| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42102 | πουτανιά | που-τα-νιά ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. η ιδιότητα που χαρακτηρίζει την πόρνη. 2. ανήθικη, δόλια πράξη ή συμπεριφορά. Βλ. πουστιά. | |
| 42103 | πουτανιάρης | , α, ικο που-τα-νιά-ρης επίθ. (λ. ταμπού) 1. {στο αρσ.} που πηγαίνει συχνά σε πορνεία. 2. που έχει έντονη ερωτική ζωή· γενικότ. που έχει ανήθικη συμπεριφορά. Βλ. -ιάρης. | |
| 42104 | πουτανίστικος | , η/ια, ο που-τα-νί-στι-κος επίθ. (λ. ταμπού) 1. που σχετίζεται με την πουτάνα. Πβ. τσουλίστικος. 2. (μειωτ.) δόλιος, άτιμος. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: πουτανίστικα | |
| 42105 | πουτίγκα | που-τί-γκα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μαλακό και κρεμώδες γλύκισμα που φτιάχνεται κυρ. από αλεύρι, αβγά, βούτυρο, ζάχαρη και σταφίδες: γιορτινή/χριστουγεννιάτικη ~. ~ πορτοκαλιού/σοκολάτας/φρούτων/ψωμιού. ~ με ρύζι. [< γαλλ. pudding, pouding] | |
| 42106 | πούτσα | (η) βλ. πούτσος | |
| 42107 | πουτσαράς | [που-τσα-ράς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού) 1. (μεγεθ.) αυτός που έχει μεγάλο πέος. Βλ. -αράς. ΣΥΝ. ψωλαράς 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) άνδρας που επιδεικνύει τη δύναμη και τον ανδρισμό του. | |
| 42108 | πούτσος | [ποῦτσος] πού-τσος ουσ. (αρσ.) & πούτσα (η) & μπούτσος (λ. ταμπού): πέος. ● ΦΡ.: στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι | |
| 42109 | πουφ | επιφών. {άκλ.}: για έκφραση ενόχλησης, αηδίας, αποστροφής συνήθ. από δυσάρεστη οσμή: ~, τι βρομάει έτσι; [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 42110 | πουφ | ουσ. (ουδ.): κυλινδρικό, συνήθ. δερμάτινο ή πλαστικό χαμηλό κάθισμα χωρίς πόδια, πλάτη και μπράτσα, το οποίο αποτελείται από μεγάλο, πολύ μαλακό μαξιλάρι γεμισμένο κυρ. με αφρολέξ ή φελιζόλ. [< γαλλ. pouf] | |
| 42111 | πουχού | που-χού {άκλ.} & που χού (προφ.): παραδείγματος/λόγου χάρη. ΣΥΝ. πιχί | |
| 42112 | ποώδης | , ης, ες πο-ώ-δης επίθ. {ποώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΟΤ. που μοιάζει με πόα: ~ης: βλάστηση. ~ες: φυτό.|| (ως ουσ.) Πολυετή ~η. Βλ. ξυλώδης, -ώδης. [< αρχ. ποώδης] | |
| 42114 | πραγματεία | πραγ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.): πρωτότυπη και συνήθ. εκτενής επιστημονική μελέτη: ιστορική/κλασική/φιλοσοφική ~. ~ περί του/της ... [< αρχ. πραγματεία] | |
| 42115 | πραγματεύομαι | πραγ-μα-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {πραγματεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα}: εξετάζω σε βάθος, ερευνώ διεξοδικά και αναπτύσσω ένα ζήτημα: Βιβλίο/μελέτη/επιστήμονας που ~εται το θέμα του ρατσισμού. ΣΥΝ. διαπραγματεύομαι (2) [< αρχ. πραγματεύομαι] | |
| 42116 | πραγμάτευση | πραγ-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση σε βάθος, διεξοδική έρευνα και ανάπτυξη ενός θέματος: εξαντλητική/επιστημονική/συνολική/σφαιρική/φιλοσοφική ~. Η ~ του προβλήματος. ΣΥΝ. διαπραγμάτευση (2) [< μεσν. πραγμάτευσις] | |
| 42117 | πράγματι | πράγ-μα-τι επίρρ.: πραγματικά, αληθινά: Αν θέλεις ~ να με δεις, μπορείς να μου τηλεφωνήσεις. Είναι ~ ο καλύτερος στο είδος του.|| (ως επιβεβαίωση των λεγομένων) ~, έτσι έγινε/ειπώθηκε. Είναι ~ λυπηρό αυτό που της συνέβη. Ήταν ~ ένα συναρπαστικό θέαμα. ΣΥΝ. όντως [< αρχ. πράγματι, γαλλ. de fait] | |
| 42118 | πραγματικός | , ή, ό πραγ-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην πραγματικότητα, που υπάρχει στα αλήθεια: ~ός: κίνδυνος (ΣΥΝ. υπαρκτός)/ρόλος. ~ή: (ΜΑΘ.) ανάλυση/απειλή/δουλειά/ευκαιρία/ιστορία/προϋπηρεσία. ~ό: αντικείμενο/γεγονός/δίλημμα/(ΦΥΣ.) είδωλο (ΑΝΤ. φανταστικό)/μέγεθος/μήνυμα/νόημα/περιεχόμενο/περιστατικό/πρόβλημα. ~ά: (ΧΗΜ.) αέρια (βλ. ιδανικά)/αίτια/δεδομένα/δικαιώματα/εγκλήματα/στοιχεία.|| Μόνιμος και ~ πληθυσμός. Αποκαλύφθηκε ο ~ λόγος της παραίτησής του. Δεν έγινε αμέσως αντιληπτή η ~ή αξία του έργου. Η ~ή εικόνα της οικονομίας. Η ~ή της ταυτότητα. Αποκάλυψε το ~ό του όνομα/πρόσωπο. Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι ~ές του προθέσεις.|| ~ά: πυρά (ΑΝΤ. άσφαιρα, εικονικά).|| (επιτατ.) ~ός: άντρας/αρχηγός/δικαιούχος. Είναι ένας ~ φίλος.|| (επιτατ.-μτφ.) ~ό: μαρτύριο. Το μουσείο αποτελεί ένα ~ό στολίδι στην περιοχή.|| ~ά: έργα τέχνης (= αληθινά, γνήσια).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός/πληθωρισμός. ~ό: έλλειμμα/επιτόκιο/κόστος. ~ά: εισοδήματα/έσοδα. ΑΝΤ. ονομαστικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= η πραγματικότητα). ΑΝΤ. ανύπαρκτος (1), εικονικός (1), προσποιητός, φαινομενικός, ψεύτικος (1) 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με κάποιο περιουσιακό στοιχείο, με εμπράγματη σχέση δικαίου: ~οί: φόροι (ΑΝΤ. προσωπικοί). ~ή δουλεία επί ακινήτου.|| ~ή: κύρωση (= διάταγμα που ρυθμίζει οριστικά τις αρχές θεμελιώδους ζητήματος). ● επίρρ.: πραγματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στα αλήθεια, όντως: Τι ~ αλλάζει/αξίζει/έγινε/συνέβη; Αποτελεί/είναι ένα ~ μεγάλο βήμα. Είναι ~ απελπισμένος/ελεύθερος/ευτυχισμένος. Τον έχεις ~ ανάγκη; Είναι ~ δύσκολο να ... ΣΥΝ. τωόντι & τω όντι ● ΣΥΜΠΛ.: πραγματικός χρόνος εργασίας: ο χρόνος κατά τον οποίο ο μισθωτός βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του: δικαίωμα αποζημίωσης με βάση τον ~ό ~ο ~., πραγματική/τρέχουσα αξία βλ. αξία, πραγματικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, πραγματικός αριθμός βλ. αριθμός, πραγματικός μισθός βλ. μισθός, πραγματικός χρόνος βλ. χρόνος [< μτγν. πραγματικός, γαλλ. réel, αγγλ. real] | |
| 42119 | πραγματικότητα | πραγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): οτιδήποτε υπάρχει, υφίσταται ως πράγμα, γεγονός, κατάσταση, σε αντίθεση με τη φαντασία, την αυταπάτη, το όνειρο, το φαινομενικό: αντικειμενική/δυσάρεστη/εφιαλτική/θλιβερή/μεικτή/οδυνηρή/πεζή/πολιτιστική/σύγχρονη/υπάρχουσα/υποκειμενική/υφιστάμενη/χειροπιαστή ~. Η εκπαιδευτική/ελληνική/ευρωπαϊκή/ιστορική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Παράλληλες ~ες. Αντίληψη/(ΨΥΧΑΝ.) η αρχή/όψεις της ~ας. ~ ή ψευδαίσθηση; Μια άποψη της ~ας. Επαναφορά/προσαρμογή/προσγείωση στην ~. Φυγή από την ~. Η ~ των αριθμών. Η καθημερινή ~ της αγοράς/του σχολείου. Ανάγκες/αντιμετώπιση/κατανόηση της σημερινής/σύγχρονης ~ας. Καμία από τις δύο εκδοχές δεν ανταποκρίνεται στην ~. Έκανε το όνειρό του ~ (: το πραγματοποίησε). Η ~ ξεπερνάει τη φαντασία. Η βία εξακολουθεί να είναι μια ζωντανή ~. Βρέθηκε/ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληρή/την ωμή ~. Είναι αστείο, αλλά δεν απέχει πολύ από την ~. Ξεκίνησε με όνειρα, όμως γρήγορα επανήλθε στην ~. Δημιουργήθηκε/διαμορφώθηκε μια νέα ~. Δεν έχει αίσθηση της ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. φαινομενικότητα ● ΣΥΜΠΛ.: εικονική πραγματικότητα βλ. εικονικός, επαυξημένη πραγματικότητα: ΤΕΧΝΟΛ. διευρυμένη έννοια της πραγματικότητας με τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας. [< αγγλ. augmented reality, 1992], υβριδική πραγματικότητα βλ. υβριδικός. ● ΦΡ.: έγινε πραγματικότητα: πραγματοποιήθηκε: Η ευχή του ~ ~. Ένα μεγάλο όραμα γίνεται ~ (= υλοποιείται)., εκτός πραγματικότητας: για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν αντιλαμβάνεται τα πραγματικά δεδομένα: Βρίσκεται/είναι/ζει ~ ~. Οι δηλώσεις τους είναι ~ ~., στην πραγματικότητα: στ' αλήθεια: ~ ~ δεν πρόκειται για καταστροφή, αλλά για κρίση. Νομίζει ότι είναι παντογνώστης, αλλά ~ ~ δεν ξέρει τίποτα. ΣΥΝ. στην ουσία.|| Η κατάσταση δεν είναι έτσι ~ ~ (= πραγματικά)., επαφή με την πραγματικότητα βλ. επαφή, προσγειώνω κάποιον στην πραγματικότητα βλ. προσγειώνω [< μεσν. πραγματικότης, γαλλ. réalité, αγγλ. reality, βλ. αγγλ. augmented reality, 1992] | |
| 42120 | πραγματισμός | πραγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία, σύμφωνα με την οποία αληθινή αξία υπάρχει μόνο σε ό,τι είναι πρακτικά ωφέλιμο για τον άνθρωπο και προάγει τη ζωή· κατ' επέκτ. η σχετική αντίληψη και συμπεριφορά. || Πολιτικός ~. Αντιμετωπίζει τα πάντα με ~ό, χωρίς συναισθηματισμούς. Πβ. ρεαλ-, ωφελιμ-ισμός. [< γαλλ. réalisme, pragmatisme, αγγλ. pragmatism] | |
| 42121 | πραγματιστής | πραγ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πραγματίστρια} 1. αυτός που σκέφτεται και ενεργεί με βάση την πραγματικότητα και γενικότ. την πρακτική πλευρά των πραγμάτων. ΣΥΝ. ρεαλιστής (1) 2. πρόσωπο που ασπάζεται τη θεωρία του πραγματισμού. [< 1: γαλλ. réaliste 2: γαλλ. pragmatiste, 1909, αγγλ. pragmatist] | |
| 42122 | πραγματιστικός | , ή, ό πραγ-μα-τι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον πραγματισμό: ~ή: αντίληψη/προσέγγιση. ● επίρρ.: πραγματιστικά [< γαλλ. pragmatique, pragmatiste, 1909, αγγλ. pragmatistic, 1906] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ