Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42540-42560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41967πόσταπό-στα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ομάδα εργατών που εναλλάσσεται σε βάρδια με άλλη, συνήθ. στις φορτοεκφορτώσεις πλοίων. 2. (παλαιότ.) ατμοκίνητη ή αργή αμαξοστοιχία. ● ΦΡ.: βάζω πόστα (σε κάποιον): τον μαλώνω., έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι [< ιταλ. posta]
41968ποστάλιπο-στά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ΝΑΥΤ. επιβατικό πλοίο συγκεκριμένης γραμμής. [< ιταλ. postale]
41969ποστάρισμαπο-στά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποστάρω: (αργκό του διαδικτύου) ποστ για ~.|| (στο μπάσκετ) Έχει καλά ~ίσματα. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. post, γαλλ. ~, 2006]
41970ποστάρωπο-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πόσταρ-α κ. ποστάρ-ισα, -οντας} 1. (αργκό του διαδικτύου) αναρτώ κυρ. άρθρα, μηνύματα ή εικόνες στον παγκόσμιο ιστό· κοινοποιώ: ~ σε μπλογκ. Σερφάρω και ~. ~ε τις απόψεις του στο φόρουμ. Βλ. γκουγκλ-, ζιπ-, φορμ-άρω. 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παίρνω την καταλληλότερη θέση, συνήθ. μέσα στη ρακέτα, ώστε να έχω πλεονέκτημα στην προσπάθεια για σουτ. [< αγγλ. post 1: γαλλ. poster]
41971πόστερπό-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. αφίσα που προορίζεται κυρ. για διακόσμηση σε εσωτερικό χώρο: Το δωμάτιό της είναι γεμάτο με ~ γνωστών καλλιτεχνών. 2. έντυπη εισήγηση σε επιστημονικό συνέδριο που αναρτάται σε ειδικό σημείο και διαβάζεται από τους συνέδρους, οι οποίοι μπορούν να θέσουν ερωτήματα στον συντάκτη της. ΣΥΝ. αναρτημένη ανακοίνωση. [< αγγλ. poster 1: γαλλ. ~, 1967]
41972ποστίςπο-στίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τούφα από φυσικά ή συνθετικά μαλλιά που προστίθεται στο τριχωτό της κεφαλής για αύξηση του όγκου ή του μήκους των μαλλιών. Βλ. περούκα, τρέσα. [< γαλλ. postiche]
41973πόστοπό-στο ουσ. (ουδ.) 1. η θέση εργασίας κάποιου· ειδικότ. ο χώρος στον οποίο έχει τοποθετηθεί: το νέο του ~. Αλλάζει ~. Εγκαταλείπει/παρατάει το ~ του.|| Επιστρέφει στο ~ του. Την άφησε στο ~ του (: για να τον αναπληρώσει όσο θα λείπει). 2. σημαντικό αξίωμα, συνήθ. στον δημόσιο τομέα: καίριο/μεγάλο ~. Από το ~ του ελέγχει τα πάντα. Έχουν πιάσει όλα τα ~α. [< ιταλ. posto]
41975ποσώς[ποσῶς] πο-σώς επίρρ. (λόγ.): καθόλου: ~ με απασχολεί/ενδιαφέρει/νοιάζει. [< μτγν. ποσῶς 'πόσο', γαλλ. pas du tout]
41976ποτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (σε χαρτοπαίγνιο, κυρ. πόκα και πόκερ) το σύνολο των χρημάτων που έχουν πονταριστεί και βρίσκονται στο τραπέζι πριν από το μοίρασμα των φύλλων. [< αγγλ. pot]
41977ΠΟΤ(ο) 1. Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού. 2. Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων.
41978ποτ πουρίπου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ποτπουρί 1. ΜΟΥΣ. σύνθεση τραγουδιών ή αποσπασμάτων τους σε ενιαίο σύνολο: ~ με όλες τις σύγχρονες επιτυχίες. 2. (μτφ.) μείγμα από αποξηραμένα φυτά και λουλούδια το οποίο χρησιμοποιείται για αρωματισμό χώρου: κουτί/μπολ με ~. 3. (μτφ.-γενικότ.) συνονθύλευμα, ποικιλία διαφόρων πραγμάτων: ~ λαχανικών. [< γαλλ. pot-pourri]
41979ΠΟΤΑ: (οι) Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης.
41980ποτάδικοπο-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό συνήθ. μπαρ ή κλαμπάκι, όπου μπορεί κάποιος να ακούσει μουσική, πίνοντας το ποτό του. Βλ. -άδικο.
41981ποτάμιπο-τά-μι ουσ. (ουδ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. ποταμός: θολό ~. Το ~ ξεχείλισε/πλημμύρισε/στέρεψε/φούσκωσε. Βούτηξε/κολύμπησε/ψαρεύει στο ~. 2. (μτφ., για υγρό) πολύ μεγάλη ποσότητα: ~ια αίματος.|| (ως επίρρ.) ~ ο ιδρώτας. Άρχισαν να τρέχουν ~ τα δάκρυά της. Πβ. βροχ-, κρουν-ηδόν. ΣΥΝ. βρύση (3) ● Υποκ.: ποταμάκι (το) ● ΦΡ.: με πήρε το ποτάμι: απέτυχα, καταστράφηκα: Με τόσα οικονομικά προβλήματα, τον ~ ~., να το πάρει το ποτάμι;: (συνήθ. για αίνιγμα) να αποκαλύψω τη λύση, να την πω; Τόση ώρα το σκέφτεστε, μα δεν το βρίσκετε. ~ ~;, σιγανό ποτάμι/ποταμάκι (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άνθρωπο που εμφανίζεται συνεσταλμένος και ήσυχος, ενώ δεν είναι: Τα ~ά ~ια να φοβάσαι! Βλ. σιγανοπαπαδιά., το ποτάμι δε(ν) γυρίζει πίσω (γνωμ.): ό,τι έχει γίνει δεν αλλάζει: Έχει μετανιώσει για τις επιλογές του, μα ~ ~. [< μεσν. ποτάμιν < μτγν. ποτάμιον < αρχ. ποταμός]
41982ποταμιάπο-τα-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η περιοχή κοντά σε ποτάμι ή γύρω από αυτό. Βλ. ακροποταμιά. [< μεσν. ποταμιά]
41983ποτάμιος, α, ο πο-τά-μι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ποταμό: ~ο: δίκτυο/οικοσύστημα.|| (ΜΥΘ.) ~ος: θεός. Πβ. ποταμίσιος. Βλ. παρα~. [< αρχ. ποτάμιος]
41984ποταμίσιος, ια, ιο πο-τα-μί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με ποτάμι: ~ια: άμμος. ~ιο: ψάρι (= ποταμόψαρο). ~ια: νερά/χαλίκια. Πβ. ποτάμιος. Βλ. -ίσιος. [< μεσν. ποταμίσιος]
41985ποταμογείτωνπο-τα-μο-γεί-των ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. πολυετές, υδρόβιο, ποώδες φυτό (οικογ. Potamogetonaceae), με ερμαφρόδιτα άνθη και εδώδιμες ρίζες, που αναπτύσσεται σε γλυκά νερά. [< μτγν. ποταμογείτων, αγγλ. Potamogeton, γαλλ. potamogéton]
41986ποταμόκολποςπο-τα-μό-κολ-πος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. κόλπος στις εκβολές ποταμού του οποίου τα νερά είναι υφάλμυρα από την επίδραση της παλίρροιας.
41987ποταμοπλοΐαπο-τα-μο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ναυσιπλοΐα σε πλωτό ποταμό. Βλ. -πλοΐα. [< γαλλ. navigation fluviale]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.