| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42123 | πραγματογνώμονας | πραγ-μα-το-γνώ-μο-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) πραγματογνώμων {-ονος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εμπειρογνώμονας. | |
| 42124 | πραγματογνωμοσύνη | πραγ-μα-το-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εμπειρογνωμοσύνη. Βλ. -οσύνη. | |
| 42125 | πραγματογνωσία | πραγ-μα-το-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονική και σε βάθος γνώση των πραγμάτων· (παλαιότ.) σχολικό μάθημα των πρώτων τάξεων του δημοτικού. Βλ. -γνωσία. | |
| 42126 | πραγματοκρατία | πραγ-μα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΦΙΛΟΣ. ρεαλισμός. Βλ. -κρατία. ΑΝΤ. νομιναλισμός, ονοματοκρατία | |
| 42127 | πραγματολογία | πραγ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που μελετά τους τρόπους με τους οποίους εξωγλωσσικοί κυρ. παράγοντες (π.χ. οι ομιλητές, ο χώρος, η περίσταση) επηρεάζουν την ερμηνεία των λεγομένων. Βλ. -λογία, περι-, συγ-κείμενο. [< γαλλ. pragmatique, αγγλ. pragmatics, 1937] | |
| 42128 | πραγματολογικός | , ή, ό πραγ-μα-το-λο-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με στοιχεία του κειμένου (πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις), τα οποία προέρχονται από την πραγματικότητα: ~ή: ανάλυση (του λόγου). ~ό: υλικό. ~ές: παρατηρήσεις. ~ά: σχόλια. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την πραγματολογία: ~ά: μόρια (π.χ. ας πούμε, εννοώ, ξέρεις). [< γαλλ. pragmatique] | |
| 42129 | πραγματοποίηση | πραγ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πραγματοποιώ: ~ επιθυμίας/ονείρου/στόχου/σχεδίου/φιλοδοξίας. Πβ. εκπλήρωση, πραγμάτωση, υλοποίηση.|| ~ απεργίας/έρευνας/κέρδους/κλήσης/μετρήσεων/πειράματος/πορείας/προγράμματος/προσπάθειας/συναυλίας/ταξιδιού. ~ (= επιτέλεση) έργου. Κατασχέθηκαν τρόφιμα, ύστερα από ~ ελέγχου στην αγορά. Πβ. εκτέλεση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. réalisation] | |
| 42130 | πραγματοποιήσιμος | , η, ο πραγ-μα-το-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να πραγματοποιηθεί, να υλοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~η: λύση. ~ο: σχέδιο. Πβ. εφαρμόσ-, υλοποιήσ-ιμος, εφικτός. ΑΝΤ. ακατόρθωτος, άπιαστος (2), απραγματοποίητος [< γαλλ. réalisable] | |
| 42131 | πραγματοποιώ | [πραγματοποιῶ] πραγ-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πραγματοποι-είς ... | πραγματοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω (κάτι) πραγματικότητα, υλοποιώ: Σου εύχομαι να ~ήσεις όλες σου τις επιθυμίες. Ο πατέρας μου ~ησε την υπόσχεσή του. Το όνειρό/ο στόχος/το σχέδιό τους ~ήθηκε (= έγινε πραγματικότητα, έλαβε/πήρε σάρκα και οστά). Πβ. εκπληρώνω, δίνω σάρκα και οστά. ΣΥΝ. πραγματώνω 2. ενεργώ, ώστε να γίνει κάτι: Επίσκεψη στις πληγείσες περιοχές ~ησε ο πρωθυπουργός. Οι συρμοί του μετρό δεν θα ~ήσουν (= εκτελέσουν) σήμερα δρομολόγια. Η εκδήλωση/το σεμινάριο/η συνάντηση/η συνέλευση ~ήθηκε χθες. Πορεία/συγκέντρωση διαμαρτυρίας ~ήθηκε στο κέντρο της πόλης. Η ομάδα ~ησε μεγάλη εμφάνιση. ~ώντας τις αγορές σας στο διαδίκτυο, ... ~ούμενα: έξοδα/έσοδα.|| ~ησε το έργο. ~ήθηκε πρόοδος. Πβ. επιτελώ, κάνω. Βλ. -ποιώ. [< μεσν. πραγματοποιούμαι, γαλλ. réaliser] | |
| 42132 | πραγματώνω | πραγ-μα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {πραγμάτω-σε, -θηκε, -μένος, πραγματών-οντας}: πραγματοποιώ, υλοποιώ: Το όραμα της χώρας ~θηκε. Πβ. εκπληρώνω. [< γαλλ. réaliser] | |
| 52965 | πραγματώνω | [ὑλοποιῶ] υ-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {υλοποι-είς ... | υλοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί (λόγ. μτχ. -ηθείς, -ηθείσα, -ηθέν), -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: θέτω σε εφαρμογή, πραγματοποιώ, εκτελώ: ~ μια δέσμευση/έναν στόχο/μια υπόσχεση. ~ησε τις εξαγγελίες/τις υποχρεώσεις του. Το πρόγραμμα ~ήθηκε σύμφωνα με τους όρους που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ούμενα/~ηθέντα: έργα. ~ηθείσες: δαπάνες/δράσεις. Πβ. εκπληρώνω, πραγματώνω. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. matérialiser] | |
| 42133 | πραγμάτωση | πραγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): εκπλήρωση, πραγματοποίηση: ~ των ελπίδων/των στόχων μας. ΣΥΝ. υλοποίηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική επιτέλεση/πραγμάτωση βλ. γλωσσικός [< γαλλ. réalisation] | |
| 42134 | πράιμ τάιμ | πρά-ιμ τά-ιμ ουσ. (ουδ.): το χρονικό διάστημα της ημέρας κατά το οποίο αναμένεται το υψηλότερο ποσοστό τηλεθέασης (μεταξύ 19:00 και 23:00): το ~ του καναλιού.|| (ως επίθ.) ~ ζώνη. [< αγγλ. prime time, 1947, γαλλ. 1987] | |
| 42135 | πραιτωριανός | πραι-τω-ρια-νός ουσ. (αρσ.) & πραιτοριανός (μειωτ.): στρατιωτικός ή πρόσωπο που ανήκει στον στενό κύκλο δικτάτορα ή ηγέτη και τον στηρίζει με αθέμιτα μέσα: οι ~οί του καθεστώτος. [< μτγν. πραιτωριανοί, γαλλ. prétorien] | |
| 42136 | πρακτέον | πρα-κτέ-ον ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: επί/περί του πρακτέου: σχετικά με το τι πρέπει να πράξει κάποιος ή να γίνει: προτάσεις/συζήτηση ~ ~. [< αρχ. πρακτέον] | |
| 42137 | πρακτική | πρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) πραχτική 1. εφαρμογή στην πράξη απόψεων, γνώσεων, θεωρίας ή τρόπος δράσης: κλασική/συνήθης ~. Εκπαιδευτικές/καινοτόμες/κοινωνικές/πολιτικές ~ές. Βέλτιστες/καλές (διδακτικές) ~ές. Κατά πάγια ~ή. 2. επαγγελματική άσκηση σε πραγματικές συνθήκες εργασίας, με σκοπό την απόκτηση πείρας: Κάνει την ~ του σε δικηγορικό γραφείο/τράπεζα. [< αρχ. πρακτικός ‘σχετικός με την πράξη, χρήσιμος, δραστήριος’, γαλλ. pratique, αγγλ. practice] | |
| 42138 | πρακτικισμός | πρα-κτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. -ΠΟΛΙΤ. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) αντίληψη ή/και πρακτική που δίνει έμφαση στη δράση, στην πρακτική προσέγγιση των πραγμάτων, συνήθ. σε βάρος της θεωρητικής έρευνας. Πβ. εμπειρισμός. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Praktizismus, αγγλ. practicism, 1957] | |
| 42139 | πρακτικό | πρα-κτι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. γραπτή και συνήθ. συνοπτική έκθεση γεγονότος, ενεργειών ή διαδικασιών που καταχωρούνται σε ειδικό αρχείο: ~ αρχαιρεσιών/εξετάσεων. ~ ανάρτησης αποτελεσμάτων/καταστροφής άχρηστων αντικειμένων/κλήρωσης (μελών επιτροπής)/παράδοσης και παραλαβής (π.χ. ακίνητης περιουσίας)/συμβιβασμού (των διαδίκων). Το ~ της εφορευτικής επιτροπής. Συντάχθηκε/υπογράφηκε το ~. ● πρακτικά (τα) (συνήθ. με κεφαλ. Π): επίσημο κείμενο στο οποίο αναφέρονται όσα έχουν λεχθεί ή γίνει σε συνεδριάσεις, συναντήσεις, συνέδρια: δημοσιευμένα/στενογραφημένα ~. ~ δίκης/διοικητικού συμβουλίου/ίδρυσης (π.χ. σωματείου)/συνέλευσης/(οικουμενικών) συνόδων. Τα ~ της Βουλής. Κρατώ/τηρώ ~. Να (μη) γραφεί στα ~. Έκδοση ~ών ημερίδας. Πβ. πεπραγμένα. [< μεσν. πρακτικά] [< γαλλ. acte] | |
| 42140 | πρακτικογράφος | πρα-κτι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που τηρεί τα πρακτικά συνεδριάσεων, συζητήσεων: ~ της Βουλής/της συνέλευσης. Βλ. -γράφος. | |
| 42141 | πρακτικός | , ή, ό πρα-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) πραχτικός 1. που αναφέρεται στην πράξη, στον τρόπο δράσης, που στοχεύει στην εφαρμογή και στην αποτελεσματικότητα: ~ός: λόγος/σκοπός/τρόπος. ~ή: εκπαίδευση/εμπειρία/εξάσκηση/κατάρτιση/πολιτική/προσέγγιση/τέχνη. ~ό: εργαστήριο. ~οί: κανόνες. ~ές: γνώσεις/δραστηριότητες/δυσκολίες/λεπτομέρειες. ~ά: ενδιαφέροντα/θέματα/μαθήματα/οφέλη. ~ή: κατεύθυνση (ενν. σπουδών). ~ή αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η ~ή αξία/σημασία του εγχειρήματος. Σε ~ή βάση (ΑΝΤ. θεωρητικός).|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος/τύπος. ~ή: σκέψη. ~ό: πνεύμα. Τα τεχνικά επαγγέλματα απαιτούν ~ό μυαλό. 2. που είναι χρήσιμος ή/και λειτουργικός, που καθιστά κάτι πιο άνετο, πιο εύκολο: ~ός: οδηγός/ορισμός. ~ή: λύση/μέθοδος/συσκευασία. ~ό: βοήθημα/γραφείο/δώρο/έπιπλο/μέγεθος/ντύσιμο/παράδειγμα/ρούχο (= βολικό)/σύστημα/σχήμα. ~ές: οδηγίες/πληροφορίες. ~ά: παπούτσια. ~ χώρος αποσκευών. ~ές συμβουλές για την κακοκαιρία. Πβ. χρηστικός. 3. (για πρόσ.) που βασίζεται στην πείρα και όχι στην επιστημονική κατάρτιση: ~ός: γιατρός. ~ή: μαία.|| (μτφ.) ~ή: αριθμητική/γεωμετρία/θεολογία/ιατρική. ΣΥΝ. εμπειρικός (1) ● επίρρ.: πρακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Είναι ~ αδύνατο αυτό που μου ζητάς. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτική φιλοσοφία: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στην ηθική πράξη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία., πρακτική άσκηση βλ. άσκηση ● ΦΡ.: σε πρακτικό επίπεδο: στην πράξη: παροχή γνώσεων σε ~ ~. [< αρχ. πρακτικός, γαλλ. pratique, αγγλ. practical] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ