπο-τα-μό-κολ-πος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. κόλπος στις εκβολές ποταμού του οποίου τα νερά είναι υφάλμυρα από την επίδραση της παλίρροιας.
41987ποταμοπλοΐαπο-τα-μο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ναυσιπλοΐα σε πλωτό ποταμό. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation fluviale]
41988ποταμόπλοιοπο-τα-μό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πλατύ πλοίο χωρίς καρίνα, κατάλληλο για πλεύση σε ποταμό. [πβ. γαλλ. barge, péniche]
41989ποταμόςπο-τα-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. μεγάλο φυσικό υδάτινο ρεύμα γλυκού νερού, που προέρχεται κυρ. από πηγές και εκβάλλει σε θάλασσα ή λίμνη: ορμητικός/πλωτός ~. Η γέφυρα/το Δέλτα/οι εκβολές/η εκτροπή/η κοίτη/το μήκος/οι όχθες/η πανίδα/το πλάτος/η ροή/η στάθμη/η συμβολή/το φαράγγι/το φράγμα/η χλωρίδα του ~ού. Κατάβαση ~ού με φουσκωτή βάρκα (= ράφτινγκ). Διασυνοριακοί ~οί. Ρύπανση/υπερχείλιση των ~ών. Τα ύδατα των ~ών. Ο ~ διασχίζει την κοιλάδα. Βλ. παραπόταμος. ΣΥΝ. ποτάμι (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-κυρ. για υγρά) οτιδήποτε ρέει σε αφθονία: ~οί αίματος/λάβας.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Συνέντευξη/ταινία-~ (: που έχει πολύ μεγάλη διάρκεια). Πβ. χειμαρρώδης. ● Υποκ.: ποταμίσκος (ο): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: μυθιστόρημα ποταμός βλ. μυθιστόρημα ● ΦΡ.: άνω ποταμών βλ. άνω [< 1: αρχ. ποταμός 2: γαλλ. fleuve]
41990ποταμοσφυριχτήςπο-τα-μο-σφυ-ρι-χτής ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό παρυδάτιο πουλί (επιστ. ονομασ. Charadrius dubius), με καφέ φτέρωμα, άσπρο στήθος, μαύρη γραμμή γύρω από τον λαιμό και τα μάτια, και νηκτική μεμβράνη. Βλ. βροχοπούλι.
41991ποταμόψαροπο-τα-μό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΙΧΘΥΟΛ. ποταμίσιο ψάρι. Βλ. -ψαρο.
41992ποταπός, ή, ό πο-τα-πός επίθ. (λόγ.): χυδαίος, ευτελής, τιποτένιος: ~ός: άνθρωπος. ~ή: επίθεση/πράξη/συμπεριφορά. ~ό: έγκλημα. ~ά: μέσα. [< μτγν. ποταπός < αρχ. ποδαπός ‘από ποιο μέρος, τι είδους’]
41993ποταπότηταπο-τα-πό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του ποταπού. Πβ. ευτέλεια. Βλ. -ότητα. 2. (συνεκδ.) κάθε ποταπή πράξη ή συμπεριφορά. Πβ. βρομιά, παλιανθρωπιά, προστυχιά.
41994ποτάσαπο-τά-σα ουσ. (θηλ.) (κ. ως εμπορ. ονομασ.): ΧΗΜ. χημική ένωση που περιέχει ποτάσιο· ειδικότ. ανθρακικό κάλιο σε στερεή μορφή, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως λίπασμα και στην παρασκευή γυαλιού: νιτρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καυστική ποτάσα: το υδροξείδιο του καλίου (ΚΟΗ), που χρησιμοποιείται για την παρασκευή σαπουνιού και απορρυπαντικών. [< γαλλ. potasse, ιταλ. potassa]
41995ποτάσιοπο-τά-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κάλιο: τροφές με υψηλή/χαμηλή περιεκτικότητα σε ~. [< γαλλ. potassium]
41996ποτέπο-τέ επίρρ. & (σπάν.-λαϊκό) ποτές 1. (αρνητ.) ούτε μια φορά: Δεν αργεί ~ στα ραντεβού του. ~ δεν είναι αργά/δεν θα τους ξαναδώ. Μη μ' εγκαταλείψεις ~!|| ~ πια πόλεμος!|| ~ άλλοτε η ανάγκη για ... δεν ήταν πιο επιτακτική.|| Δεν διαβάζει σχεδόν ~ μυθιστορήματα.|| Μακάρι να μην τον γνώριζα/είχα γνωρίσει ~!|| (+ προσ. αντων.) ~ μου δεν τον συμπάθησα. ~ της δεν κατάλαβε πόσο την αγαπούσε.|| (μέχρι τώρα:) ~ στη ζωή μου/στο παρελθόν/ως τώρα δεν είχα ... (με επίθ. υπερθετικού βαθμού) Η ωραιότερη εικόνα που είδα ~.|| (σε καμία περίπτωση:) Να μην επαναληφθεί ~ ξανά (στο μέλλον)! Θα του ξαναμιλήσεις; -~ (= όχι, φυσικά)!|| (εμφατ.) ~ μα ~ δεν του χάλασε χατίρι. Πβ. μηδέποτε, ουδέποτε. ΑΝΤ. ανέκαθεν, πάντα 2. κάποτε, κάποια φορά: Αναρωτήθηκες/σκέφτηκες ~ (σου) αν .../τι ...; Θα τελειώσουν άραγε ~ τα προβλήματα; Αν ~ (σου) με χρειαστείς, τηλεφώνησέ μου! ● ΦΡ.: από/παρά ποτέ (προηγείται επίθ. ή επίρρ. συγκρ. βαθμού): από κάθε, οποιαδήποτε άλλη φορά: Περισσότερο ~ ~ κρίνεται αναγκαία η ... Είναι πιο ελκυστική/ώριμη ~ ~., όσο ποτέ (άλλοτε): όσο καμιά φορά μέχρι τώρα: εντυπωσιακή/λαμπερή ~ ~. Οι προοπτικές είναι ευοίωνες/η συνεργασία κρίνεται αναγκαία ~ ~ (= περισσότερο από κάθε άλλη φορά)., ποτέ μη λες/μην πεις ποτέ (προφ.): μην προεξοφλείς ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει· όλα είναι πιθανόν να συμβούν., ποτέ σου! (προφ.): ως απάντηση σε άρνηση, για να δηλωθεί αδιαφορία ή απαξίωση: Δεν πρόκειται να έρθω. -~ ~ (= (να) μη σώσεις)!, ποτέ των ποτών (προφ.-εμφατ.): σε καμία απολύτως περίπτωση: Τι λες που θα ξανακάνω το ίδιο λάθος, ~ ~!, δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ βλ. ξεχνώ, ή τώρα ή ποτέ βλ. τώρα, κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο, πάλαι ποτέ βλ. πάλαι, ποτέ δεν ξέρεις ... βλ. ξέρω, του Αγίου Ποτέ βλ. άγιος [< αρχ. ποτέ]
41997πότεπό-τε επίρρ. (εισάγει ευθείες ή πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις): ποια χρονική στιγμή, σε ποια περίσταση: ~ ιδρύθηκε/συστάθηκε; ~ φεύγει το τρένο; ~ γιορτάζεις; ~ γεννήθηκε/πέθανε; ~ θα συναντηθούμε; Πού και ~ θα γίνει το μάθημα; ~ άραγε θα καταλάβεις ότι σε εξαπατά; ~ με το καλό θα γίνει ο γάμος/μας έρχεσαι; ~ πρέπει να γίνει αναβάθμιση του εξοπλισμού; Δεν ξέρω ~ θα είμαι έτοιμος. Διερωτάται ~ συμφέρει να γίνει η αγορά του ακινήτου. Από ~ ισχύει ο νόμος; Ως ~ θα πιστεύεις ότι όλα πάνε καλά; Ως ~ θα σωπαίνουμε; Κάθε ~ κυκλοφορεί το περιοδικό; Μέχρι ~ μπορώ να υποβάλω την πρότασή μου;|| (ειρων.) Από ~ απαγορεύεται ο αντίλογος;|| (ως ουσ.) Ελέγξτε το ~ και το πού θα διεξαχθεί το αγώνισμα. Το θέμα δεν είναι το ~ συνέβη, αλλά το τι συνέβη. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το ~ χτίστηκε το ξωκλήσι. ● ΦΡ.: για πότε (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται ταχύτατα ή/και βιαστικά: ~ ~ ξημέρωσε/πέρασε η ώρα, ούτε που το κατάλαβα., πότε ... πότε ...: επαναλαμβάνεται μπροστά από αντίθετους στη σημασία όρους, για να εκφράσει τη συνεχή εναλλαγή τους: ~ με το καλό, ~ με το άγριο. ~ λέει ψέματα και ~ αλήθεια. Διαχειρίζονται τα οικονομικά τους ~ συνετά και ~ σπάταλα. ΣΥΝ. μια ... (και) μια ... (1), πότε πότε (προφ.): κάποιες φορές, κάπου κάπου, όχι συχνά: Με θυμόταν ~ ~. ΣΥΝ. ενίοτε, καμιά φορά, ώρες ώρες, αμήν και πότε! βλ. αμήν, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης, το πώς και το πότε βλ. πώς [< αρχ. πότε]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.