Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42700-42720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42133πραγμάτωσηπραγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): εκπλήρωση, πραγματοποίηση: ~ των ελπίδων/των στόχων μας. ΣΥΝ. υλοποίηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική επιτέλεση/πραγμάτωση βλ. γλωσσικός [< γαλλ. réalisation]
42134πράιμ τάιμπρά-ιμ τά-ιμ ουσ. (ουδ.): το χρονικό διάστημα της ημέρας κατά το οποίο αναμένεται το υψηλότερο ποσοστό τηλεθέασης (μεταξύ 19:00 και 23:00): το ~ του καναλιού.|| (ως επίθ.) ~ ζώνη. [< αγγλ. prime time, 1947, γαλλ. 1987]
42135πραιτωριανόςπραι-τω-ρια-νός ουσ. (αρσ.) & πραιτοριανός (μειωτ.): στρατιωτικός ή πρόσωπο που ανήκει στον στενό κύκλο δικτάτορα ή ηγέτη και τον στηρίζει με αθέμιτα μέσα: οι ~οί του καθεστώτος. [< μτγν. πραιτωριανοί, γαλλ. prétorien]
42136πρακτέονπρα-κτέ-ον ουσ. (ουδ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: επί/περί του πρακτέου: σχετικά με το τι πρέπει να πράξει κάποιος ή να γίνει: προτάσεις/συζήτηση ~ ~. [< αρχ. πρακτέον]
42137πρακτικήπρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.) & (προφ.) πραχτική 1. εφαρμογή στην πράξη απόψεων, γνώσεων, θεωρίας ή τρόπος δράσης: κλασική/συνήθης ~. Εκπαιδευτικές/καινοτόμες/κοινωνικές/πολιτικές ~ές. Βέλτιστες/καλές (διδακτικές) ~ές. Κατά πάγια ~ή. 2. επαγγελματική άσκηση σε πραγματικές συνθήκες εργασίας, με σκοπό την απόκτηση πείρας: Κάνει την ~ του σε δικηγορικό γραφείο/τράπεζα. [< αρχ. πρακτικός ‘σχετικός με την πράξη, χρήσιμος, δραστήριος’, γαλλ. pratique, αγγλ. practice]
42138πρακτικισμόςπρα-κτι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. -ΠΟΛΙΤ. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) αντίληψη ή/και πρακτική που δίνει έμφαση στη δράση, στην πρακτική προσέγγιση των πραγμάτων, συνήθ. σε βάρος της θεωρητικής έρευνας. Πβ. εμπειρισμός. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Praktizismus, αγγλ. practicism, 1957]
42139πρακτικόπρα-κτι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. γραπτή και συνήθ. συνοπτική έκθεση γεγονότος, ενεργειών ή διαδικασιών που καταχωρούνται σε ειδικό αρχείο: ~ αρχαιρεσιών/εξετάσεων. ~ ανάρτησης αποτελεσμάτων/καταστροφής άχρηστων αντικειμένων/κλήρωσης (μελών επιτροπής)/παράδοσης και παραλαβής (π.χ. ακίνητης περιουσίας)/συμβιβασμού (των διαδίκων). Το ~ της εφορευτικής επιτροπής. Συντάχθηκε/υπογράφηκε το ~.πρακτικά (τα) (συνήθ. με κεφαλ. Π): επίσημο κείμενο στο οποίο αναφέρονται όσα έχουν λεχθεί ή γίνει σε συνεδριάσεις, συναντήσεις, συνέδρια: δημοσιευμένα/στενογραφημένα ~. ~ δίκης/διοικητικού συμβουλίου/ίδρυσης (π.χ. σωματείου)/συνέλευσης/(οικουμενικών) συνόδων. Τα ~ της Βουλής. Κρατώ/τηρώ ~. Να (μη) γραφεί στα ~. Έκδοση ~ών ημερίδας. Πβ. πεπραγμένα. [< μεσν. πρακτικά] [< γαλλ. acte]
42140πρακτικογράφοςπρα-κτι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που τηρεί τα πρακτικά συνεδριάσεων, συζητήσεων: ~ της Βουλής/της συνέλευσης. Βλ. -γράφος.
42141πρακτικός, ή, ό πρα-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) πραχτικός 1. που αναφέρεται στην πράξη, στον τρόπο δράσης, που στοχεύει στην εφαρμογή και στην αποτελεσματικότητα: ~ός: λόγος/σκοπός/τρόπος. ~ή: εκπαίδευση/εμπειρία/εξάσκηση/κατάρτιση/πολιτική/προσέγγιση/τέχνη. ~ό: εργαστήριο. ~οί: κανόνες. ~ές: γνώσεις/δραστηριότητες/δυσκολίες/λεπτομέρειες. ~ά: ενδιαφέροντα/θέματα/μαθήματα/οφέλη. ~ή: κατεύθυνση (ενν. σπουδών). ~ή αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η ~ή αξία/σημασία του εγχειρήματος. Σε ~ή βάση (ΑΝΤ. θεωρητικός).|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος/τύπος. ~ή: σκέψη. ~ό: πνεύμα. Τα τεχνικά επαγγέλματα απαιτούν ~ό μυαλό. 2. που είναι χρήσιμος ή/και λειτουργικός, που καθιστά κάτι πιο άνετο, πιο εύκολο: ~ός: οδηγός/ορισμός. ~ή: λύση/μέθοδος/συσκευασία. ~ό: βοήθημα/γραφείο/δώρο/έπιπλο/μέγεθος/ντύσιμο/παράδειγμα/ρούχο (= βολικό)/σύστημα/σχήμα. ~ές: οδηγίες/πληροφορίες. ~ά: παπούτσια. ~ χώρος αποσκευών. ~ές συμβουλές για την κακοκαιρία. Πβ. χρηστικός. 3. (για πρόσ.) που βασίζεται στην πείρα και όχι στην επιστημονική κατάρτιση: ~ός: γιατρός. ~ή: μαία.|| (μτφ.) ~ή: αριθμητική/γεωμετρία/θεολογία/ιατρική. ΣΥΝ. εμπειρικός (1) ● επίρρ.: πρακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Είναι ~ αδύνατο αυτό που μου ζητάς. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτική φιλοσοφία: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στην ηθική πράξη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία., πρακτική άσκηση βλ. άσκηση ● ΦΡ.: σε πρακτικό επίπεδο: στην πράξη: παροχή γνώσεων σε ~ ~. [< αρχ. πρακτικός, γαλλ. pratique, αγγλ. practical]
42142πρακτικότηταπρα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή τα χαρακτηριστικά του πρακτικού: Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου συνδυάζει εμφάνιση και ~. Βλ. -ότητα. [πβ. αγγλ. practicality]
42143πράκτοραςπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. πράκτ-ορος} & (προφ.) πράχτορας & (προφ. θηλ.) πρακτόρισσα & (λόγ.) πράκτωρ 1. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αμείβεται, για να φέρει σε πέρας υποθέσεις τρίτων (ατόμων, ομάδων, χωρών), ενεργώντας για λογαριασμό τους: ασφαλιστικός/εμπορικός/εξουσιοδοτημένος ~. Καλλιτεχνικός ~ (= ατζέντης, ιμπρεσάριος). ~ (αεροπορικών) εισιτηρίων/μεταφορών/στοιχημάτων. Βλ. υπο~. 2. μέλος κρατικής υπηρεσίας που ασχολείται με υποθέσεις που αφορούν τη διαφύλαξη της ασφάλειας μιας χώρας: ~ της ΕΥΠ/Ιντερπόλ. Διπλός ~ (: που εργάζεται για δύο διαφορετικές χώρες). ~ες της αστυνομίας/του εχθρού (πβ. κατάσκοπος). Βλ. -τορας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. & ευφυής πράκτορας: ευέλικτο και συνήθ. αυτόνομο πρόγραμμα λογισμικού που επεξεργάζεται πληροφορίες από το περιβάλλον του, για να διεκπεραιώσει συγκεκριμένους σκοπούς: ~ για αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο. Βλ. νευρωνικά δίκτυα. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστικός πράκτορας: πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται κατασκοπευτική ή απόρρητη αποστολή, μέλος μυστικών υπηρεσιών: ~ ~ κυβέρνησης/οργάνωσης., ναυτιλιακός/ναυτικός πράκτορας: άμεσος αντιπρόσωπος ναυτιλιακής εταιρείας: σύνδεσμος ~ών ~όρων., πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών: πρόσωπο υπεύθυνο για τη διανομή του Τύπου., προξενικός πράκτορας: υπάλληλος προξενείου σε μικρή πόλη. [< γαλλ. agent consulaire] , ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πουλά ταξιδιωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες στους πελάτες του: κράτηση θέσης από ~ό ~α. [< αρχ. πράκτωρ 'εκτελεστής', ιταλ. agente, γαλλ.-αγγλ. agent]
42144πρακτορείαπρα-κτο-ρεί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πρακτόρευση: σύμβαση ~ας. [< μτγν. πρακτορ(ε)ία ‘το αξίωμα του εισπράκτορα’]
42145πρακτορειακός, ή, ό πρα-κτο-ρει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με πρακτορείο: ~ό: δίκτυο. ~ά: δικαιώματα (: που επιβάλλονται από τις αεροπορικές και μεταφορικές εταιρείες για τη μεταβίβαση της διατακτικής προς το τελωνείο του αερολιμένα). Ασφαλιστική ~ή εταιρεία.
42146πρακτορείο[πρακτορεῖο] πρα-κτο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): επιχείρηση, γραφείο που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής κυρ. την παροχή υπηρεσιών, πληροφοριών σε τρίτους: ~ ΚΤΕΛ. ~ λαχείων/ΟΠΑΠ/ΠΡΟ-ΠΟ/στοιχημάτων. Διαφημιστικά/ναυτιλιακά ~α. Βλ. υπο~.|| ~α μοντέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτορείο ειδήσεων & ειδησεογραφικό πρακτορείο: ανώνυμη εταιρεία που συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί εγχώριες και διεθνείς ειδήσεις και τις διανέμει στα ΜΜΕ εσωτερικού και εξωτερικού: οι ανταποκριτές/η ηλεκτρονική σελίδα ενός ~ου ~. Διεθνή/ξένα ~α ~. Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό ~ ~ (βλ. ΑΠΕ, ΜΠΕ). Το γνωστό ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερ. [< αγγλ. news agency] , ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο & πρακτορείο ταξιδίων/τουρισμού: ταξιδιωτικό γραφείο που εκδίδει εισιτήρια και παρέχει πληροφορίες και άλλες υπηρεσίες στους ταξιδιώτες σχετικά με τον τόπο προορισμού τους., πρακτορείο Τύπου βλ. τύπος [< μτγν. πρακτόρειον ‘έδρα του εισπράκτορα φόρων’, ιταλ. agenzia, γαλλ. agence, αγγλ. agency]
42147πρακτόρευσηπρα-κτό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ανάληψη και διεκπεραίωση από φυσικό ή νομικό πρόσωπο των υποθέσεων ατόμου ή οργανισμού, έναντι αμοιβής: ~ ασφαλειών (= ασφαλιστική ~)/επιχειρηματικών απαιτήσεων/πλοίων. ~, διανοµή και κυκλοφορία εντύπων. Έχει αναλάβει την κεντρική ~ της εταιρείας για όλη την Ευρώπη. ΣΥΝ. πρακτορεία, φάκτορινγκ. Βλ. μεσιτεία.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ ξένων συμφερόντων (= εξυπηρέτηση). [< αγγλ. factoring, γαλλ. ~, 1966]
42148πρακτορεύωπρα-κτο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (σπάν.): αναλαμβάνω να διεκπεραιώσω υποθέσεις επιχείρησης, οργανισμού ή εκπροσωπώ τρίτους έναντι αμοιβής: ~ει ασφαλιστικές εταιρείες/εκδοτικούς οίκους/πλοία. Βλ. μεσιτεύω.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ει τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων (= εξυπηρετεί). [< μτγν. πρακτορεύω 'εισπράττω φόρους', αγγλ. factor]
42149πρακτορικός, ή, ό πρα-κτο-ρι-κός επίθ. & (προφ.) πρακτόρικος, η, ο: που αναφέρεται στον πράκτορα: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση. [< μτγν. πρακτορικός 'που λαμβάνεται από εισπράκτορα']
42150πρακτοριλίκιπρα-κτο-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μυστική παρακολούθηση με δόλια ή/και παράνομα μέσα, για συλλογή πληροφοριών. Βλ. -ιλίκι, ρουφιανιά, χαφιεδισμός.
42151πράκτωρβλ. πράκτορας
42152πραλίναπρα-λί-να ουσ. (θηλ.) ΖΑΧΑΡ. 1. παρασκεύασμα από σοκολάτα και καβουρντισμένα φουντούκια,αμύγδαλα ή φιστίκια, κυρ. σε μορφή κρέμας: κρουασάν με ~. 2. (ειδικότ.) σοκολατάκι με γέμιση πραλίνας. [< γαλλ. praline, 1662 < γαλλ. ανθρ. César, κόμης du Plessis-Praslin, ο μάγειρας του οποίου κατά την παράδοση υπήρξε ο δημιουργός του γλυκίσματος.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.