Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42640-42660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42072πουρέιτζερπου-ρέ-ι-τζερ {άκλ.} & πουρέιντζερ (νεαν. αργκό): άτομο, συνήθ. άνδρας, σχετικά μεγάλης ηλικίας, που παριστάνει τον νέο. Βλ. πουρό, τινέιτζερ.
42073πουρέςπου-ρές ουσ. (αρσ.) : ΜΑΓΕΙΡ. πολτός πατάτας· κατ' επέκτ. οποιοσδήποτε πολτός, κυρ. από όσπρια, λαχανικά ή φρούτα και το αντίστοιχο φαγητό: χοιρινό με ~έ.|| ~ καρότου/κάστανου/μελιτζάνας/σπανάκι. Βλ. -ές. [< γαλλ. purée]
42074πουρεύωπου-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πούρε-ψε, -ψει} (νεαν. αργκό): γερνώ.
42075πουρίπου-ρί ουσ. (ουδ.) 1. ασβεστούχο υπόλειμμα που επικάθεται σε μαγειρικά σκεύη, σωλήνες και είδη υγιεινής: Ο νιπτήρας/η λεκάνη/η μπανιέρα έπιασε ~. Προϊόντα που αφαιρούν/καταπολεμούν το ~. Πβ. άλατα. 2. κάθε κατάλοιπο που επικάθεται σε επιφάνεια: ~ δοντιών. Πβ. οδοντική πλάκα, τρυγία. 3. (σπάν.) πωρόλιθος. [< μτγν. πωρίον < αρχ. πῶρος]
42076πουρίνηπου-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλική ένωση (σύμβ. C5H4N4) από την οποία παράγεται το ουρικό οξύ καθώς και άλλα σημαντικά βιολογικά συστατικά. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, καφεΐνη, ξανθίνη, πυριμιδίνη. [< γερμ. Purin < νεολατ. purum acidum uricum, γαλλ. purine, 1904]
42077πουρισμόςπου-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο αντιτάχθηκε στον κυβισμό και βασίστηκε στη γεωμετρική απλότητα, την απεικόνιση αντικειμένων με συγκρατημένα χρώματα και την αναζήτηση καθαρών, λιτών μορφών. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. purisme, αγγλ. purism, 1931]
42078πουριστικός, ή, ό που-ρι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον πουρισμό: ~ή: αισθητική. [< αγγλ. purist(ic), 1939]
42079πουριτανικός, ή, ό που-ρι-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πουριτανισμό ή τον πουριτανό: ~ή: κοινωνία. ~ό: περιβάλλον. ~ά: ήθη. ● επίρρ.: πουριτανικά [< αγγλ. puritanical]
42080πουριτανισμόςπου-ρι-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. υπέρμετρη και συνήθ. υποκριτική αυστηρότητα ηθών, συνήθ. ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά. 2. ΘΡΗΣΚ. πρεσβυτεριανό δόγμα που αναπτύχθηκε κατά τον 16ο και 17ο αι. και διακήρυσσε την απόλυτη προσήλωση στις Γραφές και τη συντηρητικότητα στα ήθη. Βλ. -ισμός, καλβινισμός. [< αγγλ. puritanism]
42081πουριτανός, πουριτανήπου-ρι-τα-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από πουριτανισμό. 2. ΘΡΗΣΚ. μέλος ή οπαδός του πουριτανισμού. [< αγγλ. Puritan]
42083πουρμπουάρπουρ-μπου-άρ ουσ. (ουδ.) & μπουρμπουάρ: φιλοδώρημα: Έδωσε καλό/μεγάλο/μικρό ~ (στον σερβιτόρο). Άφησα τα ρέστα για ~. [< γαλλ. pourboire]
42084πουρνάριπουρ-νά-ρι ουσ. (ουδ.) & (διαλεκτ.) πρινάρι: ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος (επιστ. ονομασ. Quercus coccifera) με σκληρά, στιλπνά αγκαθωτά φύλλα και ανθεκτικό ξύλο. ΣΥΝ. πρίνος ● Υποκ.: πουρναράκι (το) ● ΦΡ.: θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω [< μεσν. *πιρνάριον < πρινάριον]
42085πουρνόπουρ-νό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): πρωί· κυρ. στη ● ΦΡ.: πουρνό-πουρνό & πουρνό πουρνό: (ως επίρρ.) νωρίς το πρωί: Ξεκινήσαμε ~ ~. ΣΥΝ. ταχιά (1) [< μεσν. πουρνόν < προυνόν < μτγν. πρωινόν]
42086πούρο[ποῦρο] πού-ρο ουσ. (ουδ.): είδος μεγάλου και συνήθ. χοντρού τσιγάρου, κυλινδρικού σχήματος, από περιτυλιγμένα φύλλα εκλεκτού καπνού: αρωματικά/κουβανέζικα ~α. ~α Αβάνας. ● Υποκ.: πουράκι (το) 1. μικρό πούρο. 2. ΖΑΧΑΡ. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) γλύκισμα με τραγανό περιτύλιγμα και γέμιση συνήθ. σοκολάτα που μοιάζει με πούρο· κατ' επέκτ. κάθε γλυκό με αντίστοιχο σχήμα: ~ια μπακλαβά. [< 1: ισπ. (cigarro) puro]
42087πουρόπου-ρό ουσ. (ουδ.) (αργκό-μειωτ.): γέρος. Πβ. ραμολί, σάψαλο, χούφταλο. [< τσιγγάνικο puro]
42088πούρος, α, ο [ποῦρος] πού-ρος επίθ. (προφ.): γνήσιος, ανόθευτος: ~ο: χρυσό. Πβ. αμιγής. [< μεσν. πούρος < ιταλ. puro]
42089πουρσουίτπουρ-σου-ίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα ποδηλασίας όπου οι αντίπαλοι αθλητές ή ομάδες εκκινούν από διαμετρικά αντίθετες πλευρές της πίστας και προσπαθούν να φτάσει ο ένας τον άλλον: ατομικό/σύνθετο ~. ~ ανδρών/γυναικών [< γαλλ. poursuite]
42090πουςουσ. (αρσ.) {ποδ-ός, -α | -ες, -ών} & πόδας 1. (αρχαιοπρ.) πόδι. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους. ● ΣΥΜΠΛ.: μετρικός πους/πόδας: ΜΕΤΡ. σύνολο συλλαβών που αποτελούν τη βασική δομική μονάδα στα μέτρα κυρ. της αρχαίας ποίησης. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, ίαμβος, τροχαίος., άκρο πόδι βλ. πόδι ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά πόδας & καταπόδας (λόγ.) 1. (μτφ.) κατά γράμμα, πιστά: ~ησαν ~ το παράδειγμά του. 2. (μτφ.) έχω μικρή (βαθμολογική) διαφορά από κάποιον: Οι αντίπαλοι μας ~ούν ~. 3. πηγαίνω πίσω από κάποιον, συνήθ. παρακολουθώντας τον. Πβ. καταπόδι, ξοπίσω. ΣΥΝ. ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα (1), παίρνω (κάποιον) στο κατόπι [< αρχ. κατά πόδας] , επί ποδός (λόγ.): σε ετοιμότητα: ~ ~ πολέμου. Η τροχαία βρίσκεται/τέθηκε ~ ~ για την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας. Πβ. σε εγρήγορση., παρά πόδα & (καταχρ.) παρά πόδας: ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) ο οπλίτης να κρατήσει όρθιο το όπλο δίπλα στο δεξί του πόδι· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Βλ. αρμ, επ' ώμου. [< αρχ. πούς]
42091πουσάπςπου-σάπς ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & πους-απς: ΓΥΜΝ. κάμψεις: Κάνει ~. [< αγγλ. push-up, 1942, ιταλ. push up, 1994]
42092πούσιπού-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (λογοτ.) ομίχλη, κυρ. κοντά σε θάλασσα: πηχτό/πυκνό ~. Πβ. αχλή, καταχνιά. 2. στρώμα από πευκοβελόνες που σχηματίζεται κάτω από πεύκο. [< τουρκ. pus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.