Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42600-42620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42030πουδράρισμαπου-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πουδράρω. Βλ. -ισμα.
42031πουδράρωπου-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {πούδραρ-ε κ. πουδράρ-ισε, -ίστηκε, -ισμένος}: βάζω πούδρα: ~ τον λαιμό/το πρόσωπό μου. Δεν βγαίνει ποτέ έξω, αν δεν έχει ~ιστεί. Βλ. μακιγιάρω. [< γαλλ. poudrer]
42032πουδριέραπου-δριέ-ρα ουσ. (θηλ.): κουτί με πούδρα, σφουγγαράκι και καθρέφτη για το μακιγιάρισμα. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. poudrier]
42033πουέντπου-έντ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ειδικό παπούτσι κλασικού μπαλέτου με σκληρή μύτη, χάρη στο οποίο μπορεί η χορεύτρια να στέκεται ή/και να χορεύει στις μύτες των ποδιών: ~ μπαλαρίνας. [< γαλλ. pointe]
42034πούθε[ποῦθε] πού-θε επίρρ. (λαϊκό): από πού: ~ κρατάει η σκούφια του; (εμφατ.) Από ~ έρχεται;|| Για ~ (= πού) τράβηξε; [< μεσν. πούθεν < αρχ. πόθεν]
42035πουθενάπου-θε-νά επίρρ. 1. (με άρνηση) σε κανένα μέρος, σημείο, τόπο: Ψάχνω, αλλά ~ δεν μπορώ να βρω το πορτοφόλι μου. Δεν θέλω να πάω ~ με τέτοιο κρύο.|| Δεν είναι χρήσιμος ~ (: σε κανένα τομέα). ΑΝΤ. παντού 2. (με ερώτηση) σε κάποιο μέρος, κάπου: Πάμε ~ να τα πούμε; Με έπιασε πονοκέφαλος, μήπως έχεις ~ καμιά ασπιρίνη; ● ΦΡ.: από το πουθενά (νεαν. αργκό): ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση: Εμφανίστηκε ~ ~ (= στο άσχετο)., βρίσκομαι/είμαι στο πουθενά/στη μέση του πουθενά: σε άγνωστη και συνήθ. έρημη περιοχή: Το σπίτι του είναι ~ ~.
42036πουθενάςπου-θε-νάς ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): άχρηστος, τιποτένιος· (συνήθ. για αξιωματούχο ή δημόσιο υπάλληλο) που δεν εμφανίζεται όταν και όπου πρέπει. Βλ. ανύπαρκτος, -άς.
42037πουκαμίσαπου-κα-μί-σα ουσ. (θηλ.) 1. μακρύ και συνήθ. φαρδύ πουκάμισο που φοριέται εξωτερικά: γυναικεία/μεταξωτή/μοντέρνα ~. 2. (παλαιότ.) μακρύ νυχτικό. ΣΥΝ. καμιζόλα
42038πουκαμισιάπου-κα-μι-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συχνά ειρων.): καλό, ωραίο ή/και ακριβό πουκάμισο: Τι φοβερή ~ είναι αυτή που φοράς! Βλ. κουστουμιά.
42039πουκάμισοπου-κά-μι-σο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίσου} & (σπάν.-λόγ.) υποκάμισο 1. ελαφρύ ένδυμα που φοριέται στο πάνω μέρος του σώματος, κουμπώνει μπροστά, έχει γιακά και συνήθ. μακριά ή κοντά μανίκια: αμάνικο/βαμβακερό/εμπριμέ/λευκό/λινό/μεταξωτό/μονόχρωμο/τζιν ~. Ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~α.|| (κατ' επέκτ.) ~α εικόνων (: ασημένια επένδυση με την οποία καλύπτονται παλιά κυρ. εικονίσματα). 2. το δέρμα του φιδιού, που αποβάλλεται κατά τη διάρκεια του χρόνου. ● Υποκ.: πουκαμισάκι (το) ● ΦΡ.: άδειο/αδειανό πουκάμισο: χωρίς περιεχόμενο, αντίκρισμα: ιδεολογίες που είναι άδεια ~α. Μάχη για ~ ~ (= μάταιη)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα βλ. αλλάζω [< 1: μεσν. πουκάμισον < πβ. μτγν. καμίσιον]
42040πουλάδαπου-λά-δα ουσ. (θηλ.) & πουλακίδα 1. (λαϊκό) μικρή, νεαρή κότα. Βλ. -άδα. 2. ΣΤΡΑΤ. το διακριτικό σήμα των αλεξιπτωτιστών που εικονίζει δύο ανοιχτά φτερά. Βλ. μπερές. ● Υποκ.: πουλαδίτσα (η): σημ. 1. [< 1: μεσν. πουλάδα, πουλακίδα]
42041πουλάκιπου-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό πτηνό: Τα ~ια κελαηδούν/τιτιβίζουν. 2. (προφ.) το γεννητικό όργανο συνήθ. αγοριού. ΣΥΝ. τσουτσουνάκι ● ΦΡ.: (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! (προφ.): χάθηκε η ευκαιρία, η δυνατότητα: Ελπίζω να μην καθυστερήσει, γιατί τότε ~ ~. Τώρα είναι πια αργά, ~ ~., α, το πουλάκι μου! (ειρων.): όταν γίνει αντιληπτό ότι κάποιο φαινομενικά αθώο πρόσωπο έχει κάνει κάτι μεμπτό: ~ ~! Μας κορόιδευε τόσο καιρό!, ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε (προφ.): κάποιος μου είπε κρυφά: ~ ~ ότι/πως λες ψέματα. Πού το έμαθες εσύ αυτό; -Μου τό 'πε ένα πουλάκι., κοίτα το πουλάκι! (συνήθ. παλαιότ.): για να εστιαστεί η προσοχή του προσώπου που φωτογραφίζεται στον φακό., πουλάκι μου: οικ. προσφών. πολυαγαπημένου προσώπου νεαρής ηλικίας: Κοιμάται το ~ (= μωρό) μου! Τι έχεις, ~ ~/τι έχει το ~ ~; Ήρθαν τα ~ια ~ (: πιτσουνάκια μου)!, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι που ειπώθηκε είναι άσχετο με το θέμα ή ότι κάποιος είναι αδιάφορος ή ανόητος: Καλά! ~ ~, μου φαίνεται ότι δεν ξέρει τι λέει. Εγώ προσπαθώ να του εξηγήσω, κι αυτός είναι ~ ~ (πβ. πέρα βρέχει)., τρώει σαν πουλάκι (προφ.): είναι λιτοδίαιτος., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι βλ. κοιμάμαι ● βλ. πουλί [< μεσν. πουλάκι]
42042πουλάριπου-λά-ρι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. νεαρό άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι. Πβ. αλογάκι, πόνι. ΣΥΝ. πώλος ● Υποκ.: πουλαράκι (το) [< μεσν. πουλάρι(ν) < αρχ. πωλάριον < πῶλος]
42043πουλάωβλ. πουλώ
42044πούλβερη: βλ. μπούρμπερη
42045πουλένπου-λέν ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που είναι στην αρχή της καριέρας του και υποστηρίζεται από κάποιον έμπειρο, με επιρροή: Το νέο ~ του αθλητικού συλλόγου/της εταιρείας/της πολιτικής παράταξης. 2. (στον ιππόδρομο) άλογο στο οποίο ποντάρει κάποιος, θεωρώντας το φαβορί για τη νίκη. [< γαλλ. poulain]
42046πουλερικόπου-λε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οικόσιτο πτηνό το οποίο εκτρέφεται για τα αβγά ή το κρέας του: κατεψυγμένα/φρέσκα ~ά. Συνταγές με ~ά. Εισαγωγή/εμπορία ~ών. Βλ. γαλοπούλα, κότα, χήνα. ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό
42047πούλημαπού-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πώληση: Έχω ένα σπίτι για ~. Πβ. διάθεση. ΣΥΝ. πούληση 2. (μτφ.) προδοσία με χρηματικό συνήθ. αντάλλαγμα: Οι αξίες μου δεν είναι για ~. Βλ. ξε~. [< μεσν. πούλημα < αρχ. πώλημα]
42048πουλημένος, η, ο που-λη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει πουληθεί: Ο πίνακας που ζητήσατε είναι ήδη ~. ΑΝΤ. απούλητος 2. (μειωτ.) που έχει δωροδοκηθεί, προδότης: ~ος: διαιτητής (= εξαγορασμένος, λαδωμένος, πληρωμένος). Πβ. εξωνημένος, χρηματισμένος. ● βλ. πουλώ [< μεσν. πουλημένος]
42049πούλησηπού-λη-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): πώληση. ΣΥΝ. πούλημα (1) [< μεσν. πούλησις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.