| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42020 | ποτοπωλείο | [ποτοπωλεῖο] πο-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται ποτά. Πβ. κάβα. Βλ. -πωλείο. | |
| 42021 | ΠΟΥ | (ο): Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. | |
| 42022 | πού | [ποῦ] επίρρ. (εισάγει ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) 1. σε ποιον τόπο, σε ποιο μέρος ή σημείο;: ~ έχει κρυφτεί/θα μείνεις; Πρόσεχε ~ πατάς! ~ στο καλό ήσουν και σ' έψαχνα; Ζητά πληροφορίες για το ~ βρίσκεται το δημαρχείο.|| Από ~ είσαι (= κατάγεσαι); Από ~ το αγόρασες; (απειλητ.) Αν τον πιάσω στα χέρια μου, δεν θα ξέρει από ~ να φύγει. Προς τα ~ πας;|| (προφ.) Κατά ~ πέφτει το ...; Βλ. κάπου, όπου. 2. πώς, με ποιον τρόπο;: (απορία, έκπληξη:) ~ στο καλό το ανακάλυψες; Δεν γνωρίζω (από) ~ το έμαθε. ~ να το ξέρω/σκεφτώ πως ήσουν άρρωστος;|| (αγανάκτηση, δυσαρέσκεια:) Εδώ έχει γίνει χαμός, αλλά ~ να (το) καταλάβεις/πάρεις χαμπάρι εσύ!|| (άρνηση:) Μπα, ~ να το θυμηθεί! (= δεν το θυμήθηκε).|| (+ να + παρατ., ανεκπλήρωτη ευχή ή κάτι που δεν έγινε) ~ να ήξερα τι θα γινόταν; ~ να τον έβλεπες κιόλας. Βλ. μακάρι. ● ΦΡ.: αλλά πού (αυτός)! (προφ.): δηλώνεται εμφατικά άρνηση: Νόμιζα ότι θα με άκουγε, ~ ~., από πού κι ως πού (προφ., σε ερωτήσεις, εκφρ. δυσαρέσκειας): πώς γίνεται, πώς μπορεί να: ~ ~ μού μιλάς έτσι/τέτοια οικειότητα;, για πού το 'βαλες; (προφ.): σε ποιο μέρος πηγαίνεις;: ~ ~ έτσι βιαστικός; Επ, ~ ~!, και πού 'σαι (προφ.): πριν από κάποια προτροπή, ως τελικό συμπλήρωμα του λόγου: Α, ~ ~, πάρε κανένα τηλέφωνο!, πού ... για ... (προφ.): δεν υπάρχει, δεν έχω/έχουμε: πού διάθεση/καιρός/λεφτά για διακοπές., πού και πού (προφ.): καμιά φορά, σπάνια: Μου τηλεφωνεί ~ ~.|| ~ ~ έβλεπες και μερικά πεύκα. ΣΥΝ. αραιά και πού, κάπου κάπου, πότε πότε, πού να 'σουν (προφ.) 1. (+ να) μακάρι να ήσουν: ~ ~ (από μια μεριά) να 'βλεπες τι έγινε! 2. (+ και) φαντάσου να ήσουν: ~ ~ και μαζί μας δηλαδή!, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις (προφ.): λέγεται όταν κάποιος περνά υπερβολικά πολλές ώρες σε συγκεκριμένο χώρο ή τόπο: ~ ~, μπροστά σ' έναν υπολογιστή κάθεται., πού τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους σου; (προφ.): γιατί είσαι αφηρημένος, τι σε απασχολεί; ~ ~ και είσαι τόσο μελαγχολικός;, (από) πού/πώς το κατάλαβες; βλ. καταλαβαίνω, από πού ν' αρχίσω (και πού να τελειώσω) βλ. αρχίζω, αραιά και πού βλ. αραιός, αργά και πού βλ. αργά, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, εκεί/πού να δεις βλ. βλέπω, και πού να σφίξουν/να πιάσουν οι ζέστες! βλ. σφίγγω, και πού 'σαι ακόμα/ακόμη βλ. ακόμα & ακόμη, ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν βλ. περιμένω, πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...; βλ. ακούω, πού (το) βλέπεις/είδες (κάτι); βλ. βλέπω, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου; βλ. μυαλό, πού ζεις; βλ. ζω1, πού θα (μου) πάει βλ. πηγαίνω & πάω, πού θα πάει; βλ. πηγαίνω & πάω, πού μυαλό;/δεν έχω μυαλό για κάτι βλ. μυαλό, πού να στα/σας τα/σου τα λέω βλ. λέω, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; βλ. βρίσκω, πού σε είδα, πού σε ξέρω βλ. βλέπω, πού τέτοια τύχη! βλ. τύχη, πού το βρήκες γραμμένο; βλ. βρίσκω, πού το πας; βλ. πηγαίνω & πάω, πού το(ν)/την ψώνισες (αυτό(ν)/αυτήν το(ν)/την ...); βλ. ψωνίζω, σε ποιον/πού τα πουλάς αυτά; βλ. πουλώ [< αρχ. ποῦ] | |
| 42023 | που | αναφ. αντων. {άκλ.} (εισάγει δευτερεύουσα αναφορική πρόταση) 1. ο οποίος, η οποία, το οποίο: Ψηφίστηκε ο νόμος ~ προβλέπει ... Η ιστορία ~ άκουσες είναι αληθινή. Πήρε αυτό ~ ήθελε. Πώς θα βρω το πρόγραμμα ~ με ενδιαφέρει; Οι εικόνες ~ παρουσιάζονται εδώ, αποτελούν ... Άτομα ~ αναζητούν εργασία. Συμμετοχή στη γνώση, ~ πάει να πει (= πράγμα το οποίο σημαίνει) συμμετοχή στο μέλλον.|| (προφ.) Ποιος είναι ο λόγος ~ αποτύχατε (= για τον οποίο); Το σχολείο ~ (= από το οποίο) αποφοίτησα. Η ταχύτητα ~ (= με την οποία) κινείται το φορτίο ...|| (κακοφωνία) Συμφωνία, ~ στη συνέχεια αθετήθηκε. 2. (εισάγει επιρρηματικές αναφορικές προτάσεις, που δηλώνουν αιτία, σκοπό, αποτέλεσμα, παραχώρηση) επειδή, για να, ώστε, παρόλο που: Λυπάμαι, ~ σε πίκρανα. Στενοχωρήθηκε, ~ δεν τα κατάφερε.|| Δεν βρίσκω εφαρμογή, ~ (= τέτοια ώστε) να συμβαδίζει με τον τρόπο εργασίας μου.|| Εσύ, ~ έχεις κοφτερό μυαλό, δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι ... ● ΦΡ.: εμένα που με βλέπεις βλ. βλέπω, πράγμα που/το οποίο ... βλ. πράγμα [< μεσν. οπού < αρχ. ὅπου] | |
| 42024 | που | επίρρ. (άτονο) 1. δηλώνει τόπο, τρόπο: Συνέχισε την ανάγνωση από 'κει ~ (= από όπου) είχε μείνει. Kάλλιο αργά παρά ποτέ, ~ (= όπως) λέει και ο λαός. 2. (σε επιφωνηματικές προτάσεις) δηλώνει κατάρα ή σπανιότ. ευχή, θαυμασμό ή απαξίωση, χαρά ή λύπη: (+ να) Α! ~ να φας τη γλώσσα σου! ~ να πάρει η οργή! ~ να μη σώσεις, κακούργα! ~ να μη δεις καλό!|| ~ να σε χαρώ και να σε δω μεγάλο/νυφούλα! Τελικά είχα δίκιο ~ να μην είχα.|| (ύστερα από επίθ., επίρρ., αντων. ή ουσ.) Τι καλός ~ είναι! Καλά ~ το κατάλαβε! Ευτυχώς ~ είναι έτσι τα πράγματα! Άλλο ~ δεν ήθελε! Συμφορά ~ με βρήκε!|| Και να ~ έφτασε η ώρα.|| (με αιτιολογική σημ.) Κρίμα ~ δεν με πιστεύεις! Συγγνώμη ~ παρεμβαίνω!|| (ανάμεσα σε δύο όμοιους ρηματικούς τ., για να δηλωθεί ότι κάτι έγινε ή ισχύει ούτως ή άλλως, άρα μπορεί να επηρεάσει ό,τι θα ακολουθήσει) Είναι ~ είναι κουρασμένοι, ας μην τους κουράζουμε κι εμείς με τις υπερβολές μας. Ήρθες ~ ήρθες, δεν έφερνες και τίποτα να φάμε; ● ΦΡ.: (αλλά/αμ/μα/όμως) έλα που/έλα όμως που βλ. έλα, εκεί που βλ. εκεί, ίσα που βλ. ίσα1, ούτε/μήτε που βλ. ούτε, όχι που βλ. όχι, που λέει ο λόγος βλ. λόγος, που λες/λέτε βλ. λέω [< μεσν. που] | |
| 42025 | που | σύνδ. (εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις) 1. (χρον.) όταν, ενώ, ενόσω, αφού, αφότου: Τώρα ~ φεύγει, καταλαβαίνω την αξία του. Με το ~ έφτασε, συνάντησε δυσκολίες. Τότε ~ ήμασταν παιδιά, δεν είχαμε σκοτούρες. Τη μέρα ~ τον επισκέφθηκα, μου ζήτησε δανεικά. Την ώρα ~ οδηγούσε, μιλούσε στο κινητό. Το πρωί ~ ξεκινήσαμε από το σπίτι, τους συναντήσαμε. Τη γνωρίζω από τότε ~ ήταν παιδάκι. Πόσο καιρό έχει ~ έφυγε; 2. (αιτιολογικές) γιατί, επειδή: Χαίρομαι ~ είσαι καλά. Λυπήθηκε/στενοχωρήθηκε ~ τους είδε να μαλώνουν. Βαριέται ~ ζει. Αγανάκτησα ~ δεν μπορούσα να βρω μια άκρη. Με συγχωρείς ~ δεν σε περίμενα. Καυχιέται ~ ... 3. (συμπερασματικές, συνήθ. προηγούνται οι αντων. τόσος, τέτοιος ή τα επιρρ. έτσι, τόσο) ώστε: Η ησυχία ήταν τόση/τέτοια, ~ ακουγόταν και ο παραμικρός ψίθυρος. Η κατάσταση θα αντιμετωπιστεί έτσι, ~ και τα δυο μέρη να είναι ευχαριστημένα. Ήταν τόσο μεγάλη η έκπληξή μου, ~ έμεινα με το στόμα ανοιχτό. 4. (εναντιωματικές ή παραχωρητικές) αν και, ακόμη κι αν: Και ~ τα έγραψες, δεν ιδρώνει τ' αυτί τους. Βλ. παρόλο.|| (+ να) Δεν πρόκειται να σου το αποκαλύψω, ~ να πέσεις στα πόδια μου. 5. (ειδικές) ότι, πως, να: Με είδε ~ φώναζα και πλησίασε. Δεν τους άκουσες ~ μάλωναν; Το πρόσεξα ~ το ανέφερε. Την είχε πάρει ο ύπνος κι έτσι δεν κατάλαβε ~ γύρισε. Είναι ευτύχημα ~ δεν υπήρξαν απώλειες. Του βγήκε σε καλό ~ έμεινε σπίτι (= το ότι). Όχι ~ με νοιάζει, αλλά δεν το περίμενα. ● ΦΡ.: είναι που (προφ.) 1. αυτό συμβαίνει επειδή: Δεν ~ ~ δεν θέλουμε, ~ ~ δεν μπορούμε. 2. (ακολουθούν τα αλλιώς ή ειδάλλως) δηλώνει την αιτία για την οποία δεν μπορεί να συμβεί αυτό που αναφέρεται στη συνέχεια: ~ ~ έχω κουραστεί, αλλιώς θα μαγείρευα., σαν ... που είμαι/είσαι/είναι (μετά το σαν ακολουθεί επίθετο): επειδή είμαι/είσαι: Σαν έξυπνη κοπέλα που είσαι, πρέπει να το κατάλαβες., τώρα είναι που ...: δηλώνει την πιο δύσκολη, σημαντική ή ενδεδειγμένη στιγμή: ~ ~ αρχίζουν τα δύσκολα. ~ ~ πρέπει να αγωνιστούμε με μεγαλύτερη δύναμη., εκεί που βλ. εκεί, κάθε φορά που βλ. κάθε, και τι που ... βλ. τι, μια(ς) και/που βλ. μια & μιας, όσο που βλ. όσο, τη στιγμή που βλ. στιγμή [< μεσν. που] | |
| 42026 | πουά | που-ά επίθ. {άκλ.}: που έχει βούλες: ~ πουκάμισο/ύφασμα/φόρεμα.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο σχέδιο :) Φέτος θα φορεθούν πολύ τα ~. Βλ. ριγέ. [< γαλλ. pois] | |
| 42027 | πουαντιλισμός | που-α-ντι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & πουαντιγισμός: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική τεχνική, σύμφωνα με την οποία η απόδοση των αντικειμένων γίνεται με τη μορφή χρωματικών κουκκίδων πάνω στην επιφάνεια του πίνακα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. pointillisme] | |
| 42028 | πουγκί | που-γκί ουσ. (ουδ.) {πουγκ-ιού} & πουγγί 1. (παλαιότ.) σακουλάκι για αποθήκευση ή/και μεταφορά χρημάτων: δερμάτινο/υφασμάτινο ~. ~ με λίρες/χρυσά νομίσματα.|| Τσαντάκι ~ (: σε σχήμα ~ιού). Βλ. πορτοφόλι. 2. (συνεκδ.) σημαντικό χρηματικό απόθεμα, κομπόδεμα. Πβ. σερμαγιά. 3. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό τυλιγμένο συνήθ. σε φύλλο, ώστε να μοιάζει με πουγκί: ~ λαχανικών. ● Υποκ.: πουγκάκι (το) [< μεσν. πουγγί < πούγγα] | |
| 42029 | πούδρα | πού-δρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πούντρα 1. σκόνη που χρησιμοποιείται κυρ. στο μακιγιάζ του προσώπου για την κάλυψη των ατελειών και τη λείανση της επιδερμίδας: αρωματική ~. ~ λάμψης/σταθεροποίησης. Βλ. μέικ απ.|| Παιδική ~ (= ταλκ). ~ μαλλιών/ποδιών/σώματος. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει τη μορφή της: πολυεστερική ~. Ηλεκτροστατική βαφή-~. ● Υποκ.: πουδρίτσα (η) [< μεσν. πούδρα, γαλλ. poudre] | |
| 42030 | πουδράρισμα | που-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πουδράρω. Βλ. -ισμα. | |
| 42031 | πουδράρω | που-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {πούδραρ-ε κ. πουδράρ-ισε, -ίστηκε, -ισμένος}: βάζω πούδρα: ~ τον λαιμό/το πρόσωπό μου. Δεν βγαίνει ποτέ έξω, αν δεν έχει ~ιστεί. Βλ. μακιγιάρω. [< γαλλ. poudrer] | |
| 42032 | πουδριέρα | που-δριέ-ρα ουσ. (θηλ.): κουτί με πούδρα, σφουγγαράκι και καθρέφτη για το μακιγιάρισμα. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. poudrier] | |
| 42033 | πουέντ | που-έντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ειδικό παπούτσι κλασικού μπαλέτου με σκληρή μύτη, χάρη στο οποίο μπορεί η χορεύτρια να στέκεται ή/και να χορεύει στις μύτες των ποδιών: ~ μπαλαρίνας. [< γαλλ. pointe] | |
| 42034 | πούθε | [ποῦθε] πού-θε επίρρ. (λαϊκό): από πού: ~ κρατάει η σκούφια του; (εμφατ.) Από ~ έρχεται;|| Για ~ (= πού) τράβηξε; [< μεσν. πούθεν < αρχ. πόθεν] | |
| 42035 | πουθενά | που-θε-νά επίρρ. 1. (με άρνηση) σε κανένα μέρος, σημείο, τόπο: Ψάχνω, αλλά ~ δεν μπορώ να βρω το πορτοφόλι μου. Δεν θέλω να πάω ~ με τέτοιο κρύο.|| Δεν είναι χρήσιμος ~ (: σε κανένα τομέα). ΑΝΤ. παντού 2. (με ερώτηση) σε κάποιο μέρος, κάπου: Πάμε ~ να τα πούμε; Με έπιασε πονοκέφαλος, μήπως έχεις ~ καμιά ασπιρίνη; ● ΦΡ.: από το πουθενά (νεαν. αργκό): ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση: Εμφανίστηκε ~ ~ (= στο άσχετο)., βρίσκομαι/είμαι στο πουθενά/στη μέση του πουθενά: σε άγνωστη και συνήθ. έρημη περιοχή: Το σπίτι του είναι ~ ~. | |
| 42036 | πουθενάς | που-θε-νάς ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): άχρηστος, τιποτένιος· (συνήθ. για αξιωματούχο ή δημόσιο υπάλληλο) που δεν εμφανίζεται όταν και όπου πρέπει. Βλ. ανύπαρκτος, -άς. | |
| 42037 | πουκαμίσα | που-κα-μί-σα ουσ. (θηλ.) 1. μακρύ και συνήθ. φαρδύ πουκάμισο που φοριέται εξωτερικά: γυναικεία/μεταξωτή/μοντέρνα ~. 2. (παλαιότ.) μακρύ νυχτικό. ΣΥΝ. καμιζόλα | |
| 42038 | πουκαμισιά | που-κα-μι-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συχνά ειρων.): καλό, ωραίο ή/και ακριβό πουκάμισο: Τι φοβερή ~ είναι αυτή που φοράς! Βλ. κουστουμιά. | |
| 42039 | πουκάμισο | που-κά-μι-σο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίσου} & (σπάν.-λόγ.) υποκάμισο 1. ελαφρύ ένδυμα που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος, κουμπώνει μπροστά, έχει γιακά και συνήθ. μακριά ή κοντά μανίκια: αμάνικο/βαμβακερό/εμπριμέ/λευκό/λινό/μεταξωτό/μονόχρωμο/τζιν ~. Ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~α.|| (κατ' επέκτ.) ~α εικόνων (: ασημένια επένδυση με την οποία καλύπτονται παλιά κυρ. εικονίσματα). 2. το δέρμα του φιδιού, που αποβάλλεται κατά τη διάρκεια του χρόνου. ● Υποκ.: πουκαμισάκι (το) ● ΦΡ.: άδειο/αδειανό πουκάμισο: χωρίς περιεχόμενο, αντίκρισμα: ιδεολογίες που είναι άδεια ~α. Μάχη για ~ ~ (= μάταιη)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα βλ. αλλάζω [< 1: μεσν. πουκάμισον < πβ. μτγν. καμίσιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ