Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42560-42580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41998ποτενσιόμετροπο-τεν-σι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.) ΗΛΕΚΤΡ. 1. όργανο που μετρά την τάση σε ηλεκτρικό κύκλωμα: ψηφιακό ~. Βλ. -μετρο. 2. διακόπτης μουσικών συστημάτων, με τον οποίο ελέγχεται η ένταση του ήχου: εξωτερικό/περιστροφικό/συρόμενο ~. ~ κιθάρας. [< γαλλ. potentiomètre]
41999πότζαπό-τζα ουσ. (θηλ.) & πόντζα & μπότζα: ΝΑΥΤ. υποστροφή. ΑΝΤ. όρτσα [< βεν. bozza]
42000ποτήριπο-τή-ρι ουσ. (ουδ.) {ποτηρ-ιού}: μικρό δοχείο από το οποίο πίνει κάποιος· συνεκδ. το περιεχόμενό του ή/και η αντίστοιχη ποσότητα: γυάλινο/κρυστάλλινο ~. Κολονάτο/κοντό/χαμηλό/ψηλό ~. ~ σωλήνας. ~ (του) κοκτέιλ/κονιάκ/κρασιού (= κρασοπότηρο)/νερού (= νεροπότηρο)/ούζου/ουίσκι/φραπέ. ~ (της) μπίρας/σαμπάνιας. Ο πάτος/το πόδι/τα χείλη του ~ιού. ~ γευσιγνωσίας/παγωτού. ~ια μιας χρήσης (: πλαστικά ή χάρτινα). ~ (από) φελιζόλ. Σετ ~ια. Γυαλίζω/καθαρίζω/πλένω/σκουπίζω το ~. Έσπασε/ράγισε το ~. Γέμισε το ~ (με) χυμό. Τσούγκρισαν τα ~ια τους. Βλ. κούπα, κύπελλο, δισκο-, ρακο-πότηρο.|| Άδειασε/κατέβασε το ~ (= ποτό) του.|| (σε συνταγές) Βάζετε/προσθέτετε ένα/μισό ~ αλεύρι/γάλα/ζάχαρη. Βλ. μεζούρα, φλιτζάνι.|| (ΧΗΜ.) ~ ζέσης. Βλ. -τήρι. ● Υποκ.: ποτηράκι (το): ~ (του) λικέρ/τσαγιού.|| Πίνουν πού και πού κανένα ~ (ενν. κρασί ή άλλο αλκοολούχο ποτό).|| (σε συνταγές) Ρίχνετε ένα ~ λάδι (βλ. φλιτζανάκι). ● Μεγεθ.: ποτήρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γερό ποτήρι (προφ.): άτομο που καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, συνήθ. χωρίς να μεθά εύκολα: Είναι ~ ~. ● ΦΡ.: βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο (μτφ.-προφ.): είμαι απαισιόδοξος, βλέπω τα πράγματα από την αρνητική τους πλευρά., να το(ν)/την πιεις στο ποτήρι (μτφ.-προφ.): για κάποιον ή κάτι πολύ όμορφο, ελκυστικό ή συναρπαστικό: Μια κούκλα, να την ~ ~!|| Μια θάλασσα να την ~ ~!, πίνω το πικρό ποτήρι & (σπάν.) (κατα)πίνω/παίρνω το πικρό χάπι (μτφ.-προφ.): υφίσταμαι ψυχική δοκιμασία, στενοχωριέμαι πολύ: Ήπιε ~ ~ της απόρριψης. Ήπιαν αδιαμαρτύρητα ~ ~., σηκώνω/υψώνω το ποτήρι: κάνω πρόποση: Ύψωσε ~ του στην υγεία των παρευρισκοµένων., (ούτε) ένα ποτήρι νερό βλ. νερό, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, ξεχείλισε το ποτήρι βλ. ξεχειλίζω, τρικυμία εν ποτηρίω βλ. τρικυμία [< μεσν. ποτήρι(ν) < αρχ. ποτήριον]
42001ποτηριάπο-τη-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): το περιεχόμενο μεγάλου συνήθ. ποτηριού. Βλ. κουταλιά. [< μεσν. ποτηριά]
42002ποτηριέραπο-τη-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): κατασκευή επαγγελματικού εξοπλισμού για την τοποθέτηση ποτηριών σε μαγαζιά εστίασης, κυρ. καφετέριες: ~ με συρόμενες πόρτες. Βλ. -ιέρα.
42003ποτηριέρηςπο-τη-ριέ-ρης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το πλύσιμο και την τοποθέτηση ποτηριών σε ποτηριέρες. Βλ. -ιέρης, λαντζέρης.
42004ποτήριοπο-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & ποτήριον (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. ποτήρι: το Άγιο ~ (= το άγιο/ιερό δισκοπότηρο). ● ΦΡ.: παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο (ΚΔ): για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν επιθυμεί να αναλάβει κάτι που το θεωρεί δύσκολο ή δυσάρεστο: ~ ~. Δική σου η ευθύνη. Πβ. άπαγε απ' εμού. [< αρχ. ποτήριον]
42005ποτηροθήκηπο-τη-ρο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη στην οποία τοποθετούνται ποτήρια: διπλή ~. ~ τοίχου. Βλ. -θήκη. [< μτγν. ποτηροθήκη]
42006ποτηρόπανοπο-τη-ρό-πα-νο ουσ. (ουδ.): πανί για το σκούπισμα των ποτηριών.
42007ποτηροτρύπανοπο-τη-ρο-τρύ-πα-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. τρυπάνι που έχει σχήμα ποτηριού και χρησιμοποιείται κυρ. για το κόψιμο γυαλιού και ξύλου.
42009πότηςπό-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που καταναλώνει συχνά μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, που πίνει πολύ: Είναι μεγάλος ~. Πβ. αλκοολικός, μέθυσος, μπεκρής. Βλ. οινο~, συμ~. ΣΥΝ. πιοτής [< αρχ. πότης]
42010ποτίζωπο-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πότι-σα, ποτί-στηκε, -σμένος, ποτίζ-οντας} 1. ρίχνω ή διοχετεύω νερό σε φυτό: ~ τις γλάστρες/τα λουλούδια (με το λάστιχο/ποτιστήρι). ~σμένος: κήπος (ΑΝΤ. απότιστος). Βλ. ραντίζω.|| Ο ποταμός ~ει τον κάμπο/τα περιβόλια. Τα κτήματα ~ονται με τεχνητή βροχή. Πβ. αρδεύω. 2. (μτφ.) μεταδίδω κάτι (θετικό ή αρνητικό) σε κάποιον, κάνοντάς τον να το υιοθετήσει, να επηρεαστεί έντονα από αυτό και να γίνει ένθερμος υποστηρικτής του: ~σμένος από/με τις ιδέες της απελευθέρωσης/το πνεύμα της μεταρρύθμισης. Πβ. γαλουχώ, διαπαιδαγωγώ, μεταλαμπαδεύω.|| Έχουν ~στεί από/με την αλαζονεία/το μίσος. Πβ. φανατίζω. 3. (λαϊκό) δίνω νερό· (κατ' επέκτ.-προφ.) δίνω σε κάποιον ποτό ή ναρκωτική ουσία, με σκοπό να τον μεθύσω ή να τον βλάψω: ~σε τα άλογα/γελάδια/πρόβατα. Τον τάισαν και τον ~σαν.|| Τους ~σαν (με) αλκοόλ/υπνωτικά.ποτίζει 1. διαποτίζει: Η υγρασία ~σε τους τοίχους. ~σμένο χώμα (= νοτισμένο).|| (μτφ.) Η γη ~στηκε με το αίμα αθώων/ηρώων. Νοσταλγία ~σε την ατμόσφαιρα. 2. εμποτίζεται: Τα ρούχα ~σαν (= μούσκεψαν) από τη βροχή/τον ιδρώτα. ● ΦΡ.: κερνάει/ποτίζει πίκρες βλ. πίκρα, μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα βλ. βασιλικός, με πότισε φαρμάκι/χολή βλ. φαρμάκι, ποτίζω κάτι με τον ιδρώτα μου βλ. ιδρώτας [< 1, 3: αρχ. ποτίζω]
42011πότισμαπό-τι-σμα ουσ. (ουδ.) {ποτίσμ-ατος}: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποτίζω: αυτόματο ~. Σύστημα ~ατος κήπου. Συχνό ~ των ζώων. [< μτγν. πότισμα]
42012ποτιστήριπο-τι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): φορητό δοχείο, με λαβή και μακρύ λαιμό με τρυπούλες στην άκρη για να τρέχει το νερό, το οποίο χρησιμοποιείται για πότισμα: μεταλλικό ~. Πβ. καταβρεχ-, ραντισ-τήρι. ● Υποκ.: ποτιστηράκι (το) [< μεσν. ποτιστήρι(ν) < μτγν. ποτιστήριον 'ποτίστρα']
42013ποτιστήςπο-τι-στής ουσ. (αρσ.): άνθρωπος ή μηχανή που ποτίζει: αυτόματος ~. [< μτγν. ποτιστής ‘αυτός που ποτίζει’]
42014ποτιστικός, ή, ό πο-τι-στι-κός επίθ. ΑΝΤ. ξερικός 1. που σχετίζεται με το πότισμα: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) Ρύθμισε το ~ό (ενν. σύστημα άρδευσης).|| ~ό: νερό (= κατάλληλο για πότισμα). Βλ. πόσιμος. 2. (για φυτό ή γεωργικό προϊόν) που χρειάζεται νερό για να ευδοκιμήσει: ~ά: λαχανικά. ΑΝΤ. άνυδρος (3) 3. (για γεωργική συνήθ. έκταση) που αρδεύεται, ποτίζεται: ~ά: στρέμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: ποτιστική βροχή: η σιγανή και διαρκής βροχή που απορροφάται βαθιά από το έδαφος και είναι ιδανική για το πότισμα καλλιεργειών. [< μεσν. ποτιστικός]
42015ποτίστραπο-τί-στρα ουσ. (θηλ.): χώρος ή σκάφη από όπου πίνουν νερό τα ζώα. Βλ. -τρα2. [< μτγν. ποτίστρα]
42017ποτοποιείο[ποτοποιεῖο] πο-το-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μονάδα παρασκευής ποτών: παλιό ~. Βλ. -ποιείο. ΣΥΝ. ποτοποιία (2)
42018ποτοποιίαπο-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βιομηχανία, επιχείρηση παραγωγής ποτών. 2. ποτοποιείο. Βλ. -ποιία.
42019ποτοποιόςπο-το-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ιδιοκτήτης ποτοποιείου ή εργαζόμενος σε αυτό. Βλ. -ποιός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.