| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42050 | πουλητής | που-λη-τής ουσ. (αρσ.) (προφ.): πωλητής. [< μεσν. πουλητής] | |
| 42051 | πουλί | που-λί ουσ. (ουδ.) {πουλ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΝΙΘ. ωοτόκο σπονδυλωτό δίποδο ζώο που το σώμα του καλύπτεται από φτέρωμα, έχει ράμφος και φτερά και συνήθ. πετά: γλυκόλαλο/όμορφο/πολύχρωμο ~. Άγρια/αποδημητικά/αρπακτικά/ενδημικά/εξωτικά/επιδημητικά/μεταναστευτικά/νυκτόβια/παρυδάτια/προστατευόμενα/ταξιδιάρικα/υδρόβια ~ιά. Η φωλιά ενός ~ιού. Απειλούμενο/σπάνιο είδος ~ιού. Τα ~ιά του δάσους/της θάλασσας/της λίμνης/του νερού/της υπαίθρου. ~ιά συντροφιάς. Βιότοπος/κυνήγι/παρατήρηση/περίθαλψη/πληθυσμοί/προστασία/σμήνη ~ιών. Απελευθέρωση αποθεραπευμένων ~ιών. Τα ~ιά κελαηδούν/τιτιβίζουν. ~ιά που διαχειμάζουν σε υγρότοπους/τρέφονται με ψάρια (= ψαροφάγα). ΣΥΝ. πτηνό.|| (μτφ.) Σιδερένιο ~ (= αεροπλάνο). 2. κλωσόπουλο, κοτοπουλάκι. 3. (μτφ.-οικ.) πέος. ΣΥΝ. τσουτσούνι (1) 4. (με κεφαλ. Π) παιδί ηλικίας επτά ως έντεκα ετών που ανήκει σε κλάδο του οδηγισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: άπιαστο πουλί (μτφ.) 1. για να δηλωθεί κάτι που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, το απατηλό όνειρο: ~ ~ η ευτυχία. Οι προσδοκίες για οικονομική ανάκαμψη έχουν μετατραπεί σε ~ ~. 2. πανέξυπνος, ευφυΐα: Είναι ~ ~ στα μαθηματικά. Πβ. αετός. 3. για άνθρωπο αδέσμευτο, ασυμβίβαστο ή ασύλληπτο: Ήταν ένας αντικομφορμιστής κι επαναστάτης που έμεινε σε όλη του τη ζωή ~ ~., παραδείσια πουλιά βλ. παραδείσιος, ωδικά πτηνά βλ. ωδικός ● ΦΡ.: άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά (παροιμ.): για υποσχέσεις που δίνονται εύκολα, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθούν., ελεύθερο πουλί (μτφ.): άνθρωπος ανεξάρτητος, που δεν δεσμεύεται., παίζει το πουλί του & τον/την παίζει (αργκό) 1. αυνανίζεται. 2. (μτφ.) είναι παντελώς αδιάφορος και ασυνεπής: Κάθεται όλη μέρα και ~ ~. Πβ. κωλοβαρώ. ΣΥΝ. τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του, πουλί μου (χαϊδευτ.): οικ. προσφών. αγαπημένου προσώπου: Καλώς όρισες ~ ~!, (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! βλ. πουλάκι, και του πουλιού το γάλα βλ. γάλα, πιάνει πουλιά στον αέρα βλ. αέρας, πουλί του παραδείσου βλ. στερλίτσια, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται βλ. μύτη ● βλ. πουλάκι [< μεσν. πουλί] | |
| 42052 | πούλι | πού-λι ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. πλαστικό κομμάτι σε σχήμα δίσκου, που χρησιμοποιείται σε επιτραπέζια παιχνίδια: ~ια ντάμας. Χτυπάει με δύναμη τα ~ια στο τάβλι. Βλ. πιόνι. [< τουρκ. pul] | |
| 42054 | Πούλια | Πού-λια ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο αστερισμός των Πλειάδων. Βλ. Αυγερινός. ● πούλιες (οι): μικρά στρογγυλά πολύχρωμα διακοσμητικά, που έχουν τρύπα στη μέση, για να ράβονται πάνω σε ενδύματα: κόκκινες ~. Κέντημα/φόρεμα με ~. Βλ. παγέτες, στρας, χάντρα. [< μεσν. Πούλια < αιτ. πλειάδα του αρχ. ουσ. Πλειάς] | |
| 42055 | Πούλιτζερ | Πού-λι-τζερ ουσ. (ουδ.): βραβείο που απονέμεται ετησίως από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια σε άτομα με εξαιρετικά επιτεύγματα στον χώρο της αμερικανικής δημοσιογραφίας, λογοτεχνίας και μουσικής. [< αμερικ. Pulitzer, αμερικ. ανθρ. J. Pulitzer, 1918] | |
| 42056 | πούλμαν | πούλ-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τουριστικό λεωφορείο: κλιματιζόμενο/πολυτελές ~. ~ ... θέσεων. Ενοικίαση ~. Εκδρομή/μεταφορά/ταξίδι με ~. ● Υποκ.: πουλμανάκι (το): Πβ. μίνι μπας. [< αμερικ. Pullman, αμερικ. ανθρ. G. M. Pullman] | |
| 42057 | πουλμανατζής | πουλ-μα-να-τζής ουσ. (αρσ.) & πουλμαντζής (λαϊκό): επαγγελματίας οδηγός ή/και ιδιοκτήτης πούλμαν. Βλ. -τζής. | |
| 42058 | πουλόβερ | που-λό-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλεκτό, συνήθ. μάλλινο ρούχο, με μανίκια ή χωρίς, που καλύπτει τον κορμό: βαμβακερό/ζεστό/μακρύ/στενό/χοντρό ~. ~ με ζιβάγκο/λαιμόκοψη. Πλέκω ~. Πάρε μαζί σου ένα ~, γιατί θα έχει ψύχρα. Βλ. μπλούζα. ● Υποκ.: πουλοβεράκι (το) ● ΦΡ.: ξήλωμα του πουλόβερ βλ. ξήλωμα [< αγγλ. pullover, γαλλ. pull-over, 1925] | |
| 42059 | πούλος | [ποῦλος] πού-λος ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού): (μεγεθ.) πέος· κυρ. στη ● ΦΡ.: (παίρνω) τον πούλο: για κατάσταση πλήρους αποτυχίας. || (υβριστ.) Πάρε ~ και φύγε (= σπάσε, στρίβε, τζάσε)! [< μεσν. πούλ(λ)ος] | |
| 42060 | πούλπα | πούλ-πα ουσ. (θηλ.) 1. το σαρκώδες και ζουμερό μέρος του φρούτου, το οποίο χρησιμοποιείται στην τεχνολογία τροφίμων: ~ εσπεριδοειδών/σταφυλιών. 2. παχύρρευστο υπόλειμμα της επεξεργασίας κάποιων φυτών, συνήθ. στα εργοστάσια ζάχαρης: νωπή/ξηρά ~. ~ ζαχαρότευτλων (: ως ζωοτροφή). Βλ. μελάσα. 3. προϊόν σε μορφή πολτού για μαγειρική κυρ. χρήση: ~ ελιάς/ντομάτας. [< γαλλ. pulpe] | |
| 42061 | πουλώ | [πουλῶ] που-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πουλ-ά κ. -άει ... | πούλ-ησα, -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & πουλάω 1. & (λόγ.) πωλώ {πωλ-εί, ... | πώλ-ησα, -είται, επωλήθη}: μεταβιβάζω υλικό αγαθό ή δικαίωμα σε κάποιον, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, ή προτίθεμαι να το κάνω: (για έμπορο, πωλητή) ~άει (= εμπορεύεται) βιβλία/έπιπλα/(οικιακές) συσκευές. Μου το ~ησε σε τιμή ευκαιρίας/φτηνά. ~ά (με) λιανική/χονδρική. Βλ. ακριβο~, μοσχο~, ξανα~, ξε~, δημοπρατώ, εκπλειστηριάζω, προπωλώ.|| (για ιδιοκτήτη) ~ησε το αυτοκίνητό του για/προς ... χιλιάδες ευρώ/έναντι ... χιλιάδων ευρώ. ~ησε όλα του τα υπάρχοντα. Αναγκάστηκε να ~ήσει το σπίτι του αντί πινακίου φακής/για ένα κομμάτι ψωμί/όσο όσο. Προτίθεται να ~ήσει το μερίδιό/τις μετοχές του. Πόσο (μου) το ~άς (= το δίνεις); Βλ. χαρίζω. ΑΝΤ. αγοράζω (1) 2. (μτφ.-προφ.) προδίδω: ~ησαν τις αξίες/τα ιδανικά/την πατρίδα/τους συντρόφους τους.|| ~ησε μυστικά/πληροφορίες στους ανταγωνιστές.|| Μας έταξε συνεργασία, αλλά τελικά μας ~ησε (= εγκατέλειψε, έριξε, κρέμασε). 3. (μτφ.-ειρων.) επιδεικνύω ορισμένη συμπεριφορά ή παρέχω, προσφέρω κάτι προσποιητά και υστερόβουλα: (Τους) ~άει αγριάδα/νταηλίκι/τσαμπουκά. Πβ. μοστράρω.|| Της ~άει έρωτα (= κάνει, παριστάνει τον ερωτευμένο). ~άει εκδούλευση. ● πουλάει: έχει μεγάλη εμπορική επιτυχία, κάνει πολλές πωλήσεις· έχει μεγάλη πέραση, ζήτηση: Τα έργα του ~άνε.|| (για καλλιτέχνη) ~ πολύ στον κόσμο (πβ. τραβάει). Τραγουδιστής που έχει ~ήσει χιλιάδες δίσκους (: είναι δημοφιλής). ● Παθ.: πουλιέμαι (μτφ.-προφ.): εξαγοράζομαι, δωροδοκούμαι: ~ήθηκαν στον εχθρό. Βλ. πουλημένος., πουλιέται & (λόγ.) πωλείται: διατίθεται προς πώληση (στην αγορά)· (συνήθ. στον αόρ.) δίνεται σε αγοραστή έναντι χρηματικού ποσού, αγοράζεται: Έκανε μια βόλτα να δει τι ~ στα μαγαζιά. Ρούχα που ~ιούνται σε ακριβή/προσιτή/χαμηλή τιμή. Προϊόντα που ~ιούνται με δόσεις/έκπτωση.|| ~ήθηκε η επιχείρηση/εταιρεία. Πίνακας που ~ήθηκε μέσω ίντερνετ/σε δημοπρασία. ~ήθηκαν όλα τα εισιτήρια (= εξαντλήθηκαν). Οι δημιουργίες του ~ιούνται ευρέως. Το βιβλίο του ~ήθηκε σε εκατομμύρια αντίτυπα.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.-προφ.) Η αγάπη/υγεία δεν ~. Ορισμένες αξίες δεν ~ιούνται., πωλείται: (σε αγγελία) προορίζεται για πώληση: ~ μονοκατοικία/οικόπεδο ... τετραγωνικών μέτρων. ~ ψηφιακή βιντεοκάμερα. ~ούνται αντίκες/διαμερίσματα. Βλ. ενοικιάζεται. ● ΦΡ.: να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον (προφ.): εμένα δεν μπορείς να με κοροϊδέψεις, να με ξεγελάσεις: Την ειρωνεία σου να πας να την ~!, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο (προφ.): μεταχειρίζομαι ή είμαι ικανός να χρησιμοποιήσω οποιοδήποτε αθέμιτο μέσο, για να εκπληρώσω ορισμένο σκοπό ή να ικανοποιήσω συγκεκριμένη επιθυμία μου: Θα πούλαγα και την ψυχή μου ~ ~, για να μάθω τι σκέφτεται. [< γαλλ. vendre son âme au diable] , σε ποιον/πού τα πουλάς αυτά; (προφ.): νομίζεις ότι μπορείς να με εξαπατήσεις, να με κοροϊδέψεις;, δίνει/πουλάει και το βρακί του βλ. βρακί, κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου βλ. φιγούρα, πουλά προστασία βλ. προστασία, πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες βλ. φύκια, πουλάει και τη μάνα του βλ. μάνα, πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα βλ. παραμύθι, πουλάω μαγκιά βλ. μαγκιά, πουλάω μούρη/μόστρα βλ. μούρη, πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα βλ. πνεύμα, πουλάω τρέλα βλ. τρέλα, πούλησε τη(ν) μπάλα βλ. μπάλα, πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου βλ. τομάρι, σε πουλά(ει) και σ' αγοράζει βλ. αγοράζω ● βλ. πουλημένος [< μεσν. πουλώ < αρχ. πωλῶ, αγγλ. sell, γαλλ. vendre] | |
| 42062 | πούμα | πού-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο αιλουροειδές θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Puma concolor, Felis concolor), με καστανόξανθο τρίχωμα, που ζει στην Αμερική και διακρίνεται για τη δύναμη και την ταχύτητά του. Βλ. πάνθηρας. ΣΥΝ. κούγκαρ [< αμερικ. puma] | |
| 42063 | πουνέντες | που-νέ-ντες ουσ. (αρσ.) & πουνέντης (λαϊκό): ΝΑΥΤ. δυτικός άνεμος. Βλ. γαρμπής. ΣΥΝ. ζέφυρος [< μεσν. πουνέντες < ιταλ. ponente] | |
| 42064 | πούντα | πού-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κρυολόγημα, κρύωμα: Άρπαξε μια ~. Πβ. πούντιασμα. [< μεσν. πούντα < ιταλ. punta] | |
| 42065 | πουντιάζω | που-ντιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πούντια-σα, -σμένος} (προφ.) 1. ξεπαγιάζω: ~σα να σε περιμένω τόση ώρα στο κρύο. ΣΥΝ. ξυλιάζω 2. κρυολογώ ή κάνω κάποιον να αρρωστήσει από κρύωμα: Έβγαλε το μπουφάν του και ~σε.|| Είχε όλα τα παράθυρα ανοιχτά και μας ~σε. | |
| 42066 | πούντιασμα | πού-ντια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του πουντιάζω, πούντα: ανοιξιάτικο/γερό ~. | |
| 42067 | πούντρα | βλ. πούδρα | |
| 42068 | πουπουλένιος | , ια, ιο που-που-λέ-νιος επίθ. 1. γεμισμένος με πούπουλα: ~ιο: μαξιλάρι/μπουφάν/πάπλωμα/στρώμα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) ιδιαίτερα μαλακός και ελαφρύς: ~ιο: άγγιγμα. Πβ. απαλός, βελούδινος. | |
| 42069 | πούπουλο | πού-που-λο ουσ. (ουδ.) 1. καθένα από τα μαλακά και χνουδωτά φτερά των πουλιών που βρίσκονται κάτω από το σκληρό τους φτέρωμα: ~ χήνας. Λευκό ~. Μαξιλάρι/πάπλωμα με ~α. Πβ. πτίλο.|| Τη σήκωσε σαν να/λες και ήταν ~. 2. (μτφ.) κάτι εξαιρετικά ελαφρύ: Η τσάντα ήταν ~. 3. (μτφ.) αντικείμενο για ξεσκόνισμα φτιαγμένο από πούπουλα. Πβ. φτερό. ● ΦΡ.: στα πούπουλα (μτφ.): σε συνθήκες ανέσεων και ιδιαίτερης περιποίησης: Μεγάλωσε ~ ~. Την είχαν από μικρή ~ ~. Πβ. μη στάξει και μη βρέξει, στα όπα όπα., πίσσα και πούπουλα βλ. πίσσα [< βενετ. pupola· πβ. μεσν. πουπουλοτράχηλος] | |
| 42071 | πουργκατόριο | πουρ-γκα-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΘΕΟΛ. καθαρτήριο. [< ιταλ. purgatorio] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ