| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3296 | αναπλήρωση | [ἀναπλήρωση] α-να-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπληρώνω: Προσωπικό κατ' ~. Πβ. αντικατάσταση.|| ~ αποθεμάτων/εισοδήματος/υγρών και ηλεκτρολυτών (βλ. αφυδάτωση)/φυσικών πόρων. ~ ύλης/χαμένων διδακτικών ωρών (λόγω απεργίας/κατάληψης). Πβ. κάλυψη, συμπλήρωση. Βλ. υπερ~. 2. ΨΥΧΟΛ. μηχανισμός κατά τον οποίο το άτομο, για να αντισταθμίσει μειονεξία σε κάποιον τομέα, στρέφεται προς δραστηριότητες που αναδεικνύουν ικανότητές του σε άλλους τομείς. Πβ. αντιρρόπηση, αντιστάθμιση. Βλ. υπερ~. [< αρχ. ἀναπλήρωσις, γαλλ. suppléance] | |
| 3297 | αναπληρώσιμος | , η, ο [ἀναπληρώσιμος] α-να-πλη-ρώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αναπληρωθεί: Η απουσία της μητέρας του δημιούργησε ένα μη ~ο κενό. ΑΝΤ. δυσαναπλήρωτος | |
| 58802 | αναπληρωτής | ||
| 3299 | ανάπλους | [ἀνάπλους] α-νά-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πλεύση αντίθετα προς το ρεύμα ποταμού ή την κατεύθυνση των ανέμων. Βλ. πλους. [< αρχ. ἀνάπλους] | |
| 3300 | αναπνευστήρας | [ἀναπνευστήρας] α-να-πνευ-στή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. -ΙΑΤΡ. συσκευή-μονάδα παροχής αέρα και οξυγόνου σε ασθενείς που δυσκολεύονται ή αδυνατούν πλήρως να αναπνεύσουν, επειδή βρίσκονται σε ολική νάρκωση ή καταστολή ή επειδή οι μύες των πνευμόνων τους δεν έχουν τη δύναμη να αντεπεξέλθουν χωρίς μηχανική υποστήριξη: φορητός ~. ~ες εντατικής/χειρουργείου. Ο ασθενής βρίσκεται/μένει εκτός ~α. Βλ. τεχνητή αναπνοή. 2. μικρός σωλήνας από εύκαμπτο υλικό, ο οποίος βοηθά κάποιον να αναπνεύσει, όταν κολυμπά με το πρόσωπο (ή/και το σώμα) ελάχιστα κάτω από το νερό και του οποίου η μία άκρη είναι λυγισμένη και φέρει επιστόμιο, ενώ η άλλη προεξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας: μάσκα και ~. Βλ. φιάλη οξυγόνου. 3. ΤΕΧΝΟΛ. αγωγός αερισμού υποβρυχίου. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. respirateur] | |
| 3301 | αναπνευστικός | , ή, ό [ἀναπνευστικός] α-να-πνευ-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναπνοή: ~ός: ρυθμός/(ή ενδοτραχειακός) σωλήνας. ~ή: αλυσίδα/λειτουργία/μάσκα/συσκευή (πβ. αναπνευστήρας). ~οί: μύες. ~ές: αλλεργίες/παθήσεις (: πνευμονοπάθεια, βρογχίτιδα, άσθμα, υπνική άπνοια). ~ά: μηχανήματα/όργανα/προβλήματα (: ~ά νοσήματα ή δύσπνοια). Βλ. καρδιο~.|| ~ό πηλίκο (: το πηλίκο του διοξειδίου του άνθρακα που παράγεται προς το οξυγόνο που καταναλώνεται). ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστικές κινήσεις: κινήσεις του θωρακικού τοιχώματος κατά την εισπνοή και εκπνοή. [< γαλλ. mouvements respiratoires] , αναπνευστική ανεπάρκεια: ΙΑΤΡ. αδυναμία ανταπόκρισης του οργανισμού στις απαιτήσεις των ιστών και των οργάνων σε οξυγόνο, η οποία οφείλεται σε αναπνευστικές παθήσεις ή παχυσαρκία και αντιμετωπίζεται με οξυγονοθεραπεία., αναπνευστική δυσχέρεια & αναπνευστική δυσφορία: δύσπνοια. [< γαλλ. gêne respiratoire ] , αναπνευστική οδός: τα όργανα του αναπνευστικού συστήματος από τα οποία διέρχεται ο αέρας κατά την εισπνοή και εκπνοή: απόφραξη της ~ής ~ού., αναπνευστικό σύστημα & (προφ.) αναπνευστικό: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το σύνολο των οργάνων που συμμετέχουν στην αναπνοή· (ειδικότ. στον άνθρωπο) η μύτη, η στοματική κοιλότητα, ο φάρυγγας, ο λάρυγγας (ανώτερο αναπνευστικό), η τραχεία, οι βρόγχοι και οι πνεύμονες (κατώτερο αναπνευστικό): ιώσεις/λοιμώξεις του ~ού/αναπνευστικές λοιμώξεις (: γρίπη, κρυολόγημα, βρογχίτιδα, πνευμονία). Βλ. βράγχια. [< γαλλ. système respiratoire] , αναπνευστικός συγκυτιακός ιός βλ. συγκυτιακός [< αρχ. ἀναπνευστικός, γαλλ. respiratoire, αγγλ. respiratory] | |
| 3302 | αναπνέω | [ἀναπνέω] α-να-πνέ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάπνευ-σα (λόγ.) ανέπνευ-σα, αναπνεύ-σω, αναπνέ-οντας} ΣΥΝ. ανασαίνω 1. εισπνέω και εκπνέω αέρα μέσω των πνευμόνων· ειδικότ. εισπνέω κάτι: ~ από τη μύτη/το στόμα. ~ει κανονικά. ~ει με δυσκολία/με τη βοήθεια αναπνευστήρα/με μηχανική υποστήριξη. Σταμάτησε να ~ει (= πέθανε).|| ~ουμε καυσαέριο/σκόνη. Πάω έξω να ~σω (λίγο) καθαρό αέρα. ~στε βαθιά!|| (κατ' επέκτ.) Βαμβακερό ύφασμα που αφήνει το δέρμα να ~ει. 2. (μτφ.) ζω, υπάρχω: Όσο ~, δεν θα σταματήσω να ... 3. (μτφ.) ανακουφίζομαι, ξαλαφρώνω, ξανασαίνω: (για πρόσ.) Πλήρωσα την τελευταία δόση του δανείου και ~σα! Πβ. ησυχάζω.|| Χρειάζεται ένας πνεύμονας πρασίνου, για να ~σει η πόλη. ΑΝΤ. ασφυκτιώ [< αρχ. ἀναπνέω, γαλλ. respirer] | |
| 3303 | αναπνέων | , ουσα, ον [ἀναπνέων] α-να-πνέ-ων επίθ. (επίσ., κυρ. για ύφασμα ή ρούχο): που επιτρέπει την είσοδο του αέρα και αποβάλλει την υγρασία του σώματος: μπουφάν με (αδιάβροχη και) ~ουσα επένδυση/μεμβράνη/σύνθεση. Αντιανεμικά και ~οντα (= αεριζόμενα) γάντια. Πβ. αεροδιαπερατός. [< μτχ. ενεστ. του ρ. ἀναπνέω, αγγλ. breathable, 1937] | |
| 3304 | αναπνοή | [ἀναπνοή] α-να-πνο-ή ουσ. (θηλ.) 1. βασική λειτουργία του οργανισμού, με την οποία προσλαμβάνεται οξυγόνο μέσω του εισπνεόμενου αέρα και αποβάλλεται διοξείδιο του άνθρακα με την εκπνοή: βαριά/γρήγορη/δύσκολη/θορυβώδης/μηχανική/σωστή/υποβοηθούμενη ~. Διαφραγματική/θωρακική/κοιλιακή/ρινική/συρίττουσα ~. Αργές/κοφτές/μικρές/ρηχές ~ές (= εισπνοές-εκπνοές). Η ~ των ανθρώπων/ζώων/φυτών. Διακοπή (βλ. άπνοια)/κράτημα της ~ής. Δυσκολία στην ~ (βλ. άσθμα, ασφυξία, δύσπνοια, λαχάνιασμα). Ασκήσεις ~ής. Πάρτε βαθιές ~ές/μια μεγάλη ~! Βλ. πνεύμονας. 2. (κατ' επέκτ.) ανάσα: δροσερή/δυσάρεστη/έντονη/ευχάριστη/καθαρή ~. Η ~ του μυρίζει αλκοόλ. Η ζεστασιά της ~ής του.|| Η θέα σου κόβει την ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άδηλη αναπνοή: ΦΥΣΙΟΛ. αποβολή διοξειδίου του άνθρακα και υδρατμών και απορρόφηση οξυγόνου από τους πόρους του δέρματος· δερματική αναπνοή. Βλ. διαπνοή. [< γαλλ. perspiration insensible] , κυτταρική αναπνοή: ΒΙΟΛ. ενζυμική διαδικασία με την οποία τα κύτταρα διασπούν τη γλυκόζη (ή άλλα σάκχαρα και λιπίδια), απελευθερώνοντας και εξασφαλίζοντας ενέργεια: αερόβια/αναερόβια ~ ~. [< αγγλ. cellular/cell respiration] , τεχνητή αναπνοή: ενεργοποίηση της αναπνευστικής λειτουργίας με αναπνευστήρα ή εκπνοή στο στόμα: Εφαρμόζω/κάνω ~ ~. Επανήλθε στη ζωή με ~ ~. Βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση. ΣΥΝ. φιλί (της) ζωής [< αγγλ. artificial respiration] , παράδοξη αναπνοή βλ. παράδοξος ● ΦΡ.: κρατώ την αναπνοή μου & βαστώ/συγκρατώ την αναπνοή μου: δεν ανασαίνω για λίγο: Πόση ώρα μπορείς να ~ήσεις ~ σου;|| (μτφ., από αγωνία, προσμονή ή ένταση:) Οι θεατές ~ούσαν ~ τους στα τελευταία λεπτά του αγώνα., με μια αναπνοή (μτφ.): πολύ γρήγορα ή ταυτόχρονα: Μόλις δόθηκε το σύνθημα, όλοι ~ ~ πεταχτήκαμε έξω. Πβ. αμέσως. [< αγγλ. in one/in the same breath] , μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή/η ανάσα: σχεδόν σταματώ να αναπνέω, συνήθ. λόγω έντονου συναισθήματος: Μου κόπηκε ~ απ' την τρομάρα.|| Μια δυνατή παγωνιά μου έκοψε την ~, μόλις ξεκινήσαμε. Βλ. λαχανιάζω., σε απόσταση αναπνοής βλ. απόσταση [< αρχ. ἀναπνοή, αγγλ.-γαλλ. respiration] | |
| 3305 | ανάποδα | [ἀνάποδα] α-νά-πο-δα επίρρ.: αλλιώτικα ή αντίθετα απ' ό,τι συνηθίζεται ή θεωρείται σωστό, φυσιολογικό: Έβαλε τις κάλτσες/την μπλούζα ~ (= από την ανάποδη· πβ. μέσα έξω). Οδηγεί/πάει ~ (: στο αντίθετο ρεύμα ή προς τα πίσω). (ΝΑΥΤ.) ~ ολοταχώς. Το πλοίο κάνει ~. Οι δείκτες γυρίζουν ~ (: από δεξιά προς αριστερά). (για νεογέννητο:) Το παιδί βγαίνει/έρχεται ~ (: με τα πόδια, αντί με το κεφάλι προς τα έξω). Το αμάξι βρέθηκε ~ (= αναποδογυρ-, ντελαπαρ-, τουμπαρ-ισμένο).|| ~ τα κατάλαβες (: αντίθετα από αυτά που ισχύουν). ● ΦΡ.: (μου) έρχονται/πηγαίνουν (όλα) ανάποδα (προφ.): (μου) συμβαίνουν δυσάρεστα, αντίθετα απ' ό,τι περιμένω: Μου ήρθαν όλα ~ στη δουλειά και δεν μπόρεσα να ..., βγάζω την πίστη/την ψυχή κάποιου ανάποδα (προφ.): τον ταλαιπωρώ, τον εξουθενώνω: Μου έβγαλε ~ ~ μέχρι/ώσπου να ..., βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα (αργκό): έχει πεθάνει, είναι νεκρός., κακά, ψυχρά κι ανάποδα (προφ.-εμφατ.): πολύ άσχημα: -Πώς πέρασες; -~ ~! Τους ήρθαν όλα ~ ~. ΣΥΝ. τα στραβά και (τα) ανάποδα, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα (προφ.): ταλαιπωρήθηκα πολύ, εξουθενώθηκα: ~ ~, μέχρι να γράψω την εργασία μου., μου έρχεται ανάποδα να ... (προφ.): δεν μου αρέσει, δεν μου πάει να: ~ ~ μου ζητήσουν βοήθεια και ν' αρνηθώ., ξυπνάω ανάποδα (προφ.): είμαι κακόκεφος και κατ' επέκτ. απότομος με τους άλλους από την αρχή της μέρας: ~ησε ~ σήμερα και του φταίνε όλα., τη βλέπω ανάποδα (νεαν. αργκό): αλλάζω διάθεση, θυμώνω, εκνευρίζομαι: Μόλις μου έκλεισε το ακουστικό, την είδα ~., το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη (προφ.): παρεξήγησε κάτι που έγινε ή ειπώθηκε: Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πάρεις ~. Πβ. παίρνω/βλέπω κάτι στραβά, το πήρε αλλιώς., θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! βλ. κρεμώ, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, τα στραβά και (τα) ανάποδα βλ. στραβός [< μεσν. ανάποδα] | |
| 3306 | αναπόδεικτος | , η, ο [ἀναπόδεικτος] α-να-πό-δει-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να αποδειχτεί: ~ος: συλλογισμός. ~η: υπόθεση. ~ες: κατηγορίες. Ιστορικά ~η θέση. Αυθαίρετος και επιστημονικά ~ ισχυρισμός.|| (ως ουσ.) Το ~ο του Θεού. ΣΥΝ. αβάσιμος, αβεβαίωτος, αστήρικτος (1), ατεκμηρίωτος ΑΝΤ. αποδεδειγμένος [< αρχ. ἀναπόδεικτος] | |
| 3308 | αναποδιά | [ἀναποδιά] α-να-πο-διά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κακοτυχία, εμπόδιο: από ~ σε ~. Η μία ~ μετά(/πίσω από) την άλλη. Μην τα παρατάς με την πρώτη ~! Αγχώνεται με την παραμικρή ~. Με βρήκαν/μου έτυχαν/μου ήρθαν/προέκυψαν πολλές ~ιές. ΣΥΝ. αντιξοότητα, ατυχία (2), στραβή 2. ιδιορρυθμία, παραξενιά: Ο καθένας έχει τις ~ιές του. Άνθρωπος με πολλές ~ιές (= δύσ-, ιδιό-τροπος). Πβ. λόξα, χούι. [< μεσν. αναποδιά] | |
| 3309 | αναποδογυρίζω | [ἀναποδογυρίζω] α-να-πο-δο-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναποδογύρι-σα, -στηκε, -σμένος} 1. (μτβ.) γυρνώ κάτι ανάποδα: ~σε το τραπέζι. ~σμένα: ποτήρια. Πβ. αναστρέφω.|| ~σα τα πάντα μες στο σπίτι, μα δεν το βρήκα (= τα έκανα άνω-κάτω).|| (μτφ.-προφ.) Κίνημα που ~σε τις δομές της κοινωνίας. Πβ. ανα-στατώνω, -τρέπω. 2. (αμτβ.) γυρίζω ανάποδα: Το όχημα παρασύρθηκε και ~σε/~στηκε. Πβ. μπατάρω, ντελαπάρω, τουμπάρω. ● ΦΡ.: ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος [< γαλλ. (se) renverser] | |
| 3310 | αναποδογύρισμα | [ἀναποδογύρισμα] α-να-πο-δο-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναποδογυρίζω: ~ του αυτοκινήτου (= ντελαπάρισμα, τουμπάρισμα)/της βάρκας/των καθισμάτων.|| (μτφ.) Το ~ της τύχης. | |
| 3311 | ανάποδος | , η, ο [ἀνάποδος] α-νά-πο-δος επίθ. (προφ.) 1. τοποθετημένος ή κινούμενος αντίθετα από το κανονικό: ~η: βελονιά/γραφή/μεριά/όψη/πλευρά. ~ο: τρίγωνο.|| ~η: τούμπα. ~ες: κινήσεις. Με ~η φορά. Πβ. ανά-, αντί-στροφος, αντίθετος. 2. (μτφ.-για πρόσ.) δύστροπος, στριμμένος: ~ος: άνθρωπος. Στρυφνός/γρουσούζης κι ~. Πβ. ιδιότροπος. 3. (μτφ.) δυσμενής, αντίξοος: ~ος: καιρός. Τι ~η μέρα κι αυτή! Όλα πήγαν στραβά. ΑΝΤ. αίσιος, ευνοϊκός (3) ● Ουσ.: ανάποδο (το): αντίστροφο, αντίθετο: Παρουσιάζει το μαύρο άσπρο και το ~. Κάνει το ~ απ' αυτό που πρέπει. Ισχύει το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (ανάποδο) ψαλίδι βλ. ψαλίδι, ανάποδο τιμόνι βλ. τιμόνι ● ΦΡ.: παίρνω ανάποδες (στροφές) (αργκό): θυμώνω πολύ, εξοργίζομαι., τα στραβά και τ' ανάποδα (μτφ.): τα κακώς κείμενα, οι αρνητικές πλευρές μιας κατάστασης: Αποκαλύπτει ~ ~., κακός, ψυχρός κι ανάποδος βλ. ψυχρός ● βλ. ανάποδη [< μεσν. ανάποδος] | |
| 3312 | αναπόδραστος | , η, ο [ἀναπόδραστος] α-να-πό-δρα-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αναπόφευκτος, αναπότρεπτος: ~η: ανάγκη/μοίρα/συνέπεια. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του θανάτου/της μοίρας. ΣΥΝ. άφευκτος ● επίρρ.: αναπόδραστα [< αρχ. ἀναπόδραστος] | |
| 3313 | αναπόληση | [ἀναπόληση] α-να-πό-λη-ση ουσ. (θηλ.): νοσταλγική ανάκληση (στη μνήμη) ευχάριστων κυρ. βιωμάτων: μελαγχολική/οδυνηρή/ρομαντική/τρυφερή ~. ~ της νιότης/όμορφων στιγμών. ~ήσεις του παρελθόντος. Πβ. ανάμνηση. ΣΥΝ. αναθύμηση [< μτγν. ἀναπόλησις] | |
| 3314 | αναπολόγητος | , η, ο [ἀναπολόγητος] α-να-πο-λό-γη-τος επίθ. (λόγ.): χωρίς να (έχει) απολογηθεί: Καταδικάστηκε/τιμωρήθηκε ~. [< μτγν. ἀναπολόγητος] | |
| 3315 | αναπολώ | [ἀναπολῶ] α-να-πο-λώ ρ. (μτβ.) {αναπολ-είς ... | αναπόλ-ησα, -ώντας}: ανακαλώ, συνήθ. νοσταλγικά, στη μνήμη: ~ τις καλοκαιρινές διακοπές/τα παιδικά χρόνια (με συγκίνηση). Πβ. ανατρέχω, νοσταλγώ. ΣΥΝ. αναθυμάμαι & αναθυμούμαι, αναλογίζομαι (2) [< αρχ. ἀναπολῶ] | |
| 3316 | αναπομπή | [ἀναπομπή] α-να-πο-μπή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπέμπω: ~ απόφασης/διορισμού/νόμου. ~ της υπόθεσης στο Πρωτοδικείο. Αίτηση/δικαίωμα ~ής. ~ές εκλογών. Η ~ έγινε αποδεκτή/απορρίφθηκε/έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Πβ. παραπομπή. [< μτγν. ἀναπομπή ‘αποστολή προς την ενδοχώρα’, γαλλ. renvoi] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ