| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42153 | πράμα | βλ. πράγμα | |
| 42154 | πραμάτεια | πρα-μά-τεια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): εμπόρευμα ή γενικότ. οτιδήποτε προορίζεται για πούλημα: Ο πλανόδιος πωλητής διαλαλούσε την ~ του. [< μεσν. πρα(γ)ματεία] | |
| 42155 | πραματευτής | πρα-μα-τευ-τής ουσ. (αρσ.) {-ές κ. -άδες} (παλαιότ.): πλανόδιος έμπορος. ΣΥΝ. γυρολόγος (2) ● ΦΡ.: (βάζει) και η μυλωνού/η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες βλ. μυλωνού [< μεσν. πραματευτής] | |
| 42156 | πρανής | , ής, ές πρα-νής επίθ. {πραν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει κλίση προς τα κάτω, κατηφορικός. ΣΥΝ. κατωφερής. ΑΝΤ. ανοδικός. Κυρ. ως ● Ουσ.: πρανές (το): πλαγιά· (ειδικότ., στον πληθ.) πρόποδες: ~ βουνού/δρόμου/λόφου. Τεχνητά/φυσικά ~ή. [< αρχ. πρανής] | |
| 42157 | πράξη | πρά-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. υλοποίηση και εφαρμογή ιδέας, πρόθεσης, σκέψης, έργου, σχεδίου και συνεκδ. ό,τι πραγματοποιείται: άδικη/ανέντιμη/ανίερη/ανόσια/αξιέπαινη/απάνθρωπη/βάρβαρη/βέβηλη/γενναία/διδακτική/δίκαιη/εγκληματική/εκπαιδευτική/ευγενική/ηρωική/ιατρική/κοινωνική/πολιτική/πολιτιστική/σχολική/χριστιανική/χυδαία ~. ~ αγάπης/απελπισίας/αυταπάρνησης/βίας/δειλίας/εξιλέωσης/ευθύνης/μίσους/πίστης/τρομοκρατίας.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Χρηματοδότηση ~ης (= έργου).|| Δράστης αξιόποινης ~ης. Τιμήθηκε/τιμωρήθηκε για τις ~εις του. Θα κριθεί από τις ~εις της (= ενέργειες). Κάνε μια καλή ~. Η ~ θα δείξει/θα φανεί στην ~, αν οι ιδέες μας είναι ορθές. Οι ~εις είναι που μετράνε. Ήταν διανοητής, αλλά και άνθρωπος της ~ης (= δράσης). Βλ. διάπραξη. 2. έγγραφη καταχώριση γεγονότος, σύμβασης, υποχρέωσης ή επίσημη απόφαση ανώτατου κρατικού ή θρησκευτικού οργάνου· κατ' επέκτ. διεθνής συνθήκη, συμφωνία: δικαστική/διοικητική/ιδρυτική/κανονιστική/συμβολαιογραφική/ταμειακή ~. Πατριαρχική/συνοδική ~. ~ ακύρωσης/αποδοχής (κληρονομιάς)/διορισμού/νομοθετικού περιεχομένου/παραίτησης. Εκτελεστικές/νομικές/προπαρασκευαστικές/συστατικές ~εις. Με ~ του Υπουργού, ... Η παρούσα ~ θα δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ~ υπουργικού συμβουλίου.|| Ενιαία Ευρωπαϊκή ~. 3. εμπορική ή χρηματιστηριακή ενέργεια, συναλλαγή: εταιρική/οικονομική/προθεσμιακή ~. ~εις ανταλλαγής νομισμάτων/συναλλάγματος. Βλ. αγοραπωλησία, δοσοληψία. 4. αυτοτελής ενότητα θεατρικού έργου· κατ' επέκτ. κάθε φάση σημαντικού γεγονότος ή υπόθεσης: κωμωδία/λυρικό δράμα/όπερα σε τρεις ~εις.|| Η τελευταία ~ του πολέμου/της πολύκροτης δίκης. Πβ. κεφάλαιο, σελίδα. ● ΣΥΜΠΛ.: (μαθηματική/αριθμητική) πράξη: ΜΑΘ. η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός, η διαίρεση. [< γαλλ. opération mathématique] , κυβερνητικές πράξεις: ΝΟΜ. οι πράξεις των διοικητικών Αρχών που δεν υπόκεινται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο. [< γαλλ. actes de gouvernement] , ληξιαρχική πράξη: καταγραφή, σε επίσημο αρχείο, προσωπικών στοιχείων ή γεγονότος, που αφορά την αστική κατάσταση πολίτη: ~ ~ βάπτισης/γάμου/γέννησης/θανάτου. Αντίγραφο ~ής ~ης., λογιστική πράξη: οτιδήποτε επιτελείται στο πλαίσιο της λογιστικής· ειδικότ. καταχώριση σε λογιστικό βιβλίο., Πράξεις των Αποστόλων (οι): ΘΕΟΛ. βιβλίο της Καινής Διαθήκης που αναφέρεται στην ίδρυση της χριστιανικής Εκκλησίας, την εξάπλωση του χριστιανισμού και τη δράση κυρ. των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου., σεξουαλική/ερωτική πράξη: ερωτική επαφή, σεξ., ακόλαστη πράξη βλ. ακόλαστος, γλωσσική πράξη βλ. γλωσσικός, καταλογιστική πράξη βλ. καταλογιστικός, συντακτική πράξη βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: βάζω κάτι σε πράξη: το εφαρμόζω, το επιτελώ: ~ ~ μια ιδέα/ένα πρόγραμμα/σχέδιο., η τελευταία πράξη του δράματος (μτφ.): το δραματικό τέλος γεγονότος, ιστορίας: Γράφτηκε/παίχτηκε ~ ~ για τα μέλη της οικογένειας., κάνω κάτι πράξη: το υλοποιώ, το πραγματοποιώ: Έκανε ~ το όνειρό/την πρότασή/υπόσχεσή του. Θα κάνει ~ τις πολιτικές του δεσμεύσεις/εξαγγελίες., στην πράξη: σε πρακτικό επίπεδο, στην εφαρμογή: διδασκαλία/έρευνα/τεχνολογία ~ ~. Ιδέα που δοκιμάστηκε ~ ~. Βλ. στα χαρτιά. ΑΝΤ. στη θεωρία [< 1: αρχ. πρᾶξις 2,4: γαλλ. acte 3: γαλλ. transaction] | |
| 42158 | πραξικόπημα | πρα-ξι-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {πραξικοπήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. αιφνιδιαστική και παράνομη ανατροπή κυβέρνησης ή πολιτεύματος, συνήθ. με βίαια μέσα, με στόχο την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας: στρατιωτικό ~. ~ της χούντας/των συνταγματαρχών.|| Βελούδινο ~ (: χωρίς αιματοχυσίες). ΣΥΝ. κίνημα (2) 2. (κατ' επέκτ.) ως χαρακτηρισμός για αιφνίδια, αυθαίρετη ή/και δόλια, ενέργεια συνήθ. από κάποια Αρχή: δικαστικό/εκλογικό/νομοθετικό/πολιτικό/συνταγματικό ~. [< γαλλ. coup d'État· μτγν. πραξικοπῶ 'κυριεύω με έφοδο ή προδοσία'] | |
| 42159 | πραξικοπηματίας | πρα-ξι-κο-πη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που οργανώνει πραξικόπημα ή συμμετέχει σε αυτό. Πβ. κινηματίας. | |
| 42160 | πραξικοπηματικός | , ή, ό πρα-ξι-κο-πη-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε πραξικόπημα ή πραξικοπηματία: ~ή: κατάληψη εξουσίας. 2. (μτφ.) που γίνεται αυθαίρετα, αιφνιδιαστικά και συνήθ. δόλια: ~ή: απόφαση. ~ές: κινήσεις/μεθοδεύσεις/πρακτικές. ● επίρρ.: πραξικοπηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 42161 | πράος | , α, ο [πρᾶος] πρά-ος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) ήπιος, ήρεμος: ~ος: άνθρωπος. Πβ. μειλίχιος. [< αρχ. πρᾶος] | |
| 42162 | πραότητα | πρα-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πράου: η ~ του χαρακτήρα κάποιου. Πβ. ηπι-, μειλιχι-ότητα. [< αρχ. πραότης] | |
| 42163 | πρασεοδύμιο | πρα-σε-ο-δύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & πρασινοδύμιο (κ. με κεφαλ. Π): ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Pr, Ζ 59)· ειδικότ. μαλακό μέταλλο της οικογένειας των σπάνιων γαιών, τα άλατα του οποίου χρησιμοποιούνται κυρ. για χρωματισμό του γυαλιού. Βλ. νεοδύμιο. [< γερμ. Praseodym, γαλλ. praséodyme, αγγλ. praseodymium < νεολατ. praseodidymium < αρχ. πράσιος ‘πράσινος’] | |
| 42164 | πρασιά | πρα-σιά ουσ. (θηλ.) 1. ακάλυπτος χώρος οικοδομής που βρίσκεται συνήθ. πίσω, μπροστά ή γύρω από αυτή· ειδικότ. προκήπιο: Το δωμάτιο βλέπει στην ~. 2. τμήμα κήπου ή αγρού φυτεμένο με λαχανικά ή λουλούδια. Πβ. βραγιά, παρτέρι. [< 2: αρχ. πρασιά] | |
| 42165 | πρασινάδα | πρα-σι-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. φύλλωμα ποωδών ή θαμνοειδών φυτών και δέντρων: Γέμισε το μπαλκόνι με ~. Ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα και ~.|| (κατ' επέκτ.) Σαλάτα με ~ες (: πράσινα λαχανικά). 2. γρασίδι, χλόη, χορτάρι. Πβ. γκαζόν. 3. πρασινίλα. Βλ. -άδα. [< μεσν. πρασινάδα] | |
| 42166 | πρασινίζω | πρα-σι-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρασίνι-σε, πρασινί-σει, -σμένος, πρασινίζ-οντας} 1. αποκτώ, παίρνω πράσινο χρώμα. 2. κάνω κάτι πράσινο, βάφω με πράσινο χρώμα. 3. φυτεύω δέντρα και φυτά σε μια έκταση, ώστε να γίνει πράσινη: ~οντας τις αυλές των σχολείων. ● πρασινίζει: (για τοποθεσία) καλύπτεται από πρασινάδα, βλάστηση, φυτά: Η πλαγιά του βουνού έχει ~σει ολόκληρη. ● ΦΡ.: κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του βλ. κακό [< μτγν. πρασινίζω] | |
| 42167 | πρασινίλα | πρα-σι-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανεπιθύμητη πράσινη απόχρωση, συνήθ. ως συνέπεια αλλοίωσης του φυσιολογικού χρώματος· (στον πληθ.) πράσινα σημάδια ή πράσινοι λεκέδες: ~ σε τοιχώματα/χάλκινα σκεύη. Βλ. -ίλα, μούχλα. ΣΥΝ. πρασινάδα (3) | |
| 42168 | πρασίνισμα | πρα-σί-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {πρασινίσμ-ατα} 1. απόκτηση πράσινου χρώματος· (στον πληθ.) πράσινοι λεκέδες: ~ της λίμνης/των νερών.|| ~ατα σε επιφάνειες. 2. κάλυψη τοποθεσίας με φυτά. 3. (μτφ.) απόκτηση οικολογικού χαρακτήρα: ~ των μεταφορών/πόλεων. ~ μιας βιομηχανίας. | |
| 42169 | πρασινογάλαζος | , η, ο πρα-σι-νο-γά-λα-ζος επίθ. & (σπάν.) πρασινογάλανος: γαλαζοπράσινος. | |
| 42170 | πρασινοδύμιο | βλ. πρασεοδύμιο | |
| 42171 | πρασινοκίτρινος | , η, ο πρα-σι-νο-κί-τρι-νος επίθ.: που έχει απόχρωση ανάμεσα στο πράσινο και το κίτρινο. ΣΥΝ. κιτρινοπράσινος | |
| 42172 | πρασινομάτης, πρασινομάτα | , ικο πρα-σι-νο-μά-της επίθ./ουσ.: που έχει πράσινα μάτια. Βλ. -μάτης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ