Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42680-42700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42114πραγματείαπραγ-μα-τεί-α ουσ. (θηλ.): πρωτότυπη και συνήθ. εκτενής επιστημονική μελέτη: ιστορική/κλασική/φιλοσοφική ~. ~ περί του/της ... [< αρχ. πραγματεία]
42115πραγματεύομαιπραγ-μα-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {πραγματεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα}: εξετάζω σε βάθος, ερευνώ διεξοδικά και αναπτύσσω ένα ζήτημα: Βιβλίο/μελέτη/επιστήμονας που ~εται το θέμα του ρατσισμού. ΣΥΝ. διαπραγματεύομαι (2) [< αρχ. πραγματεύομαι]
42116πραγμάτευσηπραγ-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση σε βάθος, διεξοδική έρευνα και ανάπτυξη ενός θέματος: εξαντλητική/επιστημονική/συνολική/σφαιρική/φιλοσοφική ~. Η ~ του προβλήματος. ΣΥΝ. διαπραγμάτευση (2) [< μεσν. πραγμάτευσις]
42117πράγματιπράγ-μα-τι επίρρ.: πραγματικά, αληθινά: Αν θέλεις ~ να με δεις, μπορείς να μου τηλεφωνήσεις. Είναι ~ ο καλύτερος στο είδος του.|| (ως επιβεβαίωση των λεγομένων) ~, έτσι έγινε/ειπώθηκε. Είναι ~ λυπηρό αυτό που της συνέβη. Ήταν ~ ένα συναρπαστικό θέαμα. ΣΥΝ. όντως [< αρχ. πράγματι, γαλλ. de fait]
42118πραγματικός, ή, ό πραγ-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην πραγματικότητα, που υπάρχει στα αλήθεια: ~ός: κίνδυνος (ΣΥΝ. υπαρκτός)/ρόλος. ~ή: (ΜΑΘ.) ανάλυση/απειλή/δουλειά/ευκαιρία/ιστορία/προϋπηρεσία. ~ό: αντικείμενο/γεγονός/δίλημμα/(ΦΥΣ.) είδωλο (ΑΝΤ. φανταστικό)/μέγεθος/μήνυμα/νόημα/περιεχόμενο/περιστατικό/πρόβλημα. ~ά: (ΧΗΜ.) αέρια (βλ. ιδανικά)/αίτια/δεδομένα/δικαιώματα/εγκλήματα/στοιχεία.|| Μόνιμος και ~ πληθυσμός. Αποκαλύφθηκε ο ~ λόγος της παραίτησής του. Δεν έγινε αμέσως αντιληπτή η ~ή αξία του έργου. Η ~ή εικόνα της οικονομίας. Η ~ή της ταυτότητα. Αποκάλυψε το ~ό του όνομα/πρόσωπο. Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι ~ές του προθέσεις.|| ~ά: πυρά (ΑΝΤ. άσφαιρα, εικονικά).|| (επιτατ.) ~ός: άντρας/αρχηγός/δικαιούχος. Είναι ένας ~ φίλος.|| (επιτατ.-μτφ.) ~ό: μαρτύριο. Το μουσείο αποτελεί ένα ~ό στολίδι στην περιοχή.|| ~ά: έργα τέχνης (= αληθινά, γνήσια).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός/πληθωρισμός. ~ό: έλλειμμα/επιτόκιο/κόστος. ~ά: εισοδήματα/έσοδα. ΑΝΤ. ονομαστικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= η πραγματικότητα). ΑΝΤ. ανύπαρκτος (1), εικονικός (1), προσποιητός, φαινομενικός, ψεύτικος (1) 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με κάποιο περιουσιακό στοιχείο, με εμπράγματη σχέση δικαίου: ~οί: φόροι (ΑΝΤ. προσωπικοί). ~ή δουλεία επί ακινήτου.|| ~ή: κύρωση (= διάταγμα που ρυθμίζει οριστικά τις αρχές θεμελιώδους ζητήματος). ● επίρρ.: πραγματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στα αλήθεια, όντως: Τι ~ αλλάζει/αξίζει/έγινε/συνέβη; Αποτελεί/είναι ένα ~ μεγάλο βήμα. Είναι ~ απελπισμένος/ελεύθερος/ευτυχισμένος. Τον έχεις ~ ανάγκη; Είναι ~ δύσκολο να ... ΣΥΝ. τωόντι & τω όντι ● ΣΥΜΠΛ.: πραγματικός χρόνος εργασίας: ο χρόνος κατά τον οποίο ο μισθωτός βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του: δικαίωμα αποζημίωσης με βάση τον ~ό ~ο ~., πραγματική/τρέχουσα αξία βλ. αξία, πραγματικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, πραγματικός αριθμός βλ. αριθμός, πραγματικός μισθός βλ. μισθός, πραγματικός χρόνος βλ. χρόνος [< μτγν. πραγματικός, γαλλ. réel, αγγλ. real]
42119πραγματικότηταπραγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): οτιδήποτε υπάρχει, υφίσταται ως πράγμα, γεγονός, κατάσταση, σε αντίθεση με τη φαντασία, την αυταπάτη, το όνειρο, το φαινομενικό: αντικειμενική/δυσάρεστη/εφιαλτική/θλιβερή/μεικτή/οδυνηρή/πεζή/πολιτιστική/σύγχρονη/υπάρχουσα/υποκειμενική/υφιστάμενη/χειροπιαστή ~. Η εκπαιδευτική/ελληνική/ευρωπαϊκή/ιστορική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Παράλληλες ~ες. Αντίληψη/(ΨΥΧΑΝ.) η αρχή/όψεις της ~ας. ~ ή ψευδαίσθηση; Μια άποψη της ~ας. Επαναφορά/προσαρμογή/προσγείωση στην ~. Φυγή από την ~. Η ~ των αριθμών. Η καθημερινή ~ της αγοράς/του σχολείου. Ανάγκες/αντιμετώπιση/κατανόηση της σημερινής/σύγχρονης ~ας. Καμία από τις δύο εκδοχές δεν ανταποκρίνεται στην ~. Έκανε το όνειρό του ~ (: το πραγματοποίησε). Η ~ ξεπερνάει τη φαντασία. Η βία εξακολουθεί να είναι μια ζωντανή ~. Βρέθηκε/ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληρή/την ωμή ~. Είναι αστείο, αλλά δεν απέχει πολύ από την ~. Ξεκίνησε με όνειρα, όμως γρήγορα επανήλθε στην ~. Δημιουργήθηκε/διαμορφώθηκε μια νέα ~. Δεν έχει αίσθηση της ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. φαινομενικότητα ● ΣΥΜΠΛ.: εικονική πραγματικότητα βλ. εικονικός, επαυξημένη πραγματικότητα: ΤΕΧΝΟΛ. διευρυμένη έννοια της πραγματικότητας με τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας. [< αγγλ. augmented reality, 1992], υβριδική πραγματικότητα βλ. υβριδικός. ● ΦΡ.: έγινε πραγματικότητα: πραγματοποιήθηκε: Η ευχή του ~ ~. Ένα μεγάλο όραμα γίνεται ~ (= υλοποιείται)., εκτός πραγματικότητας: για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν αντιλαμβάνεται τα πραγματικά δεδομένα: Βρίσκεται/είναι/ζει ~ ~. Οι δηλώσεις τους είναι ~ ~., στην πραγματικότητα: στ' αλήθεια: ~ ~ δεν πρόκειται για καταστροφή, αλλά για κρίση. Νομίζει ότι είναι παντογνώστης, αλλά ~ ~ δεν ξέρει τίποτα. ΣΥΝ. στην ουσία.|| Η κατάσταση δεν είναι έτσι ~ ~ (= πραγματικά)., επαφή με την πραγματικότητα βλ. επαφή, προσγειώνω κάποιον στην πραγματικότητα βλ. προσγειώνω [< μεσν. πραγματικότης, γαλλ. réalité, αγγλ. reality, βλ. αγγλ. augmented reality, 1992]
42120πραγματισμόςπραγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία, σύμφωνα με την οποία αληθινή αξία υπάρχει μόνο σε ό,τι είναι πρακτικά ωφέλιμο για τον άνθρωπο και προάγει τη ζωή· κατ' επέκτ. η σχετική αντίληψη και συμπεριφορά. || Πολιτικός ~. Αντιμετωπίζει τα πάντα με ~ό, χωρίς συναισθηματισμούς. Πβ. ρεαλ-, ωφελιμ-ισμός. [< γαλλ. réalisme, pragmatisme, αγγλ. pragmatism]
42121πραγματιστήςπραγ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πραγματίστρια} 1. αυτός που σκέφτεται και ενεργεί με βάση την πραγματικότητα και γενικότ. την πρακτική πλευρά των πραγμάτων. ΣΥΝ. ρεαλιστής (1) 2. πρόσωπο που ασπάζεται τη θεωρία του πραγματισμού. [< 1: γαλλ. réaliste 2: γαλλ. pragmatiste, 1909, αγγλ. pragmatist]
42122πραγματιστικός, ή, ό πραγ-μα-τι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον πραγματισμό: ~ή: αντίληψη/προσέγγιση. ● επίρρ.: πραγματιστικά [< γαλλ. pragmatique, pragmatiste, 1909, αγγλ. pragmatistic, 1906]
42123πραγματογνώμοναςπραγ-μα-το-γνώ-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) πραγματογνώμων {-ονος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εμπειρογνώμονας.
42124πραγματογνωμοσύνηπραγ-μα-το-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εμπειρογνωμοσύνη. Βλ. -οσύνη.
42125πραγματογνωσίαπραγ-μα-το-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική και σε βάθος γνώση των πραγμάτων· (παλαιότ.) σχολικό μάθημα των πρώτων τάξεων του δημοτικού. Βλ. -γνωσία.
42126πραγματοκρατίαπραγ-μα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΦΙΛΟΣ. ρεαλισμός. Βλ. -κρατία. ΑΝΤ. νομιναλισμός, ονοματοκρατία
42127πραγματολογίαπραγ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που μελετά τους τρόπους με τους οποίους εξωγλωσσικοί κυρ. παράγοντες (π.χ. οι ομιλητές, ο χώρος, η περίσταση) επηρεάζουν την ερμηνεία των λεγομένων. Βλ. -λογία, περι-, συγ-κείμενο. [< γαλλ. pragmatique, αγγλ. pragmatics, 1937]
42128πραγματολογικός, ή, ό πραγ-μα-το-λο-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με στοιχεία του κειμένου (πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις), τα οποία προέρχονται από την πραγματικότητα: ~ή: ανάλυση (του λόγου). ~ό: υλικό. ~ές: παρατηρήσεις. ~ά: σχόλια. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την πραγματολογία: ~ά: μόρια (π.χ. ας πούμε, εννοώ, ξέρεις). [< γαλλ. pragmatique]
42129πραγματοποίησηπραγ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πραγματοποιώ: ~ επιθυμίας/ονείρου/στόχου/σχεδίου/φιλοδοξίας. Πβ. εκπλήρωση, πραγμάτωση, υλοποίηση.|| ~ απεργίας/έρευνας/κέρδους/κλήσης/μετρήσεων/πειράματος/πορείας/προγράμματος/προσπάθειας/συναυλίας/ταξιδιού. ~ (= επιτέλεση) έργου. Κατασχέθηκαν τρόφιμα, ύστερα από ~ ελέγχου στην αγορά. Πβ. εκτέλεση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. réalisation]
42130πραγματοποιήσιμος, η, ο πραγ-μα-το-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να πραγματοποιηθεί, να υλοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~η: λύση. ~ο: σχέδιο. Πβ. εφαρμόσ-, υλοποιήσ-ιμος, εφικτός. ΑΝΤ. ακατόρθωτος, άπιαστος (2), απραγματοποίητος [< γαλλ. réalisable]
42131πραγματοποιώ[πραγματοποιῶ] πραγ-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πραγματοποι-είς ... | πραγματοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω (κάτι) πραγματικότητα, υλοποιώ: Σου εύχομαι να ~ήσεις όλες σου τις επιθυμίες. Ο πατέρας μου ~ησε την υπόσχεσή του. Το όνειρό/ο στόχος/το σχέδιό τους ~ήθηκε (= έγινε πραγματικότητα, έλαβε/πήρε σάρκα και οστά). Πβ. εκπληρώνω, δίνω σάρκα και οστά. ΣΥΝ. πραγματώνω 2. ενεργώ, ώστε να γίνει κάτι: Επίσκεψη στις πληγείσες περιοχές ~ησε ο πρωθυπουργός. Οι συρμοί του μετρό δεν θα ~ήσουν (= εκτελέσουν) σήμερα δρομολόγια. Η εκδήλωση/το σεμινάριο/η συνάντηση/η συνέλευση ~ήθηκε χθες. Πορεία/συγκέντρωση διαμαρτυρίας ~ήθηκε στο κέντρο της πόλης. Η ομάδα ~ησε μεγάλη εμφάνιση. ~ώντας τις αγορές σας στο διαδίκτυο, ... ~ούμενα: έξοδα/έσοδα.|| ~ησε το έργο. ~ήθηκε πρόοδος. Πβ. επιτελώ, κάνω. Βλ. -ποιώ. [< μεσν. πραγματοποιούμαι, γαλλ. réaliser]
42132πραγματώνωπραγ-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {πραγμάτω-σε, -θηκε, -μένος, πραγματών-οντας}: πραγματοποιώ, υλοποιώ: Το όραμα της χώρας ~θηκε. Πβ. εκπληρώνω. [< γαλλ. réaliser]
52965πραγματώνω

[ὑλοποιῶ] υ-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υλοποι-είς ... | υλοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί (λόγ. μτχ. -ηθείς, -ηθείσα, -ηθέν), -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: θέτω σε εφαρμογή, πραγματοποιώ, εκτελώ: ~ μια δέσμευση/έναν στόχο/μια υπόσχεση. ~ησε τις εξαγγελίες/τις υποχρεώσεις του. Το πρόγραμμα ~ήθηκε σύμφωνα με τους όρους που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ούμενα/~ηθέντα: έργα. ~ηθείσες: δαπάνες/δράσεις. Πβ. εκπληρώνω, πραγματώνω. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. matérialiser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.