Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42700-42720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42142πρακτικότηταπρα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα ή τα χαρακτηριστικά του πρακτικού: Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου συνδυάζει εμφάνιση και ~. Βλ. -ότητα. [πβ. αγγλ. practicality]
42143πράκτοραςπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. πράκτ-ορος} & (προφ.) πράχτορας & (προφ. θηλ.) πρακτόρισσα & (λόγ.) πράκτωρ 1. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αμείβεται, για να φέρει σε πέρας υποθέσεις τρίτων (ατόμων, ομάδων, χωρών), ενεργώντας για λογαριασμό τους: ασφαλιστικός/εμπορικός/εξουσιοδοτημένος ~. Καλλιτεχνικός ~ (= ατζέντης, ιμπρεσάριος). ~ (αεροπορικών) εισιτηρίων/μεταφορών/στοιχημάτων. Βλ. υπο~. 2. μέλος κρατικής υπηρεσίας που ασχολείται με υποθέσεις που αφορούν τη διαφύλαξη της ασφάλειας μιας χώρας: ~ της ΕΥΠ/Ιντερπόλ. Διπλός ~ (: που εργάζεται για δύο διαφορετικές χώρες). ~ες της αστυνομίας/του εχθρού (πβ. κατάσκοπος). Βλ. -τορας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. & ευφυής πράκτορας: ευέλικτο και συνήθ. αυτόνομο πρόγραμμα λογισμικού που επεξεργάζεται πληροφορίες από το περιβάλλον του, για να διεκπεραιώσει συγκεκριμένους σκοπούς: ~ για αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο. Βλ. νευρωνικά δίκτυα. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστικός πράκτορας: πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται κατασκοπευτική ή απόρρητη αποστολή, μέλος μυστικών υπηρεσιών: ~ ~ κυβέρνησης/οργάνωσης., ναυτιλιακός/ναυτικός πράκτορας: άμεσος αντιπρόσωπος ναυτιλιακής εταιρείας: σύνδεσμος ~ών ~όρων., πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών: πρόσωπο υπεύθυνο για τη διανομή του Τύπου., προξενικός πράκτορας: υπάλληλος προξενείου σε μικρή πόλη. [< γαλλ. agent consulaire] , ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πουλά ταξιδιωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες στους πελάτες του: κράτηση θέσης από ~ό ~α. [< αρχ. πράκτωρ 'εκτελεστής', ιταλ. agente, γαλλ.-αγγλ. agent]
42144πρακτορείαπρα-κτο-ρεί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πρακτόρευση: σύμβαση ~ας. [< μτγν. πρακτορ(ε)ία ‘το αξίωμα του εισπράκτορα’]
42145πρακτορειακός, ή, ό πρα-κτο-ρει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με πρακτορείο: ~ό: δίκτυο. ~ά: δικαιώματα (: που επιβάλλονται από τις αεροπορικές και μεταφορικές εταιρείες για τη μεταβίβαση της διατακτικής προς το τελωνείο του αερολιμένα). Ασφαλιστική ~ή εταιρεία.
42146πρακτορείο[πρακτορεῖο] πρα-κτο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): επιχείρηση, γραφείο που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής κυρ. την παροχή υπηρεσιών, πληροφοριών σε τρίτους: ~ ΚΤΕΛ. ~ λαχείων/ΟΠΑΠ/ΠΡΟ-ΠΟ/στοιχημάτων. Διαφημιστικά/ναυτιλιακά ~α. Βλ. υπο~.|| ~α μοντέλων. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτορείο ειδήσεων & ειδησεογραφικό πρακτορείο: ανώνυμη εταιρεία που συλλέγει, επεξεργάζεται και αξιολογεί εγχώριες και διεθνείς ειδήσεις και τις διανέμει στα ΜΜΕ εσωτερικού και εξωτερικού: οι ανταποκριτές/η ηλεκτρονική σελίδα ενός ~ου ~. Διεθνή/ξένα ~α ~. Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό ~ ~ (βλ. ΑΠΕ, ΜΠΕ). Το γνωστό ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρόιτερ. [< αγγλ. news agency] , ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο & πρακτορείο ταξιδίων/τουρισμού: ταξιδιωτικό γραφείο που εκδίδει εισιτήρια και παρέχει πληροφορίες και άλλες υπηρεσίες στους ταξιδιώτες σχετικά με τον τόπο προορισμού τους., πρακτορείο Τύπου βλ. τύπος [< μτγν. πρακτόρειον ‘έδρα του εισπράκτορα φόρων’, ιταλ. agenzia, γαλλ. agence, αγγλ. agency]
42147πρακτόρευσηπρα-κτό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ανάληψη και διεκπεραίωση από φυσικό ή νομικό πρόσωπο των υποθέσεων ατόμου ή οργανισμού, έναντι αμοιβής: ~ ασφαλειών (= ασφαλιστική ~)/επιχειρηματικών απαιτήσεων/πλοίων. ~, διανοµή και κυκλοφορία εντύπων. Έχει αναλάβει την κεντρική ~ της εταιρείας για όλη την Ευρώπη. ΣΥΝ. πρακτορεία, φάκτορινγκ. Βλ. μεσιτεία.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ ξένων συμφερόντων (= εξυπηρέτηση). [< αγγλ. factoring, γαλλ. ~, 1966]
42148πρακτορεύωπρα-κτο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (σπάν.): αναλαμβάνω να διεκπεραιώσω υποθέσεις επιχείρησης, οργανισμού ή εκπροσωπώ τρίτους έναντι αμοιβής: ~ει ασφαλιστικές εταιρείες/εκδοτικούς οίκους/πλοία. Βλ. μεσιτεύω.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ει τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων (= εξυπηρετεί). [< μτγν. πρακτορεύω 'εισπράττω φόρους', αγγλ. factor]
42149πρακτορικός, ή, ό πρα-κτο-ρι-κός επίθ. & (προφ.) πρακτόρικος, η, ο: που αναφέρεται στον πράκτορα: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση. [< μτγν. πρακτορικός 'που λαμβάνεται από εισπράκτορα']
42150πρακτοριλίκιπρα-κτο-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μυστική παρακολούθηση με δόλια ή/και παράνομα μέσα, για συλλογή πληροφοριών. Βλ. -ιλίκι, ρουφιανιά, χαφιεδισμός.
42151πράκτωρβλ. πράκτορας
42152πραλίναπρα-λί-να ουσ. (θηλ.) ΖΑΧΑΡ. 1. παρασκεύασμα από σοκολάτα και καβουρντισμένα φουντούκια,αμύγδαλα ή φιστίκια, κυρ. σε μορφή κρέμας: κρουασάν με ~. 2. (ειδικότ.) σοκολατάκι με γέμιση πραλίνας. [< γαλλ. praline, 1662 < γαλλ. ανθρ. César, κόμης du Plessis-Praslin, ο μάγειρας του οποίου κατά την παράδοση υπήρξε ο δημιουργός του γλυκίσματος.]
42153πράμαβλ. πράγμα
42154πραμάτειαπρα-μά-τεια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): εμπόρευμα ή γενικότ. οτιδήποτε προορίζεται για πούλημα: Ο πλανόδιος πωλητής διαλαλούσε την ~ του. [< μεσν. πρα(γ)ματεία]
42155πραματευτήςπρα-μα-τευ-τής ουσ. (αρσ.) {-ές κ. -άδες} (παλαιότ.): πλανόδιος έμπορος. ΣΥΝ. γυρολόγος (2) ● ΦΡ.: (βάζει) και η μυλωνού/η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες βλ. μυλωνού [< μεσν. πραματευτής]
42156πρανής, ής, ές πρα-νής επίθ. {πραν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει κλίση προς τα κάτω, κατηφορικός. ΣΥΝ. κατωφερής. ΑΝΤ. ανοδικός. Κυρ. ως ● Ουσ.: πρανές (το): πλαγιά· (ειδικότ., στον πληθ.) πρόποδες: ~ βουνού/δρόμου/λόφου. Τεχνητά/φυσικά ~ή. [< αρχ. πρανής]
42157πράξηπρά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. υλοποίηση και εφαρμογή ιδέας, πρόθεσης, σκέψης, έργου, σχεδίου και συνεκδ. ό,τι πραγματοποιείται: άδικη/ανέντιμη/ανίερη/ανόσια/αξιέπαινη/απάνθρωπη/βάρβαρη/βέβηλη/γενναία/διδακτική/δίκαιη/εγκληματική/εκπαιδευτική/ευγενική/ηρωική/ιατρική/κοινωνική/πολιτική/πολιτιστική/σχολική/χριστιανική/χυδαία ~. ~ αγάπης/απελπισίας/αυταπάρνησης/βίας/δειλίας/εξιλέωσης/ευθύνης/μίσους/πίστης/τρομοκρατίας.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Χρηματοδότηση ~ης (= έργου).|| Δράστης αξιόποινης ~ης. Τιμήθηκε/τιμωρήθηκε για τις ~εις του. Θα κριθεί από τις ~εις της (= ενέργειες). Κάνε μια καλή ~. Η ~ θα δείξει/θα φανεί στην ~, αν οι ιδέες μας είναι ορθές. Οι ~εις είναι που μετράνε. Ήταν διανοητής, αλλά και άνθρωπος της ~ης (= δράσης). Βλ. διάπραξη. 2. έγγραφη καταχώριση γεγονότος, σύμβασης, υποχρέωσης ή επίσημη απόφαση ανώτατου κρατικού ή θρησκευτικού οργάνου· κατ' επέκτ. διεθνής συνθήκη, συμφωνία: δικαστική/διοικητική/ιδρυτική/κανονιστική/συμβολαιογραφική/ταμειακή ~. Πατριαρχική/συνοδική ~. ~ ακύρωσης/αποδοχής (κληρονομιάς)/διορισμού/νομοθετικού περιεχομένου/παραίτησης. Εκτελεστικές/νομικές/προπαρασκευαστικές/συστατικές ~εις. Με ~ του Υπουργού, ... Η παρούσα ~ θα δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ~ υπουργικού συμβουλίου.|| Ενιαία Ευρωπαϊκή ~. 3. εμπορική ή χρηματιστηριακή ενέργεια, συναλλαγή: εταιρική/οικονομική/προθεσμιακή ~. ~εις ανταλλαγής νομισμάτων/συναλλάγματος. Βλ. αγοραπωλησία, δοσοληψία. 4. αυτοτελής ενότητα θεατρικού έργου· κατ' επέκτ. κάθε φάση σημαντικού γεγονότος ή υπόθεσης: κωμωδία/λυρικό δράμα/όπερα σε τρεις ~εις.|| Η τελευταία ~ του πολέμου/της πολύκροτης δίκης. Πβ. κεφάλαιο, σελίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: (μαθηματική/αριθμητική) πράξη: ΜΑΘ. η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός, η διαίρεση. [< γαλλ. opération mathématique] , κυβερνητικές πράξεις: ΝΟΜ. οι πράξεις των διοικητικών Αρχών που δεν υπόκεινται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο. [< γαλλ. actes de gouvernement] , ληξιαρχική πράξη: καταγραφή, σε επίσημο αρχείο, προσωπικών στοιχείων ή γεγονότος, που αφορά την αστική κατάσταση πολίτη: ~ ~ βάπτισης/γάμου/γέννησης/θανάτου. Αντίγραφο ~ής ~ης., λογιστική πράξη: οτιδήποτε επιτελείται στο πλαίσιο της λογιστικής· ειδικότ. καταχώριση σε λογιστικό βιβλίο., Πράξεις των Αποστόλων (οι): ΘΕΟΛ. βιβλίο της Καινής Διαθήκης που αναφέρεται στην ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας, την εξάπλωση του χριστιανισμού και τη δράση κυρ. των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου., σεξουαλική/ερωτική πράξη: ερωτική επαφή, σεξ., ακόλαστη πράξη βλ. ακόλαστος, γλωσσική πράξη βλ. γλωσσικός, καταλογιστική πράξη βλ. καταλογιστικός, συντακτική πράξη βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: βάζω κάτι σε πράξη: το εφαρμόζω, το επιτελώ: ~ ~ μια ιδέα/ένα πρόγραμμα/σχέδιο., η τελευταία πράξη του δράματος (μτφ.): το δραματικό τέλος γεγονότος, ιστορίας: Γράφτηκε/παίχτηκε ~ ~ για τα μέλη της οικογένειας., κάνω κάτι πράξη: το υλοποιώ, το πραγματοποιώ: Έκανε ~ το όνειρό/την πρότασή/υπόσχεσή του. Θα κάνει ~ τις πολιτικές του δεσμεύσεις/εξαγγελίες., στην πράξη: σε πρακτικό επίπεδο, στην εφαρμογή: διδασκαλία/έρευνα/τεχνολογία ~ ~. Ιδέα που δοκιμάστηκε ~ ~. Βλ. στα χαρτιά. ΑΝΤ. στη θεωρία [< 1: αρχ. πρᾶξις 2,4: γαλλ. acte 3: γαλλ. transaction]
42158πραξικόπημαπρα-ξι-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {πραξικοπήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. αιφνιδιαστική και παράνομη ανατροπή κυβέρνησης ή πολιτεύματος, συνήθ. με βίαια μέσα, με στόχο την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας: στρατιωτικό ~. ~ της χούντας/των συνταγματαρχών.|| Βελούδινο ~ (: χωρίς αιματοχυσίες). ΣΥΝ. κίνημα (2) 2. (κατ' επέκτ.) ως χαρακτηρισμός για αιφνίδια, αυθαίρετη ή/και δόλια, ενέργεια συνήθ. από κάποια Αρχή: δικαστικό/εκλογικό/νομοθετικό/πολιτικό/συνταγματικό ~. [< γαλλ. coup d'État· μτγν. πραξικοπῶ 'κυριεύω με έφοδο ή προδοσία']
42159πραξικοπηματίαςπρα-ξι-κο-πη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που οργανώνει πραξικόπημα ή συμμετέχει σε αυτό. Πβ. κινηματίας.
42160πραξικοπηματικός, ή, ό πρα-ξι-κο-πη-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε πραξικόπημα ή πραξικοπηματία: ~ή: κατάληψη εξουσίας. 2. (μτφ.) που γίνεται αυθαίρετα, αιφνιδιαστικά και συνήθ. δόλια: ~ή: απόφαση. ~ές: κινήσεις/μεθοδεύσεις/πρακτικές. ● επίρρ.: πραξικοπηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
42161πράος, α, ο [πρᾶος] πρά-ος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) ήπιος, ήρεμος: ~ος: άνθρωπος. Πβ. μειλίχιος. [< αρχ. πρᾶος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.