Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42600-42620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42040πουλάδαπου-λά-δα ουσ. (θηλ.) & πουλακίδα 1. (λαϊκό) μικρή, νεαρή κότα. Βλ. -άδα. 2. ΣΤΡΑΤ. το διακριτικό σήμα των αλεξιπτωτιστών που εικονίζει δύο ανοιχτά φτερά. Βλ. μπερές. ● Υποκ.: πουλαδίτσα (η): σημ. 1. [< 1: μεσν. πουλάδα, πουλακίδα]
42041πουλάκιπου-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό πτηνό: Τα ~ια κελαηδούν/τιτιβίζουν. 2. (προφ.) το γεννητικό όργανο συνήθ. αγοριού. ΣΥΝ. τσουτσουνάκι ● ΦΡ.: (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! (προφ.): χάθηκε η ευκαιρία, η δυνατότητα: Ελπίζω να μην καθυστερήσει, γιατί τότε ~ ~. Τώρα είναι πια αργά, ~ ~., α, το πουλάκι μου! (ειρων.): όταν γίνει αντιληπτό ότι κάποιο φαινομενικά αθώο πρόσωπο έχει κάνει κάτι μεμπτό: ~ ~! Μας κορόιδευε τόσο καιρό!, ένα πουλάκι μού είπε/σφύριξε (προφ.): κάποιος μου είπε κρυφά: ~ ~ ότι/πως λες ψέματα. Πού το έμαθες εσύ αυτό; -Μου τό 'πε ένα πουλάκι., κοίτα το πουλάκι! (συνήθ. παλαιότ.): για να εστιαστεί η προσοχή του προσώπου που φωτογραφίζεται στον φακό., πουλάκι μου: οικ. προσφών. πολυαγαπημένου προσώπου νεαρής ηλικίας: Κοιμάται το ~ (= μωρό) μου! Τι έχεις, ~ ~/τι έχει το ~ ~; Ήρθαν τα ~ια ~ (: πιτσουνάκια μου)!, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι που ειπώθηκε είναι άσχετο με το θέμα ή ότι κάποιος είναι αδιάφορος ή ανόητος: Καλά! ~ ~, μου φαίνεται ότι δεν ξέρει τι λέει. Εγώ προσπαθώ να του εξηγήσω, κι αυτός είναι ~ ~ (πβ. πέρα βρέχει)., τρώει σαν πουλάκι (προφ.): είναι λιτοδίαιτος., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι βλ. κοιμάμαι ● βλ. πουλί [< μεσν. πουλάκι]
42042πουλάριπου-λά-ρι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. νεαρό άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι. Πβ. αλογάκι, πόνι. ΣΥΝ. πώλος ● Υποκ.: πουλαράκι (το) [< μεσν. πουλάρι(ν) < αρχ. πωλάριον < πῶλος]
42043πουλάωβλ. πουλώ
42044πούλβερη: βλ. μπούρμπερη
42045πουλένπου-λέν ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που είναι στην αρχή της καριέρας του και υποστηρίζεται από κάποιον έμπειρο, με επιρροή: Το νέο ~ του αθλητικού συλλόγου/της εταιρείας/της πολιτικής παράταξης. 2. (στον ιππόδρομο) άλογο στο οποίο ποντάρει κάποιος, θεωρώντας το φαβορί για τη νίκη. [< γαλλ. poulain]
42046πουλερικόπου-λε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οικόσιτο πτηνό το οποίο εκτρέφεται για τα αβγά ή το κρέας του: κατεψυγμένα/φρέσκα ~ά. Συνταγές με ~ά. Εισαγωγή/εμπορία ~ών. Βλ. γαλοπούλα, κότα, χήνα. ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό
42047πούλημαπού-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πώληση: Έχω ένα σπίτι για ~. Πβ. διάθεση. ΣΥΝ. πούληση 2. (μτφ.) προδοσία με χρηματικό συνήθ. αντάλλαγμα: Οι αξίες μου δεν είναι για ~. Βλ. ξε~. [< μεσν. πούλημα < αρχ. πώλημα]
42048πουλημένος, η, ο που-λη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει πουληθεί: Ο πίνακας που ζητήσατε είναι ήδη ~. ΑΝΤ. απούλητος 2. (μειωτ.) που έχει δωροδοκηθεί, προδότης: ~ος: διαιτητής (= εξαγορασμένος, λαδωμένος, πληρωμένος). Πβ. εξωνημένος, χρηματισμένος. ● βλ. πουλώ [< μεσν. πουλημένος]
42049πούλησηπού-λη-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): πώληση. ΣΥΝ. πούλημα (1) [< μεσν. πούλησις]
42050πουλητήςπου-λη-τής ουσ. (αρσ.) (προφ.): πωλητής. [< μεσν. πουλητής]
42051πουλίπου-λί ουσ. (ουδ.) {πουλ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΝΙΘ. ωοτόκο σπονδυλωτό δίποδο ζώο που το σώμα του καλύπτεται από φτέρωμα, έχει ράμφος και φτερά και συνήθ. πετά: γλυκόλαλο/όμορφο/πολύχρωμο ~. Άγρια/αποδημητικά/αρπακτικά/ενδημικά/εξωτικά/επιδημητικά/μεταναστευτικά/νυκτόβια/παρυδάτια/προστατευόμενα/ταξιδιάρικα/υδρόβια ~ιά. Η φωλιά ενός ~ιού. Απειλούμενο/σπάνιο είδος ~ιού. Τα ~ιά του δάσους/της θάλασσας/της λίμνης/του νερού/της υπαίθρου. ~ιά συντροφιάς. Βιότοπος/κυνήγι/παρατήρηση/περίθαλψη/πληθυσμοί/προστασία/σμήνη ~ιών. Απελευθέρωση αποθεραπευμένων ~ιών. Τα ~ιά κελαηδούν/τιτιβίζουν. ~ιά που διαχειμάζουν σε υγρότοπους/τρέφονται με ψάρια (= ψαροφάγα). ΣΥΝ. πτηνό.|| (μτφ.) Σιδερένιο ~ (= αεροπλάνο). 2. κλωσόπουλο, κοτοπουλάκι. 3. (μτφ.-οικ.) πέος. ΣΥΝ. τσουτσούνι (1) 4. (με κεφαλ. Π) παιδί ηλικίας επτά ως έντεκα ετών που ανήκει σε κλάδο του οδηγισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: άπιαστο πουλί (μτφ.) 1. για να δηλωθεί κάτι που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, το απατηλό όνειρο: ~ ~ η ευτυχία. Οι προσδοκίες για οικονομική ανάκαμψη έχουν μετατραπεί σε ~ ~. 2. πανέξυπνος, ευφυΐα: Είναι ~ ~ στα μαθηματικά. Πβ. αετός. 3. για άνθρωπο αδέσμευτο, ασυμβίβαστο ή ασύλληπτο: Ήταν ένας αντικομφορμιστής κι επαναστάτης που έμεινε σε όλη του τη ζωή ~ ~., παραδείσια πουλιά βλ. παραδείσιος, ωδικά πτηνά βλ. ωδικός ● ΦΡ.: άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά (παροιμ.): για υποσχέσεις που δίνονται εύκολα, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθούν., ελεύθερο πουλί (μτφ.): άνθρωπος ανεξάρτητος, που δεν δεσμεύεται., παίζει το πουλί του & τον/την παίζει (αργκό) 1. αυνανίζεται. 2. (μτφ.) είναι παντελώς αδιάφορος και ασυνεπής: Κάθεται όλη μέρα και ~ ~. Πβ. κωλοβαρώ. ΣΥΝ. τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του, πουλί μου (χαϊδευτ.): οικ. προσφών. αγαπημένου προσώπου: Καλώς όρισες ~ ~!, (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! βλ. πουλάκι, και του πουλιού το γάλα βλ. γάλα, πιάνει πουλιά στον αέρα βλ. αέρας, πουλί του παραδείσου βλ. στερλίτσια, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται βλ. μύτη ● βλ. πουλάκι [< μεσν. πουλί]
42052πούλιπού-λι ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. πλαστικό κομμάτι σε σχήμα δίσκου, που χρησιμοποιείται σε επιτραπέζια παιχνίδια: ~ια ντάμας. Χτυπάει με δύναμη τα ~ια στο τάβλι. Βλ. πιόνι. [< τουρκ. pul]
42054ΠούλιαΠού-λια ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο αστερισμός των Πλειάδων. Βλ. Αυγερινός.πούλιες (οι): μικρά στρογγυλά πολύχρωμα διακοσμητικά, που έχουν τρύπα στη μέση, για να ράβονται πάνω σε ενδύματα: κόκκινες ~. Κέντημα/φόρεμα με ~. Βλ. παγέτες, στρας, χάντρα. [< μεσν. Πούλια < αιτ. πλειάδα του αρχ. ουσ. Πλειάς]
42055ΠούλιτζερΠού-λι-τζερ ουσ. (ουδ.): βραβείο που απονέμεται ετησίως από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια σε άτομα με εξαιρετικά επιτεύγματα στον χώρο της αμερικανικής δημοσιογραφίας, λογοτεχνίας και μουσικής. [< αμερικ. Pulitzer, αμερικ. ανθρ. J. Pulitzer, 1918]
42056πούλμανπούλ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τουριστικό λεωφορείο: κλιματιζόμενο/πολυτελές ~. ~ ... θέσεων. Ενοικίαση ~. Εκδρομή/μεταφορά/ταξίδι με ~. ● Υποκ.: πουλμανάκι (το): Πβ. μίνι μπας. [< αμερικ. Pullman, αμερικ. ανθρ. G. M. Pullman]
42057πουλμανατζήςπουλ-μα-να-τζής ουσ. (αρσ.) & πουλμαντζής (λαϊκό): επαγγελματίας οδηγός ή/και ιδιοκτήτης πούλμαν. Βλ. -τζής.
42058πουλόβερπου-λό-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλεκτό, συνήθ. μάλλινο ρούχο, με μανίκια ή χωρίς, που καλύπτει τον κορμό: βαμβακερό/ζεστό/μακρύ/στενό/χοντρό ~. ~ με ζιβάγκο/λαιμόκοψη. Πλέκω ~. Πάρε μαζί σου ένα ~, γιατί θα έχει ψύχρα. Βλ. μπλούζα. ● Υποκ.: πουλοβεράκι (το) ● ΦΡ.: ξήλωμα του πουλόβερ βλ. ξήλωμα [< αγγλ. pullover, γαλλ. pull-over, 1925]
42059πούλος[ποῦλος] πού-λος ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού): (μεγεθ.) πέος· κυρ. στη ● ΦΡ.: (παίρνω) τον πούλο: για κατάσταση πλήρους αποτυχίας. || (υβριστ.) Πάρε ~ και φύγε (= σπάσε, στρίβε, τζάσε)! [< μεσν. πούλ(λ)ος]
42060πούλπαπούλ-πα ουσ. (θηλ.) 1. το σαρκώδες και ζουμερό μέρος του φρούτου, το οποίο χρησιμοποιείται στην τεχνολογία τροφίμων: ~ εσπεριδοειδών/σταφυλιών. 2. παχύρρευστο υπόλειμμα της επεξεργασίας κάποιων φυτών, συνήθ. στα εργοστάσια ζάχαρης: νωπή/ξηρά ~. ~ ζαχαρότευτλων (: ως ζωοτροφή). Βλ. μελάσα. 3. προϊόν σε μορφή πολτού για μαγειρική κυρ. χρήση: ~ ελιάς/ντομάτας. [< γαλλ. pulpe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.