| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3303 | αναπνέων | , ουσα, ον [ἀναπνέων] α-να-πνέ-ων επίθ. (επίσ., κυρ. για ύφασμα ή ρούχο): που επιτρέπει την είσοδο του αέρα και αποβάλλει την υγρασία του σώματος: μπουφάν με (αδιάβροχη και) ~ουσα επένδυση/μεμβράνη/σύνθεση. Αντιανεμικά και ~οντα (= αεριζόμενα) γάντια. Πβ. αεροδιαπερατός. [< μτχ. ενεστ. του ρ. ἀναπνέω, αγγλ. breathable, 1937] | |
| 3304 | αναπνοή | [ἀναπνοή] α-να-πνο-ή ουσ. (θηλ.) 1. βασική λειτουργία του οργανισμού, με την οποία προσλαμβάνεται οξυγόνο μέσω του εισπνεόμενου αέρα και αποβάλλεται διοξείδιο του άνθρακα με την εκπνοή: βαριά/γρήγορη/δύσκολη/θορυβώδης/μηχανική/σωστή/υποβοηθούμενη ~. Διαφραγματική/θωρακική/κοιλιακή/ρινική/συρίττουσα ~. Αργές/κοφτές/μικρές/ρηχές ~ές (= εισπνοές-εκπνοές). Η ~ των ανθρώπων/ζώων/φυτών. Διακοπή (βλ. άπνοια)/κράτημα της ~ής. Δυσκολία στην ~ (βλ. άσθμα, ασφυξία, δύσπνοια, λαχάνιασμα). Ασκήσεις ~ής. Πάρτε βαθιές ~ές/μια μεγάλη ~! Βλ. πνεύμονας. 2. (κατ' επέκτ.) ανάσα: δροσερή/δυσάρεστη/έντονη/ευχάριστη/καθαρή ~. Η ~ του μυρίζει αλκοόλ. Η ζεστασιά της ~ής του.|| Η θέα σου κόβει την ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άδηλη αναπνοή: ΦΥΣΙΟΛ. αποβολή διοξειδίου του άνθρακα και υδρατμών και απορρόφηση οξυγόνου από τους πόρους του δέρματος· δερματική αναπνοή. Βλ. διαπνοή. [< γαλλ. perspiration insensible] , κυτταρική αναπνοή: ΒΙΟΛ. ενζυμική διαδικασία με την οποία τα κύτταρα διασπούν τη γλυκόζη (ή άλλα σάκχαρα και λιπίδια), απελευθερώνοντας και εξασφαλίζοντας ενέργεια: αερόβια/αναερόβια ~ ~. [< αγγλ. cellular/cell respiration] , τεχνητή αναπνοή: ενεργοποίηση της αναπνευστικής λειτουργίας με αναπνευστήρα ή εκπνοή στο στόμα: Εφαρμόζω/κάνω ~ ~. Επανήλθε στη ζωή με ~ ~. Βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση. ΣΥΝ. φιλί (της) ζωής [< αγγλ. artificial respiration] , παράδοξη αναπνοή βλ. παράδοξος ● ΦΡ.: κρατώ την αναπνοή μου & βαστώ/συγκρατώ την αναπνοή μου: δεν ανασαίνω για λίγο: Πόση ώρα μπορείς να ~ήσεις ~ σου;|| (μτφ., από αγωνία, προσμονή ή ένταση:) Οι θεατές ~ούσαν ~ τους στα τελευταία λεπτά του αγώνα., με μια αναπνοή (μτφ.): πολύ γρήγορα ή ταυτόχρονα: Μόλις δόθηκε το σύνθημα, όλοι ~ ~ πεταχτήκαμε έξω. Πβ. αμέσως. [< αγγλ. in one/in the same breath] , μου κόβεται/μου πιάνεται η αναπνοή/η ανάσα: σχεδόν σταματώ να αναπνέω, συνήθ. λόγω έντονου συναισθήματος: Μου κόπηκε ~ απ' την τρομάρα.|| Μια δυνατή παγωνιά μου έκοψε την ~, μόλις ξεκινήσαμε. Βλ. λαχανιάζω., σε απόσταση αναπνοής βλ. απόσταση [< αρχ. ἀναπνοή, αγγλ.-γαλλ. respiration] | |
| 3305 | ανάποδα | [ἀνάποδα] α-νά-πο-δα επίρρ.: αλλιώτικα ή αντίθετα απ' ό,τι συνηθίζεται ή θεωρείται σωστό, φυσιολογικό: Έβαλε τις κάλτσες/την μπλούζα ~ (= από την ανάποδη· πβ. μέσα έξω). Οδηγεί/πάει ~ (: στο αντίθετο ρεύμα ή προς τα πίσω). (ΝΑΥΤ.) ~ ολοταχώς. Το πλοίο κάνει ~. Οι δείκτες γυρίζουν ~ (: από δεξιά προς αριστερά). (για νεογέννητο:) Το παιδί βγαίνει/έρχεται ~ (: με τα πόδια, αντί με το κεφάλι προς τα έξω). Το αμάξι βρέθηκε ~ (= αναποδογυρ-, ντελαπαρ-, τουμπαρ-ισμένο).|| ~ τα κατάλαβες (: αντίθετα από αυτά που ισχύουν). ● ΦΡ.: (μου) έρχονται/πηγαίνουν (όλα) ανάποδα (προφ.): (μου) συμβαίνουν δυσάρεστα, αντίθετα απ' ό,τι περιμένω: Μου ήρθαν όλα ~ στη δουλειά και δεν μπόρεσα να ..., βγάζω την πίστη/την ψυχή κάποιου ανάποδα (προφ.): τον ταλαιπωρώ, τον εξουθενώνω: Μου έβγαλε ~ ~ μέχρι/ώσπου να ..., βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα (αργκό): έχει πεθάνει, είναι νεκρός., κακά, ψυχρά κι ανάποδα (προφ.-εμφατ.): πολύ άσχημα: -Πώς πέρασες; -~ ~! Τους ήρθαν όλα ~ ~. ΣΥΝ. τα στραβά και (τα) ανάποδα, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα (προφ.): ταλαιπωρήθηκα πολύ, εξουθενώθηκα: ~ ~, μέχρι να γράψω την εργασία μου., μου έρχεται ανάποδα να ... (προφ.): δεν μου αρέσει, δεν μου πάει να: ~ ~ μου ζητήσουν βοήθεια και ν' αρνηθώ., ξυπνάω ανάποδα (προφ.): είμαι κακόκεφος και κατ' επέκτ. απότομος με τους άλλους από την αρχή της μέρας: ~ησε ~ σήμερα και του φταίνε όλα., τη βλέπω ανάποδα (νεαν. αργκό): αλλάζω διάθεση, θυμώνω, εκνευρίζομαι: Μόλις μου έκλεισε το ακουστικό, την είδα ~., το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη (προφ.): παρεξήγησε κάτι που έγινε ή ειπώθηκε: Θα σου πω κάτι, αλλά μην το πάρεις ~. Πβ. παίρνω/βλέπω κάτι στραβά, το πήρε αλλιώς., θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! βλ. κρεμώ, ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος, τα στραβά και (τα) ανάποδα βλ. στραβός [< μεσν. ανάποδα] | |
| 3306 | αναπόδεικτος | , η, ο [ἀναπόδεικτος] α-να-πό-δει-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να αποδειχτεί: ~ος: συλλογισμός. ~η: υπόθεση. ~ες: κατηγορίες. Ιστορικά ~η θέση. Αυθαίρετος και επιστημονικά ~ ισχυρισμός.|| (ως ουσ.) Το ~ο του Θεού. ΣΥΝ. αβάσιμος, αβεβαίωτος, αστήρικτος (1), ατεκμηρίωτος ΑΝΤ. αποδεδειγμένος [< αρχ. ἀναπόδεικτος] | |
| 3308 | αναποδιά | [ἀναποδιά] α-να-πο-διά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κακοτυχία, εμπόδιο: από ~ σε ~. Η μία ~ μετά(/πίσω από) την άλλη. Μην τα παρατάς με την πρώτη ~! Αγχώνεται με την παραμικρή ~. Με βρήκαν/μου έτυχαν/μου ήρθαν/προέκυψαν πολλές ~ιές. ΣΥΝ. αντιξοότητα, ατυχία (2), στραβή 2. ιδιορρυθμία, παραξενιά: Ο καθένας έχει τις ~ιές του. Άνθρωπος με πολλές ~ιές (= δύσ-, ιδιό-τροπος). Πβ. λόξα, χούι. [< μεσν. αναποδιά] | |
| 3309 | αναποδογυρίζω | [ἀναποδογυρίζω] α-να-πο-δο-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναποδογύρι-σα, -στηκε, -σμένος} 1. (μτβ.) γυρνώ κάτι ανάποδα: ~σε το τραπέζι. ~σμένα: ποτήρια. Πβ. αναστρέφω.|| ~σα τα πάντα μες στο σπίτι, μα δεν το βρήκα (= τα έκανα άνω-κάτω).|| (μτφ.-προφ.) Κίνημα που ~σε τις δομές της κοινωνίας. Πβ. ανα-στατώνω, -τρέπω. 2. (αμτβ.) γυρίζω ανάποδα: Το όχημα παρασύρθηκε και ~σε/~στηκε. Πβ. μπατάρω, ντελαπάρω, τουμπάρω. ● ΦΡ.: ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω βλ. κόσμος [< γαλλ. (se) renverser] | |
| 3310 | αναποδογύρισμα | [ἀναποδογύρισμα] α-να-πο-δο-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναποδογυρίζω: ~ του αυτοκινήτου (= ντελαπάρισμα, τουμπάρισμα)/της βάρκας/των καθισμάτων.|| (μτφ.) Το ~ της τύχης. | |
| 3311 | ανάποδος | , η, ο [ἀνάποδος] α-νά-πο-δος επίθ. (προφ.) 1. τοποθετημένος ή κινούμενος αντίθετα από το κανονικό: ~η: βελονιά/γραφή/μεριά/όψη/πλευρά. ~ο: τρίγωνο.|| ~η: τούμπα. ~ες: κινήσεις. Με ~η φορά. Πβ. ανά-, αντί-στροφος, αντίθετος. 2. (μτφ.-για πρόσ.) δύστροπος, στριμμένος: ~ος: άνθρωπος. Στρυφνός/γρουσούζης κι ~. Πβ. ιδιότροπος. 3. (μτφ.) δυσμενής, αντίξοος: ~ος: καιρός. Τι ~η μέρα κι αυτή! Όλα πήγαν στραβά. ΑΝΤ. αίσιος, ευνοϊκός (3) ● Ουσ.: ανάποδο (το): αντίστροφο, αντίθετο: Παρουσιάζει το μαύρο άσπρο και το ~. Κάνει το ~ απ' αυτό που πρέπει. Ισχύει το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (ανάποδο) ψαλίδι βλ. ψαλίδι, ανάποδο τιμόνι βλ. τιμόνι ● ΦΡ.: παίρνω ανάποδες (στροφές) (αργκό): θυμώνω πολύ, εξοργίζομαι., τα στραβά και τ' ανάποδα (μτφ.): τα κακώς κείμενα, οι αρνητικές πλευρές μιας κατάστασης: Αποκαλύπτει ~ ~., κακός, ψυχρός κι ανάποδος βλ. ψυχρός ● βλ. ανάποδη [< μεσν. ανάποδος] | |
| 3312 | αναπόδραστος | , η, ο [ἀναπόδραστος] α-να-πό-δρα-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αναπόφευκτος, αναπότρεπτος: ~η: ανάγκη/μοίρα/συνέπεια. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του θανάτου/της μοίρας. ΣΥΝ. άφευκτος ● επίρρ.: αναπόδραστα [< αρχ. ἀναπόδραστος] | |
| 3313 | αναπόληση | [ἀναπόληση] α-να-πό-λη-ση ουσ. (θηλ.): νοσταλγική ανάκληση (στη μνήμη) ευχάριστων κυρ. βιωμάτων: μελαγχολική/οδυνηρή/ρομαντική/τρυφερή ~. ~ της νιότης/όμορφων στιγμών. ~ήσεις του παρελθόντος. Πβ. ανάμνηση. ΣΥΝ. αναθύμηση [< μτγν. ἀναπόλησις] | |
| 3314 | αναπολόγητος | , η, ο [ἀναπολόγητος] α-να-πο-λό-γη-τος επίθ. (λόγ.): χωρίς να (έχει) απολογηθεί: Καταδικάστηκε/τιμωρήθηκε ~. [< μτγν. ἀναπολόγητος] | |
| 3315 | αναπολώ | [ἀναπολῶ] α-να-πο-λώ ρ. (μτβ.) {αναπολ-είς ... | αναπόλ-ησα, -ώντας}: ανακαλώ, συνήθ. νοσταλγικά, στη μνήμη: ~ τις καλοκαιρινές διακοπές/τα παιδικά χρόνια (με συγκίνηση). Πβ. ανατρέχω, νοσταλγώ. ΣΥΝ. αναθυμάμαι & αναθυμούμαι, αναλογίζομαι (2) [< αρχ. ἀναπολῶ] | |
| 3316 | αναπομπή | [ἀναπομπή] α-να-πο-μπή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπέμπω: ~ απόφασης/διορισμού/νόμου. ~ της υπόθεσης στο Πρωτοδικείο. Αίτηση/δικαίωμα ~ής. ~ές εκλογών. Η ~ έγινε αποδεκτή/απορρίφθηκε/έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Πβ. παραπομπή. [< μτγν. ἀναπομπή ‘αποστολή προς την ενδοχώρα’, γαλλ. renvoi] | |
| 3317 | αναπόσβεστος | , η, ο [ἀναπόσβεστος] α-να-πό-σβε-στος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που δεν έχει αποσβεστεί: ~η: αξία (παγίων). ~ο: κόστος. ~ες: δαπάνες. Πβ. ανεξόφλητος. [< μτγν. ἀναπόσβεστος ‘αυτός που δεν μπορεί να σβηστεί’] | |
| 3319 | αναποτελεσματικός | , η, ο [ἀναποτελεσματικός] α-να-πο-τε-λε-σμα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που δεν είναι αποτελεσματικός: ~ός: χειρισμός. ~ό: μέσο. ~ές: ενέργειες/προσπάθειες. Ανεπαρκή και ~ά μέτρα. Βλ. ανενεργός. ΣΥΝ. άκαρπος (1), αλυσιτελής, ατελέσφορος ● επίρρ.: αναποτελεσματικά [< γαλλ. inefficace] | |
| 3320 | αναποτελεσματικότητα | [ἀναποτελεσματικότητα] α-να-πο-τε-λε-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη αποτελεσματικότητας: διοικητική/κοινωνική ~. ~ των μέτρων/υπαλλήλων. Αδράνεια/ανεπάρκεια/γραφειοκρατία και ~. [< γαλλ. inefficacité] | |
| 3322 | αναποφασιστικότητα | [ἀναποφασιστικότητα] α-να-πο-φα-σι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): έλλειψη αποφασιστικότητας: ~ των επενδυτών. Βλ. αναβλητικ-, διστακτικ-, παθητικ-ότητα. ΣΥΝ. αβουλία (1), αμφιταλάντευση [< γαλλ. indécision, irrésolution] | |
| 3323 | αναποφάσιστος | , η, ο [ἀναποφάσιστος] α-να-πο-φά-σι-στος επίθ. 1. που διστάζει να πάρει (μια) απόφαση: ~ος: αγοραστής. ~ ανάμεσα σε δύο επιλογές/για το πώς να ενεργήσει. Στεκόταν ~ μπροστά στην πόρτα. Πβ. δίβουλος, δίγνωμος, μετέωρος. ΣΥΝ. ακαταστάλακτος & ακαταστάλαχτος (1) ΑΝΤ. αποφασισμένος 2. που δεν παίρνει εύκολα αποφάσεις. Πβ. ανασφαλής. ΣΥΝ. άβουλος, διστακτικός ΑΝΤ. αποφασιστικός (2) ● Ουσ.: αναποφάσιστοι (οι): ψηφοφόροι χωρίς σαφή κομματικό προσδιορισμό, που αποφασίζουν τι θα ψηφίσουν λίγο πριν από τις εκλογές. [< γαλλ. indécis, irrésolu] | |
| 3324 | αναπόφευκτος | , η, ο [ἀναπόφευκτος] α-να-πό-φευ-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι δυνατόν να τον αποφύγει κανείς: ~ος: κίνδυνος. ~η: αλήθεια/αλλαγή/αποτυχία/ήττα/κρίση/σύγκρουση/συνέπεια. ~ο: γεγονός/κακό. ~ες: συγκρίσεις. Φυσικό και ~ο το πέρασμα του χρόνου. Ήταν ~ο να προκληθούν επεισόδια. Βλ. αναγκαίος, επιβεβλημένος, υποχρεωτικός. ΣΥΝ. αναπόδραστος, αναπότρεπτος, μοιραίος (2) ● Ουσ.: αναπόφευκτο (το): το γεγονός που δεν μπορεί να αποφευχθεί, το μοιραίο, συνήθ. ο θάνατος. ● επίρρ.: αναπόφευκτα [< γαλλ. inévitable] | |
| 3325 | αναποφλοίωτος | , η, ο [ἀναποφλοίωτος] α-να-πο-φλοί-ω-τος επίθ. (λόγ.): (για κόκκους δημητριακών) που δεν έχει αποφλοιωθεί: ~ο: ρύζι. Πβ. ακατέργαστος. Βλ. ολικής αλέσεως. ΑΝΤ. αποφλοιωμένος [< γαλλ. non décortiqué] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ