| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42182 | πράττω | πράτ-τω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπρα-ξα, πρά-χθηκε, πεπραγμένος, πράττ-οντας}: (λόγ.) κάνω: ~ξε σύμφωνα με τα πιστεύω του/το καθήκον του. ~ει κατά συνείδηση. ~οντας τα δέοντα. Σκέφτεται και ~ει ανάλογα. Καλώς/ορθώς ~ξες. Άλλα λέει και άλλα ~ει. Βλ. δια~, συμ~. ● βλ. πεπραγμένα [< αρχ. πράττω] | |
| 42183 | πραϋντικός | , ή, ό πρα-ϋ-ντι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): καταπραϋντικός: ~ό: φάρμακο. Πβ. κατευναστικός. [< αρχ. πραϋντικός] | |
| 42184 | πραΰνω | πρα-ΰ-νω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.-λόγ.): καταπραΰνω. [< αρχ. πραΰνω] | |
| 42185 | πραχτικός | , ή, ό βλ. πρακτικός | |
| 42186 | πράχτορας | βλ. πράκτορας | |
| 42187 | πρεβεζάνικος | , η, ο πρε-βε-ζά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Πρέβεζα ή/και τους Πρεβεζάνους. | |
| 42188 | Πρεβεζάνος, Πρεβεζάνα | Πρε-βε-ζά-νος επίθ./ουσ. & (προφ.) Πρεβεζιάνος: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Πρέβεζα. | |
| 42189 | πρεβιοτικά | πρε-βι-ο-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πρεβιοτικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. συστατικά τροφίμων (π.χ. ινουλίνη) που δεν απορροφώνται εύκολα από το πεπτικό σύστημα και διεγείρουν επιλεκτικά την ανάπτυξη ή/και δράση περιορισμένου αριθμού ωφέλιμων βακτηριδίων στο παχύ έντερο· βρίσκονται σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά ή ως πρόσθετα σε γαλακτοκομικά, ροφήματα και γλυκά. Βλ. λειτουργικά τρόφιμα, προβιοτικά, συμβιωτικά, συμπληρώματα διατροφής. [< αγγλ. prebiotics, 1995, γαλλ. prébiotique] | |
| 42190 | πρεβιοτικός | , ή, ό πρε-βι-ο-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που αναφέρεται στα πρεβιοτικά: ~ή: δράση. ~ές: ίνες. [< αγγλ. prebiotic, 1954, γαλλ. prébiotique, 1970] | |
| 42191 | πρέζα | πρέ-ζα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) μικρή ποσότητα ουσίας σε σκόνη: μια ~ αλάτι/ζάχαρη/κανέλα/πιπέρι. 2. (αργκό) ηρωίνη ή γενικότ. ναρκωτικό· κάθε ισχυρή εξάρτηση: Έπεσε στην ~.|| (μτφ.) Η μπάλα είναι η ~ του. [< ιταλ. presa] | |
| 42192 | πρεζάκι | πρε-ζά-κι ουσ. (ουδ.) & πρεζάκιας (ο) (προφ.-μειωτ.): πρεζόνι. Βλ. χαπάκιας. | |
| 42193 | πρεζέμπορας | πρε-ζέ-μπο-ρας ουσ. (αρσ.) & πρεζέμπορος (προφ.): έμπορος ηρωίνης ή γενικότ. ναρκωτικών. Βλ. βαποράκι. | |
| 42194 | πρεζόνι | πρε-ζό-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): ηρωινομανής ή γενικότ. ναρκομανής. Βλ. -όνι. ΣΥΝ. πρεζάκι | |
| 42195 | πρέκι | πρέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. ανώφλι. ΣΥΝ. υπέρθυρο [< αλβ. prak] | |
| 42196 | πρελούδιο | πρε-λού-δι-ο ουσ. (ουδ.) & πρελούντιο ΣΥΝ. προανάκρουσμα 1. ΜΟΥΣ. μουσικό κομμάτι με ελεύθερη δομή ή/και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, που παίζεται ως εισαγωγή σε σύνθεση ή όπερα. Πβ. ουβερτούρα. Βλ. φούγκα. 2. (μτφ.) προάγγελμα, προμήνυμα: ~ της κρίσης/του πολέμου. Πβ. προοίμιο. [< ιταλ. preludio] | |
| 42197 | πρεμιέρα | πρε-μιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. πρώτη παράσταση, προβολή, εκτέλεση: (επίσημη) θεατρική/κινηματογραφική ~. Παγκόσμια ~ της ταινίας ... Πβ. πρώτη. 2. (κατ' επέκτ.) έναρξη διοργάνωσης, εκδήλωσης: ~ των πανελληνίων εξετάσεων/του πρωταθλήματος. ~ με νίκη για την Εθνική.|| ~ (των) εκπτώσεων. [< γαλλ. première] | |
| 42198 | πρέμνο | πρέ-μνο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. αμπέλι, κλήμα: απόδοση/παραγωγή ανά ~. 2. το υπόλειμμα του κορμού κομμένου δέντρου που εξέχει από το έδαφος· κούτσουρο. [< 2: αρχ. πρέμνον] | |
| 42199 | πρεμούρα | πρε-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): μεγάλη ανυπομονησία, βιασύνη: Τον έχει πιάσει ~. (ειρων.) Είχα μια ~ αν θα έρθει (= πολύ που με νοιάζει, σκοτίστηκα)! Πβ. αδημονία, φούρια. [< ιταλ. premura] | |
| 42200 | πρέπει | πρέ-πει ρ. {έπρεπε} (απρόσ.) 1. (+ να) επιβάλλεται (από εσωτερική ή εξωτερική ανάγκη, υποχρέωση), χρειάζεται: ~ να λύσουν τις διαφορές τους κατά τρόπο ειρηνικό. ~ να συνεργαστούμε, για να πετύχουμε τους στόχους μας. Δεν ~ να χάνεις τις ελπίδες σου. Όλα όσα ~ να ξέρετε. Τι ~ και τι δεν ~ να κάνετε/νατρώτε. Τι ~ να θυμηθώ/κάνω/προσέξω; ~ να της δοθεί μια ευκαιρία. Η αίτηση ~ να υποβληθεί στην αρμόδια ΔΟΥ. Δεν ~ να κολυμπάμε αμέσως μετά το φαγητό. ~ να αυξηθούν οι δαπάνες για την παιδεία. Προϋποθέσεις που ~ να πληρούν οι υποψήφιοι. ~ να ληφθούν αυστηρά μέτρα. ~ να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις κινήσεις μας. Πιστεύω ότι ~ να ... 2. (με επιρρ. σημ., + να) είναι πολύ πιθανό, είναι σχεδόν βέβαιο: Κάπου ~ να γλίστρησε (= μάλλον, κατά πάσα πιθανότητα γλίστρησε). Δεν ~ να την ξέρω. ~ να το ξέχασε. Η επισκευή ~ να τους κόστισε πολλά. ~ να 'χει πολλά λεφτά.|| (ως απάντηση σε γεγονός που εκπλήσσει:) Θα ~ να αστειεύεσαι (= πλάκα κάνεις)! 3. (+ γεν. προσ. αντων.) αξίζει, ταιριάζει σε κάποιον: Τους δίνεις αξία που δεν τους ~. Δεν της ~ τέτοια ζωή. Πβ. προσήκει. ● (θα) έπρεπε να 1. (θα) ήταν σωστό, επιβεβλημένο, αρμόζον: Θα ~ ~ ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες/μιλήσει πρώτα μαζί μου. Δεν ~ ~ τον πικράνεις. 2. (θα) ήταν ευχής έργο, χρήσιμο, (θα) άξιζε τον κόπο: ~ ~ να ήσουν εκεί να έβλεπες πόσο χαρούμενη ήταν. Πβ. μακάρι. ● Ουσ.: πρέπει (τα): οι υποχρεώσεις, ό,τι θεωρείται ή είναι επιβεβλημένο: Ξεχάστε τα ~ και τα μη. Βλ. θέλω (τα). ● ΦΡ.: ό,τι πρέπει (προφ.): ό,τι χρειάζεται, κατάλληλο, ταιριαστό: Ένα ζεστό τσάι είναι ~ ~ (στην περίπτωσή μας)., όπως πρέπει: όπως επιβάλλεται, αρμόζει: Όλα θα γίνουν, ~ ~. Βλ. κατά το δοκούν., όταν πρέπει: όταν χρειαστεί, όταν είναι αναγκαίο: Θα μιλήσω, ~ ~. [< αρχ. πρέπει] | |
| 42202 | πρεπούμενος | , η, ο πρε-πού-με-νος επίθ. (προφ.): πρέπων: ο ~ σεβασμός.|| (ως ουσ.) Τα ~α (= τα δίκαια, τα σωστά). [< μεσν. πρεπούμενος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ