Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42620-42640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42061πουλώ[πουλῶ] που-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πουλ-ά κ. -άει ... | πούλ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & πουλάω 1. & (λόγ.) πωλώ {πωλ-εί, ... | πώλ-ησα, -είται, επωλήθη}: μεταβιβάζω υλικό αγαθό ή δικαίωμα σε κάποιον, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, ή προτίθεμαι να το κάνω: (για έμπορο, πωλητή) ~άει (= εμπορεύεται) βιβλία/έπιπλα/(οικιακές) συσκευές. Μου το ~ησε σε τιμή ευκαιρίας/φτηνά. ~ά (με) λιανική/χονδρική. Βλ. ακριβο~, μοσχο~, ξανα~, ξε~, δημοπρατώ, εκπλειστηριάζω, προπωλώ.|| (για ιδιοκτήτη) ~ησε το αυτοκίνητό του για/προς ... χιλιάδες ευρώ/έναντι ... χιλιάδων ευρώ. ~ησε όλα του τα υπάρχοντα. Αναγκάστηκε να ~ήσει το σπίτι του αντί πινακίου φακής/για ένα κομμάτι ψωμί/όσο όσο. Προτίθεται να ~ήσει το μερίδιό/τις μετοχές του. Πόσο (μου) το ~άς (= το δίνεις); Βλ. χαρίζω. ΑΝΤ. αγοράζω (1) 2. (μτφ.-προφ.) προδίδω: ~ησαν τις αξίες/τα ιδανικά/την πατρίδα/τους συντρόφους τους.|| ~ησε μυστικά/πληροφορίες στους ανταγωνιστές.|| Μας έταξε συνεργασία, αλλά τελικά μας ~ησε (= εγκατέλειψε, έριξε, κρέμασε). 3. (μτφ.-ειρων.) επιδεικνύω ορισμένη συμπεριφορά ή παρέχω, προσφέρω κάτι προσποιητά και υστερόβουλα: (Τους) ~άει αγριάδα/νταηλίκι/τσαμπουκά. Πβ. μοστράρω.|| Της ~άει έρωτα (= κάνει, παριστάνει τον ερωτευμένο). ~άει εκδούλευση.πουλάει: έχει μεγάλη εμπορική επιτυχία, κάνει πολλές πωλήσεις· έχει μεγάλη πέραση, ζήτηση: Τα έργα του ~άνε.|| (για καλλιτέχνη) ~ πολύ στον κόσμο (πβ. τραβάει). Τραγουδιστής που έχει ~ήσει χιλιάδες δίσκους (: είναι δημοφιλής). ● Παθ.: πουλιέμαι (μτφ.-προφ.): εξαγοράζομαι, δωροδοκούμαι: ~ήθηκαν στον εχθρό. Βλ. πουλημένος., πουλιέται & (λόγ.) πωλείται: διατίθεται προς πώληση (στην αγορά)· (συνήθ. στον αόρ.) δίνεται σε αγοραστή έναντι χρηματικού ποσού, αγοράζεται: Έκανε μια βόλτα να δει τι ~ στα μαγαζιά. Ρούχα που ~ιούνται σε ακριβή/προσιτή/χαμηλή τιμή. Προϊόντα που ~ιούνται με δόσεις/έκπτωση.|| ~ήθηκε η επιχείρηση/εταιρεία. Πίνακας που ~ήθηκε μέσω ίντερνετ/σε δημοπρασία. ~ήθηκαν όλα τα εισιτήρια (= εξαντλήθηκαν). Οι δημιουργίες του ~ιούνται ευρέως. Το βιβλίο του ~ήθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.-προφ.) Η αγάπη/υγεία δεν ~. Ορισμένες αξίες δεν ~ιούνται., πωλείται: (σε αγγελία) προορίζεται για πώληση: ~ μονοκατοικία/οικόπεδο ... τετραγωνικών μέτρων. ~ ψηφιακή βιντεοκάμερα. ~ούνται αντίκες/διαμερίσματα. Βλ. ενοικιάζεται. ● ΦΡ.: να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον (προφ.): εμένα δεν μπορείς να με κοροϊδέψεις, να με ξεγελάσεις: Την ειρωνεία σου να πας να την ~!, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο (προφ.): μεταχειρίζομαι ή είμαι ικανός να χρησιμοποιήσω οποιοδήποτε αθέμιτο μέσο, για να εκπληρώσω ορισμένο σκοπό ή να ικανοποιήσω συγκεκριμένη επιθυμία μου: Θα πούλαγα και την ψυχή μου ~ ~, για να μάθω τι σκέφτεται. [< γαλλ. vendre son âme au diable] , σε ποιον/πού τα πουλάς αυτά; (προφ.): νομίζεις ότι μπορείς να με εξαπατήσεις, να με κοροϊδέψεις;, δίνει/πουλάει και το βρακί του βλ. βρακί, κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου βλ. φιγούρα, πουλά προστασία βλ. προστασία, πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες βλ. φύκια, πουλάει και τη μάνα του βλ. μάνα, πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα βλ. παραμύθι, πουλάω μαγκιά βλ. μαγκιά, πουλάω μούρη/μόστρα βλ. μούρη, πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα βλ. πνεύμα, πουλάω τρέλα βλ. τρέλα, πούλησε τη(ν) μπάλα βλ. μπάλα, πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου βλ. τομάρι, σε πουλά(ει) και σ' αγοράζει βλ. αγοράζω ● βλ. πουλημένος [< μεσν. πουλώ < αρχ. πωλῶ, αγγλ. sell, γαλλ. vendre]
42062πούμαπού-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο αιλουροειδές θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Puma concolor, Felis concolor), με καστανόξανθο τρίχωμα, που ζει στην Αμερική και διακρίνεται για τη δύναμη και την ταχύτητά του. Βλ. πάνθηρας. ΣΥΝ. κούγκαρ [< αμερικ. puma]
42063πουνέντεςπου-νέ-ντες ουσ. (αρσ.) & πουνέντης (λαϊκό): ΝΑΥΤ. δυτικός άνεμος. Βλ. γαρμπής. ΣΥΝ. ζέφυρος [< μεσν. πουνέντες < ιταλ. ponente]
42064πούνταπού-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κρυολόγημα, κρύωμα: Άρπαξε μια ~. Πβ. πούντιασμα. [< μεσν. πούντα < ιταλ. punta]
42065πουντιάζωπου-ντιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πούντια-σα, -σμένος} (προφ.) 1. ξεπαγιάζω: ~σα να σε περιμένω τόση ώρα στο κρύο. ΣΥΝ. ξυλιάζω 2. κρυολογώ ή κάνω κάποιον να αρρωστήσει από κρύωμα: Έβγαλε το μπουφάν του και ~σε.|| Είχε όλα τα παράθυρα ανοιχτά και μας ~σε.
42066πούντιασμαπού-ντια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του πουντιάζω, πούντα: ανοιξιάτικο/γερό ~.
42067πούντραβλ. πούδρα
42068πουπουλένιος, ια, ιο που-που-λέ-νιος επίθ. 1. γεμισμένος με πούπουλα: ~ιο: μαξιλάρι/μπουφάν/πάπλωμα/στρώμα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) ιδιαίτερα μαλακός και ελαφρύς: ~ιο: άγγιγμα. Πβ. απαλός, βελούδινος.
42069πούπουλοπού-που-λο ουσ. (ουδ.) 1. καθένα από τα μαλακά και χνουδωτά φτερά των πουλιών που βρίσκονται κάτω από το σκληρό τους φτέρωμα: ~ χήνας. Λευκό ~. Μαξιλάρι/πάπλωμα με ~α. Πβ. πτίλο.|| Τη σήκωσε σαν να/λες και ήταν ~. 2. (μτφ.) κάτι εξαιρετικά ελαφρύ: Η τσάντα ήταν ~. 3. (μτφ.) αντικείμενο για ξεσκόνισμα φτιαγμένο από πούπουλα. Πβ. φτερό. ● ΦΡ.: στα πούπουλα (μτφ.): σε συνθήκες ανέσεων και ιδιαίτερης περιποίησης: Μεγάλωσε ~ ~. Την είχαν από μικρή ~ ~. Πβ. μη στάξει και μη βρέξει, στα όπα όπα., πίσσα και πούπουλα βλ. πίσσα [< βενετ. pupola· πβ. μεσν. πουπουλοτράχηλος]
42071πουργκατόριοπουρ-γκα-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΘΕΟΛ. καθαρτήριο. [< ιταλ. purgatorio]
42072πουρέιτζερπου-ρέ-ι-τζερ {άκλ.} & πουρέιντζερ (νεαν. αργκό): άτομο, συνήθ. άνδρας, σχετικά μεγάλης ηλικίας, που παριστάνει τον νέο. Βλ. πουρό, τινέιτζερ.
42073πουρέςπου-ρές ουσ. (αρσ.) : ΜΑΓΕΙΡ. πολτός πατάτας· κατ' επέκτ. οποιοσδήποτε πολτός, κυρ. από όσπρια, λαχανικά ή φρούτα και το αντίστοιχο φαγητό: χοιρινό με ~έ.|| ~ καρότου/κάστανου/μελιτζάνας/σπανάκι. Βλ. -ές. [< γαλλ. purée]
42074πουρεύωπου-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πούρε-ψε, -ψει} (νεαν. αργκό): γερνώ.
42075πουρίπου-ρί ουσ. (ουδ.) 1. ασβεστούχο υπόλειμμα που επικάθεται σε μαγειρικά σκεύη, σωλήνες και είδη υγιεινής: Ο νιπτήρας/η λεκάνη/η μπανιέρα έπιασε ~. Προϊόντα που αφαιρούν/καταπολεμούν το ~. Πβ. άλατα. 2. κάθε κατάλοιπο που επικάθεται σε επιφάνεια: ~ δοντιών. Πβ. οδοντική πλάκα, τρυγία. 3. (σπάν.) πωρόλιθος. [< μτγν. πωρίον < αρχ. πῶρος]
42076πουρίνηπου-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C5H4N4) από την οποία παράγεται το ουρικό οξύ καθώς και άλλα σημαντικά βιολογικά συστατικά. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, καφεΐνη, ξανθίνη, πυριμιδίνη. [< γερμ. Purin < νεολατ. purum acidum uricum, γαλλ. purine, 1904]
42077πουρισμόςπου-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο αντιτάχθηκε στον κυβισμό και βασίστηκε στη γεωμετρική απλότητα, την απεικόνιση αντικειμένων με συγκρατημένα χρώματα και την αναζήτηση καθαρών, λιτών μορφών. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. purisme, αγγλ. purism, 1931]
42078πουριστικός, ή, ό που-ρι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον πουρισμό: ~ή: αισθητική. [< αγγλ. purist(ic), 1939]
42079πουριτανικός, ή, ό που-ρι-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πουριτανισμό ή τον πουριτανό: ~ή: κοινωνία. ~ό: περιβάλλον. ~ά: ήθη. ● επίρρ.: πουριτανικά [< αγγλ. puritanical]
42080πουριτανισμόςπου-ρι-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υπέρμετρη και συνήθ. υποκριτική αυστηρότητα ηθών, συνήθ. ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά. 2. ΘΡΗΣΚ. πρεσβυτεριανό δόγμα που αναπτύχθηκε κατά τον 16ο και 17ο αι. και διακήρυσσε την απόλυτη προσήλωση στις Γραφές και τη συντηρητικότητα στα ήθη. Βλ. -ισμός, καλβινισμός. [< αγγλ. puritanism]
42081πουριτανός, πουριτανήπου-ρι-τα-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από πουριτανισμό. 2. ΘΡΗΣΚ. μέλος ή οπαδός του πουριτανισμού. [< αγγλ. Puritan]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.