| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42093 | πουσταριό | που-στα-ριό ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. (περιληπτ.) πλήθος από ομοφυλόφιλους άντρες. Βλ. -αριό. 2. (εμφατ.) πούστης. Βλ. πουταναριό. | |
| 42094 | πουστεύω | που-στεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πούστεψε} (λ. ταμπού): γίνομαι ομοφυλόφιλος. | |
| 42095 | πούστης | πού-στης ουσ. (αρσ.) {πούστηδες} (λ. ταμπού) 1. (μειωτ.) ομοφυλόφιλος άντρας. Πβ. αδελφή, κίναιδος, συκιά. 2. (υβριστ.) άτιμος, ύπουλος άντρας. 3. (οικ.) ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού: Τα κατάφερε ο ~! 4. ως οικεία προσφώνηση μεταξύ νέων: Έλα ρε ~η μου να πάμε σινεμά! Πβ. μαλάκας. ● Υποκ.: πουστάκος (ο), πουσταρέλι (το) ● Μεγεθ.: πουστάρα (η), πουσταράς (ο) (επιτατ.), πούσταρος (ο) ● ΦΡ.: ε, του πούστη (πια): ως έκφραση αγανάκτησης: ~ ~, θα το περάσω το μάθημα αυτή τη φορά! Πβ. του κερατά! [< τουρκ. puşt] | |
| 42096 | πουστιά | που-στιά ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): ανέντιμη ή ύπουλη ενέργεια ή συμπεριφορά σε βάρος κάποιου. Πβ. μπινιά. Βλ. πουτανιά. | |
| 42097 | πούστικος | , η, ο πού-στι-κος επίθ. (λ. ταμπού) 1. που σχετίζεται με τον πούστη: ~η: εμφάνιση. Πβ. αδερφίστικος.|| ~ο: φέρσιμο. Πβ. ανέντιμος, άτιμος, ύπουλος. 2. {στο ουδ.} κάτι που προκαλεί δυσκολίες, ταλαιπωρία, εκνευρισμό. Πβ. κέρατο. ● επίρρ.: πούστικα | |
| 42098 | πουστόγερος | που-στό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ηλικιωμένος άντρας, συνήθ. ομοφυλόφιλος. Βλ. κωλόγερος. | |
| 42099 | πούστρα | πού-στρα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): θηλυπρεπής ή ομοφυλόφιλος άντρας. Πβ. αδελφή, λούγκρα, συκιά. | |
| 42100 | πουτάνα | που-τά-να ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. (μειωτ.) πόρνη. 2. (υβριστ.) ανήθικη ή ανέντιμη γυναίκα: Η ~ με εξαπάτησε!|| (ως επίθ.) ~ κοινωνία/τύχη. Πβ. καριόλα, κουφάλα, ρουφιάνα. 3. ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού για καπάτσα γυναίκα: Τα κατάφερε η ~ (: η άτιμη)! ● Υποκ.: πουτανάκι (το), πουτανίτσα (η) ● Μεγεθ.: πουτανάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά πουτάνα (προφ.): πρόσωπο ιδιαίτερα πεπειραμένο και πονηρό, που είναι δύσκολο να το κοροϊδέψεις. Βλ. παλιά καραβάνα. ● ΦΡ.: γίνεται της πουτάνας (το κάγκελο) (προφ.) & (λόγ.-χιουμορ.) της (επί χρήμασι) εκδιδομένης γυναικός το κιγκλίδωμα: για μεγάλη αναταραχή, φασαρία, αναστάτωση: Πιάστηκαν στα χέρια κι έγινε ~ ~. Μόλις το έμαθε, έγινε ~ ~. Πβ. γίνεται της κακομοίρας. [< μεσν. πουτάνα < ιταλ. puttana] | |
| 42101 | πουταναριό | που-τα-να-ριό ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. (περιληπτ.) πλήθος από πουτάνες ή γυναίκες προκλητικά ντυμένες. Βλ. -αριό. 2. (εμφατ.) πόρνη. Βλ. πουσταριό. 3. οίκος ανοχής, μπουρδέλο. | |
| 42102 | πουτανιά | που-τα-νιά ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. η ιδιότητα που χαρακτηρίζει την πόρνη. 2. ανήθικη, δόλια πράξη ή συμπεριφορά. Βλ. πουστιά. | |
| 42103 | πουτανιάρης | , α, ικο που-τα-νιά-ρης επίθ. (λ. ταμπού) 1. {στο αρσ.} που πηγαίνει συχνά σε πορνεία. 2. που έχει έντονη ερωτική ζωή· γενικότ. που έχει ανήθικη συμπεριφορά. Βλ. -ιάρης. | |
| 42104 | πουτανίστικος | , η/ια, ο που-τα-νί-στι-κος επίθ. (λ. ταμπού) 1. που σχετίζεται με την πουτάνα. Πβ. τσουλίστικος. 2. (μειωτ.) δόλιος, άτιμος. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: πουτανίστικα | |
| 42105 | πουτίγκα | που-τί-γκα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μαλακό και κρεμώδες γλύκισμα που φτιάχνεται κυρ. από αλεύρι, αβγά, βούτυρο, ζάχαρη και σταφίδες: γιορτινή/χριστουγεννιάτικη ~. ~ πορτοκαλιού/σοκολάτας/φρούτων/ψωμιού. ~ με ρύζι. [< γαλλ. pudding, pouding] | |
| 42106 | πούτσα | (η) βλ. πούτσος | |
| 42107 | πουτσαράς | [που-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού) 1. (μεγεθ.) αυτός που έχει μεγάλο πέος. Βλ. -αράς. ΣΥΝ. ψωλαράς 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) άνδρας που επιδεικνύει τη δύναμη και τον ανδρισμό του. | |
| 42108 | πούτσος | [ποῦτσος] πού-τσος ουσ. (αρσ.) & πούτσα (η) & μπούτσος (λ. ταμπού): πέος. ● ΦΡ.: στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι | |
| 42109 | πουφ | επιφών. {άκλ.}: για έκφραση ενόχλησης, αηδίας, αποστροφής συνήθ. από δυσάρεστη οσμή: ~, τι βρομάει έτσι; [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 42110 | πουφ | ουσ. (ουδ.): κυλινδρικό, συνήθ. δερμάτινο ή πλαστικό χαμηλό κάθισμα χωρίς πόδια, πλάτη και μπράτσα, το οποίο αποτελείται από μεγάλο, πολύ μαλακό μαξιλάρι γεμισμένο κυρ. με αφρολέξ ή φελιζόλ. [< γαλλ. pouf] | |
| 42111 | πουχού | που-χού {άκλ.} & που χού (προφ.): παραδείγματος/λόγου χάρη. ΣΥΝ. πιχί | |
| 42112 | ποώδης | , ης, ες πο-ώ-δης επίθ. {ποώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΟΤ. που μοιάζει με πόα: ~ης: βλάστηση. ~ες: φυτό.|| (ως ουσ.) Πολυετή ~η. Βλ. ξυλώδης, -ώδης. [< αρχ. ποώδης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ