| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42082 | πουρκουάς | πουρ-κου-άς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): ο ενδοτικός, που με την ηττοπαθή στάση του υπονομεύει εκ των ένδον την ανεξαρτησία της χώρας ή τον αγώνα της κοινωνικής τάξης του, λειτουργώντας εν τέλει ως πράκτορας του εχθρού. Πβ. πεμπτοφαλαγγίτης, προδότης. Βλ. -άς, δωσίλογος. [< γαλλ. pourquoi] | |
| 42083 | πουρμπουάρ | πουρ-μπου-άρ ουσ. (ουδ.) & μπουρμπουάρ: φιλοδώρημα: Έδωσε καλό/μεγάλο/μικρό ~ (στον σερβιτόρο). Άφησα τα ρέστα για ~. [< γαλλ. pourboire] | |
| 42084 | πουρνάρι | πουρ-νά-ρι ουσ. (ουδ.) & (διαλεκτ.) πρινάρι: ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος (επιστ. ονομασ. Quercus coccifera) με σκληρά, στιλπνά αγκαθωτά φύλλα και ανθεκτικό ξύλο. ΣΥΝ. πρίνος ● Υποκ.: πουρναράκι (το) ● ΦΡ.: θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω [< μεσν. *πιρνάριον < πρινάριον] | |
| 42085 | πουρνό | πουρ-νό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): πρωί· κυρ. στη ● ΦΡ.: πουρνό-πουρνό & πουρνό πουρνό: (ως επίρρ.) νωρίς το πρωί: Ξεκινήσαμε ~ ~. ΣΥΝ. ταχιά (1) [< μεσν. πουρνόν < προυνόν < μτγν. πρωινόν] | |
| 42086 | πούρο | [ποῦρο] πού-ρο ουσ. (ουδ.): είδος μεγάλου και συνήθ. χοντρού τσιγάρου, κυλινδρικού σχήματος, από περιτυλιγμένα φύλλα εκλεκτού καπνού: αρωματικά/κουβανέζικα ~α. ~α Αβάνας. ● Υποκ.: πουράκι (το) 1. μικρό πούρο. 2. ΖΑΧΑΡ. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) γλύκισμα με τραγανό περιτύλιγμα και γέμιση συνήθ. σοκολάτα που μοιάζει με πούρο· κατ' επέκτ. κάθε γλυκό με αντίστοιχο σχήμα: ~ια μπακλαβά. [< 1: ισπ. (cigarro) puro] | |
| 42087 | πουρό | που-ρό ουσ. (ουδ.) (αργκό-μειωτ.): γέρος. Πβ. ραμολί, σάψαλο, χούφταλο. [< τσιγγάνικο puro] | |
| 42088 | πούρος | , α, ο [ποῦρος] πού-ρος επίθ. (προφ.): γνήσιος, ανόθευτος: ~ο: χρυσό. Πβ. αμιγής. [< μεσν. πούρος < ιταλ. puro] | |
| 42089 | πουρσουίτ | πουρ-σου-ίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγώνισμα ποδηλασίας όπου οι αντίπαλοι αθλητές ή ομάδες εκκινούν από διαμετρικά αντίθετες πλευρές της πίστας και προσπαθούν να φτάσει ο ένας τον άλλον: ατομικό/σύνθετο ~. ~ ανδρών/γυναικών [< γαλλ. poursuite] | |
| 42090 | πους | ουσ. (αρσ.) {ποδ-ός, -α | -ες, -ών} & πόδας 1. (αρχαιοπρ.) πόδι. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους. ● ΣΥΜΠΛ.: μετρικός πους/πόδας: ΜΕΤΡ. σύνολο συλλαβών που αποτελούν τη βασική δομική μονάδα στα μέτρα κυρ. της αρχαίας ποίησης. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, ίαμβος, τροχαίος., άκρο πόδι βλ. πόδι ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά πόδας & καταπόδας (λόγ.) 1. (μτφ.) κατά γράμμα, πιστά: ~ησαν ~ το παράδειγμά του. 2. (μτφ.) έχω μικρή (βαθμολογική) διαφορά από κάποιον: Οι αντίπαλοι μας ~ούν ~. 3. πηγαίνω πίσω από κάποιον, συνήθ. παρακολουθώντας τον. Πβ. καταπόδι, ξοπίσω. ΣΥΝ. ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα (1), παίρνω (κάποιον) στο κατόπι [< αρχ. κατά πόδας] , επί ποδός (λόγ.): σε ετοιμότητα: ~ ~ πολέμου. Η τροχαία βρίσκεται/τέθηκε ~ ~ για την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας. Πβ. σε εγρήγορση., παρά πόδα & (καταχρ.) παρά πόδας: ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) ο οπλίτης να κρατήσει όρθιο το όπλο δίπλα στο δεξί του πόδι· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Βλ. αρμ, επ' ώμου. [< αρχ. πούς] | |
| 42091 | πουσάπς | που-σάπς ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & πους-απς: ΓΥΜΝ. κάμψεις: Κάνει ~. [< αγγλ. push-up, 1942, ιταλ. push up, 1994] | |
| 42092 | πούσι | πού-σι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (λογοτ.) ομίχλη, κυρ. κοντά σε θάλασσα: πηχτό/πυκνό ~. Πβ. αχλή, καταχνιά. 2. στρώμα από πευκοβελόνες που σχηματίζεται κάτω από πεύκο. [< τουρκ. pus] | |
| 42093 | πουσταριό | που-στα-ριό ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. (περιληπτ.) πλήθος από ομοφυλόφιλους άντρες. Βλ. -αριό. 2. (εμφατ.) πούστης. Βλ. πουταναριό. | |
| 42094 | πουστεύω | που-στεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πούστεψε} (λ. ταμπού): γίνομαι ομοφυλόφιλος. | |
| 42095 | πούστης | πού-στης ουσ. (αρσ.) {πούστηδες} (λ. ταμπού) 1. (μειωτ.) ομοφυλόφιλος άντρας. Πβ. αδελφή, κίναιδος, συκιά. 2. (υβριστ.) άτιμος, ύπουλος άντρας. 3. (οικ.) ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού: Τα κατάφερε ο ~! 4. ως οικεία προσφώνηση μεταξύ νέων: Έλα ρε ~η μου να πάμε σινεμά! Πβ. μαλάκας. ● Υποκ.: πουστάκος (ο), πουσταρέλι (το) ● Μεγεθ.: πουστάρα (η), πουσταράς (ο) (επιτατ.), πούσταρος (ο) ● ΦΡ.: ε, του πούστη (πια): ως έκφραση αγανάκτησης: ~ ~, θα το περάσω το μάθημα αυτή τη φορά! Πβ. του κερατά! [< τουρκ. puşt] | |
| 42096 | πουστιά | που-στιά ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): ανέντιμη ή ύπουλη ενέργεια ή συμπεριφορά σε βάρος κάποιου. Πβ. μπινιά. Βλ. πουτανιά. | |
| 42097 | πούστικος | , η, ο πού-στι-κος επίθ. (λ. ταμπού) 1. που σχετίζεται με τον πούστη: ~η: εμφάνιση. Πβ. αδερφίστικος.|| ~ο: φέρσιμο. Πβ. ανέντιμος, άτιμος, ύπουλος. 2. {στο ουδ.} κάτι που προκαλεί δυσκολίες, ταλαιπωρία, εκνευρισμό. Πβ. κέρατο. ● επίρρ.: πούστικα | |
| 42098 | πουστόγερος | που-στό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ηλικιωμένος άντρας, συνήθ. ομοφυλόφιλος. Βλ. κωλόγερος. | |
| 42099 | πούστρα | πού-στρα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): θηλυπρεπής ή ομοφυλόφιλος άντρας. Πβ. αδελφή, λούγκρα, συκιά. | |
| 42100 | πουτάνα | που-τά-να ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. (μειωτ.) πόρνη. 2. (υβριστ.) ανήθικη ή ανέντιμη γυναίκα: Η ~ με εξαπάτησε!|| (ως επίθ.) ~ κοινωνία/τύχη. Πβ. καριόλα, κουφάλα, ρουφιάνα. 3. ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού για καπάτσα γυναίκα: Τα κατάφερε η ~ (: η άτιμη)! ● Υποκ.: πουτανάκι (το), πουτανίτσα (η) ● Μεγεθ.: πουτανάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά πουτάνα (προφ.): πρόσωπο ιδιαίτερα πεπειραμένο και πονηρό, που είναι δύσκολο να το κοροϊδέψεις. Βλ. παλιά καραβάνα. ● ΦΡ.: γίνεται της πουτάνας (το κάγκελο) (προφ.) & (λόγ.-χιουμορ.) της (επί χρήμασι) εκδιδομένης γυναικός το κιγκλίδωμα: για μεγάλη αναταραχή, φασαρία, αναστάτωση: Πιάστηκαν στα χέρια κι έγινε ~ ~. Μόλις το έμαθε, έγινε ~ ~. Πβ. γίνεται της κακομοίρας. [< μεσν. πουτάνα < ιταλ. puttana] | |
| 42101 | πουταναριό | που-τα-να-ριό ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. (περιληπτ.) πλήθος από πουτάνες ή γυναίκες προκλητικά ντυμένες. Βλ. -αριό. 2. (εμφατ.) πόρνη. Βλ. πουσταριό. 3. οίκος ανοχής, μπουρδέλο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ