Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42720-42740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42162πραότηταπρα-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πράου: η ~ του χαρακτήρα κάποιου. Πβ. ηπι-, μειλιχι-ότητα. [< αρχ. πραότης]
42163πρασεοδύμιοπρα-σε-ο-δύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & πρασινοδύμιο (κ. με κεφαλ. Π): ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Pr, Ζ 59)· ειδικότ. μαλακό μέταλλο της οικογένειας των σπάνιων γαιών, τα άλατα του οποίου χρησιμοποιούνται κυρ. για χρωματισμό του γυαλιού. Βλ. νεοδύμιο. [< γερμ. Praseodym, γαλλ. praséodyme, αγγλ. praseodymium < νεολατ. praseodidymium < αρχ. πράσιος ‘πράσινος’]
42164πρασιάπρα-σιά ουσ. (θηλ.) 1. ακάλυπτος χώρος οικοδομής που βρίσκεται συνήθ. πίσω, μπροστά ή γύρω από αυτή· ειδικότ. προκήπιο: Το δωμάτιο βλέπει στην ~. 2. τμήμα κήπου ή αγρού φυτεμένο με λαχανικά ή λουλούδια. Πβ. βραγιά, παρτέρι. [< 2: αρχ. πρασιά]
42165πρασινάδαπρα-σι-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. φύλλωμα ποωδών ή θαμνοειδών φυτών και δέντρων: Γέμισε το μπαλκόνι με ~. Ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα και ~.|| (κατ' επέκτ.) Σαλάτα με ~ες (: πράσινα λαχανικά). 2. γρασίδι, χλόη, χορτάρι. Πβ. γκαζόν. 3. πρασινίλα. Βλ. -άδα. [< μεσν. πρασινάδα]
42166πρασινίζωπρα-σι-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρασίνι-σε, πρασινί-σει, -σμένος, πρασινίζ-οντας} 1. αποκτώ, παίρνω πράσινο χρώμα. 2. κάνω κάτι πράσινο, βάφω με πράσινο χρώμα. 3. φυτεύω δέντρα και φυτά σε μια έκταση, ώστε να γίνει πράσινη: ~οντας τις αυλές των σχολείων.πρασινίζει: (για τοποθεσία) καλύπτεται από πρασινάδα, βλάστηση, φυτά: Η πλαγιά του βουνού έχει ~σει ολόκληρη. ● ΦΡ.: κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του βλ. κακό [< μτγν. πρασινίζω]
42167πρασινίλαπρα-σι-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανεπιθύμητη πράσινη απόχρωση, συνήθ. ως συνέπεια αλλοίωσης του φυσιολογικού χρώματος· (στον πληθ.) πράσινα σημάδια ή πράσινοι λεκέδες: ~ σε τοιχώματα/χάλκινα σκεύη. Βλ. -ίλα, μούχλα. ΣΥΝ. πρασινάδα (3)
42168πρασίνισμαπρα-σί-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {πρασινίσμ-ατα} 1. απόκτηση πράσινου χρώματος· (στον πληθ.) πράσινοι λεκέδες: ~ της λίμνης/των νερών.|| ~ατα σε επιφάνειες. 2. κάλυψη τοποθεσίας με φυτά. 3. (μτφ.) απόκτηση οικολογικού χαρακτήρα: ~ των μεταφορών/πόλεων. ~ μιας βιομηχανίας.
42169πρασινογάλαζος, η, ο πρα-σι-νο-γά-λα-ζος επίθ. & (σπάν.) πρασινογάλανος: γαλαζοπράσινος.
42170πρασινοδύμιοβλ. πρασεοδύμιο
42171πρασινοκίτρινος, η, ο πρα-σι-νο-κί-τρι-νος επίθ.: που έχει απόχρωση ανάμεσα στο πράσινο και το κίτρινο. ΣΥΝ. κιτρινοπράσινος
42172πρασινομάτης, πρασινομάτα, ικο πρα-σι-νο-μά-της επίθ./ουσ.: που έχει πράσινα μάτια. Βλ. -μάτης.
42173πράσινος, η, ο πρά-σι-νος επίθ. 1. που έχει το χρώμα των χόρτων, των φυτών που έχουν χλωροφύλλη: ~ος: βάτραχος/μαρκαδόρος/φράχτης/χλοοτάπητας. ~η: πιπεριά (βλ. κόκκινη)/σάλτσα (= πέστο)/στολή. ~ο: γρασίδι/λάχανο/φόρεμα. ~οι: βλαστοί. ~ες: ελιές/ταλιατέλες. ~α: λαχανικά/μάτια (βλ. πρασινομάτης)/σπαράγγια/φασόλια (= φασολάκια· βλ. ξερά)/φύλλα. ~α φυτά εσωτερικού χώρου. ~α: νερά (θάλασσας). Το σμαράγδι είναι ένας πολύτιμος ~ λίθος. Το ~ο χρώμα συμβολίζει τη ζωή και την ελπίδα.|| ~ος: αριθμός (= υπηρεσία τηλεφωνίας χωρίς χρέωση).|| (χιουμορ.) ~α: ανθρωπάκια (= οι εξωγήινοι).|| ~ος: χρυσός (: συνήθ. το ελαιόλαδο). Βλ. βαθυ~, σταχτο~, φαιο~, χαλκο~, χρυσο~. 2. που σχετίζεται με την οικολογία, που είναι φιλικός προς το περιβάλλον: ~ος: δακτύλιος/δήμος/πλανήτης/τουρισμός (βλ. οικοτουρισμός). ~η: ανάπτυξη/επιχειρηματικότητα/κατανάλωση/οικονομία/παραγωγή/πόλη/πολιτική/τεχνολογία. ~ο: κίνημα/κόμμα/μάρκετινγκ/μέλλον/πανεπιστήμιο/σήμα ανακύκλωσης. ~ες: επενδύσεις/ιδέες/λύσεις/μεταφορές/πρωτοβουλίες/σημαίες (: απονέμονται σε ξενοδοχεία που λαμβάνουν μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος). ~α: αυτοκίνητα/λεωφορεία (= που κινούνται με φυσικό αέριο)/καύσιμα (βλ. βιοκαύσιμα)/κτίρια/προϊόντα/τέλη κυκλοφορίας. ~α: μέτρα. ~ οδηγός για τα τρόφιμα. Στρατηγικές και κίνητρα για μετάβαση προς την ~η ενέργεια (πβ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας). Πβ. καθαρός. 3. που έχει ή καλύπτεται από πυκνή και πλούσια βλάστηση: ~ος: κήπος/λόφος. ~η: έκταση/κοιλάδα. ~ο: λιβάδι/νησί/τοπίο.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: παράδεισος. ~η: στέγη/ταράτσα (= ταρατσόκηπος). ~ες: διαδρομές. Πβ. κατα~. 4. (κυρ. για φρούτα και λαχανικά) που δεν είναι ώριμος: ~ο: μήλο (= ξινόμηλο). ~ες: ντομάτες. ΣΥΝ. άγουρος.|| ~ος: καφές (ΑΝΤ. καβουρδισμένος). ~ο: πιπέρι (: από ανώριμους καρπούς). ● Ουσ.: πράσινο (το) 1. το δευτερεύον χρώμα που προκύπτει από την ανάμειξη μπλε και κίτρινου: ανοιχτό/απαλό/βαθύ/έντονο/ζωηρό/σκούρο ~. Γκρι-/μπλε-~. ~ κυπαρισσί/λαδί/λαχανί. Το ~ του αμυγδάλου/της ελιάς. Είναι ντυμένη στα ~α (ενν. ρούχα). 2. η βλάστηση, τα φυτά, τα δέντρα: (περι)αστικό ~. ~ και ποιότητα ζωής. Έργα/ζώνη/όαση/πάρκο/πνεύμονας/χώρος ~ίνου. Θέρετρο/σπίτι πνιγμένο στο ~. Συντήρηση του ~ου της πόλης. Μην πατάτε το ~. 3. ο φωτεινός σηματοδότης που επιτρέπει την κίνηση οχημάτων ή τη διέλευση πεζών: Περίμενε ν' ανάψει ~, για να περάσεις. Πβ. Γρηγόρης. ΑΝΤ. κόκκινο (2) ● Υποκ.: πρασινάκι (το), πρασινούλης , α, ικο, πρασινούλικος , η, ο, πρασινούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: Πράσινη Εβδομάδα: η μεγαλύτερη ετήσια διάσκεψη, που διοργανώνεται με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κύριο σκοπό την ανάδειξη των κλιματολογικών αλλαγών και τις συνέπειές τους στα τοπικά οικοσυστήματα. [< αγγλ. Green Week] , πράσινη ισοτιμία: ΟΙΚΟΝ. μηχανισμός προσαρμογής των συναλλαγματικών ισοτιμιών για τη διευκόλυνση της εμπορίας αγροτικών προϊόντων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης., πράσινη τιμή: εκπτωτική τιμή προϊόντος., πράσινη χημεία: ΧΗΜ. χρησιμοποίηση ενός συνόλου αρχών, με στόχο να μειωθεί ή να εξαλειφθεί η χρήση ή η δημιουργία επικίνδυνων ουσιών στις διεργασίες σχεδιασμού, παραγωγής και εφαρμογής των χημικών προϊόντων. [< αγγλ. green chemistry] , πράσινο κύμα (μτφ.) 1. ελεύθερη διέλευση οχημάτων από τους φωτεινούς σηματοδότες, χωρίς να ανακόπτεται η πορεία τους από το κόκκινο: Εφαρμόστηκε/λειτουργεί/τέθηκε σε ισχύ το ~ ~. 2. το οικολογικό κίνημα ως τάση. [< αγγλ. green wave] , πράσινο & (σπανιότ.) οικολογικό μάρκετινγκ: μάρκετινγκ φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων και υπηρεσιών. [< αγγλ. green marketing], πράσινο νόμισμα: δολάριο. [< αγγλ. green currency] , πράσινο πιστοποιητικό 1. έγγραφο που κατοχυρώνει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την επαγγελματική επάρκεια όσων ασχολούνται με αγροτικά επαγγέλματα. 2. έγγραφο που πιστοποιεί ότι ένα συγκεκριμένο ποσό ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. [< αγγλ. green certificate] , οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος βλ. φόρος, Πράσινη Βίβλος/Πράσινο Βιβλίο βλ. βίβλος, πράσινη γραμμή βλ. γραμμή, πράσινη επανάσταση βλ. επανάσταση, πράσινη ζώνη βλ. ζώνη, πράσινη κάρτα βλ. κάρτα, πράσινη σαλάτα βλ. σαλάτα, πράσινη τσόχα βλ. τσόχα, πράσινο δάνειο βλ. δάνειο, πράσινο κουτί βλ. κουτί, πράσινο τσάι βλ. τσάι, πράσινο φως βλ. φως, τα πράσινα μπερέ/οι πράσινοι μπερέδες βλ. μπερές & μπερέ ● ΦΡ.: πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος διακατέχεται από έντονα αρνητικά συναισθήματα: Έγινε ~ ~., και πράσιν(α) άλογα βλ. άλογο, ούτε ένα πράσινο φύλλο βλ. φύλλο [< αρχ. πράσινος ‘που έχει το χρώμα του πράσου’, γαλλ. vert, αγγλ. green]
42174πρασινοσκούφηςπρα-σι-νο-σκού-φης ουσ. (αρσ.) {πρασινοσκούφηδες}: αξιωματικός, υπαξιωματικός ή οπλίτης των Ειδικών Δυνάμεων. Πβ. τα πράσινα μπερέ. ΣΥΝ. καταδρομέας, λοκατζής [< αμερικ. green beret, 1949]
42175πρασινωπός, ή, ό πρα-σι-νω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει προς το πράσινο. Πβ. πρασινούτσικος. Βλ. -ωπός. [< γαλλ. verdâtre]
42176πράσοπρά-σο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. διετές φυτό (επιστ. ονομασ. Allium porrum) με μακριά πράσινα φύλλα που τρώγεται συνήθ. μαγειρεμένο, ως λαχανικό: Πίτα με ~ (= πρασόπιτα). Χοιρινό με ~.|| (μτφ.) Κόπηκε στη μέση σαν ~ (= πανεύκολα). Έχει μαλλιά σαν ~α (= ολόισια). ● ΦΡ.: πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα (μτφ.-προφ.): συλλαμβάνω κάποιον επ' αυτοφώρω: Τους ~σε ~. ΣΥΝ. κάνω κάποιον πιαστό, κάνω κάποιον τσακωτό/γίνομαι τσακωτός [< αρχ. πράσον]
42177πρασοκεφτέςπρα-σο-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητός κεφτές με βασικό συστατικό το πράσο, ο οποίος τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό. Βλ. -κεφτές.
42178πρασόπιταπρα-σό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με πράσο: ~ με τυρί. Βλ. -πιτα.
42179πρασόρυζοπρα-σό-ρυ-ζο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με βρασμένα πράσα, ρύζι και μυρωδικά. Βλ. λαχανό-, σπανακό-ρυζο.
42180πρατήριοπρα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης προϊόντων· ειδικότ. κατάστημα διάθεσης αγαθών που προορίζονται για μέλη συνεταιρισμών ή συγκεκριμένων ομάδων: ~ βενζίνης/πετρελαιοειδών/υγρών καυσίμων. ~ άρτου. ~ ρούχων/τσιγάρων.|| Στρατιωτικό ~. Βλ. -τήριο. [< αρχ. πρατήριον 'χώρος πωλήσεων, αγορά']
42181πρατηριούχος[πρατηριοῦχος] πρα-τη-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ιδιοκτήτης πρατηρίου κυρ. υγρών καυσίμων. Βλ. -ούχος1.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.