| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42203 | πρέπων | , ουσα, ον πρέ-πων επίθ. {πρέπ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): αρμόζων, ενδεδειγμένος, κατάλληλος: ο ~ων: σεβασμός. Η ~ουσα: απάντηση/λύση/συμπεριφορά/τιμή/τιμωρία/φροντίδα. Τα ~οντα μέτρα. Δεν δόθηκε η ~ουσα βαρύτητα/προσοχή/σημασία στο συγκεκριμένο ζήτημα. Η υπόθεση δεν αντιμετωπίστηκε με την ~ουσα σοβαρότητα. Θεώρησα ~ον (= σωστό) να σας ενημερώσω. ΣΥΝ. δέων, προσήκων ΑΝΤ. ανάρμοστος ● Ουσ.: πρέπον (το): το (ηθικά) δίκαιο, το (τυπικά) σωστό: Θα πράξει τα ~οντα (= δέοντα). ● ΦΡ.: κατά το πρέπον: κατά το δέον. [< αρχ. πρέπων] | |
| 42204 | πρες κόνφερανς | πρες κόν-φε-ρανς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & πρες κόμφερανς: συνέντευξη Τύπου. [< αγγλ. press conference, 1937, γαλλ. conférence de presse] | |
| 42205 | πρες παπιέ | πρες πα-πι-έ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό, βαρύ και συνήθ. διακοσμητικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται, για να συγκρατεί χαρτιά. [< γαλλ. presse-papiers] | |
| 42206 | πρες ρουμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αίθουσα Τύπου για την ενημέρωση των δημοσιογράφων από τον κυβερνητικό ή άλλο εκπρόσωπο ή από πολιτικά πρόσωπα. [< αγγλ. press room, 1902] | |
| 42207 | πρέσα | πρέ-σα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμεύει για την άσκηση πίεσης· ειδικότ. συσκευή σιδερώματος με θερμαινόμενο κύλινδρο: υδραυλική ~ (= πιεστήριο).|| ~ ατμού/παντελονιών.|| (όργανο γυμναστικής:) ~ ποδιών/στήθους.|| (μτφ.-προφ.) Είμαι στην ~ (= βρίσκομαι υπό πίεση). [< ιταλ. pressa] | |
| 42208 | πρεσαδόρος | πρε-σα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): εργάτης που χειρίζεται πρέσα. Βλ. -αδόρος. | |
| 42209 | πρεσάρισμα | πρε-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) έντονη ψυχολογική κυρ. πίεση: Στενό ~ από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την οικονομία. Πβ. στρεσάρισμα. 2. ΑΘΛ. (μτφ., συνήθ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) πιεστική άμυνα: ασφυκτικό ~. Πβ. τζαρτζάρισμα. ΣΥΝ. πρέσινγκ 3. άσκηση πίεσης, συνήθ. με πρέσα. Βλ. -ισμα. | |
| 42210 | πρεσαριστός | , ή, ό πρε-σα-ρι-στός επίθ. (προφ.): που έχει κατασκευαστεί σε πρέσα ή με αυτή: ~ή: πόρτα. ~ό: αλουμίνιο/ατσάλι. ~ά: εξαρτήματα. Βλ. στραντζαριστός, χυτο~, χυτός. ● επίρρ.: πρεσαριστά | |
| 42211 | πρεσάρω | πρε-σά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρεσάρι-σα, -στηκα, -στεί, πρεσάρ-οντας, πρεσαρι-σμένος} (προφ.) 1. (μτφ.) ασκώ έντονη πίεση, κυρ. ψυχολογική ή σωματική: Μη με ~εις! Είναι πολύ ~σμένος (με τη δουλειά του).|| (συνήθ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ:) Παίκτης που ~ει σκληρά τον αντίπαλο. Πβ. τζαρτζάρω. 2. πιέζω κυρ. με πρέσα: Μηχάνημα που ~ει ρούχα. [< 1: αγγλ. press 2: ιταλ. pressare] | |
| 42212 | πρεσβεία | πρε-σβεί-α ουσ. (θηλ.) 1. μόνιμη διπλωματική αντιπροσωπεία ενός κράτους σε πρωτεύουσα ξένης χώρας· συνεκδ. το οίκημα στο οποίο στεγάζεται η σχετική υπηρεσία. Βλ. προξενείο. 2. (παλαιότ.) σύνολο πρεσβευτών ή αντιπροσώπων που αποστέλλονται για τη διαπραγμάτευση ενός θέματος. [< αρχ. πρεσβεία ‘αποστολή πρέσβεων’ 1: γαλλ. ambassade, αγγλ. embassy] | |
| 42213 | πρεσβεία | [πρεσβεῖα] πρε-σβεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): απόδοση τιμών σε πρόσωπα μεγάλης ηλικίας ή ανώτερα στην ιεραρχία, κυρ. σε κληρικούς: ~ της χειροτονίας. Τα ~ τιμής. [< αρχ. τά πρεσβεῖα] | |
| 42214 | πρέσβειρα | βλ. πρέσβης | |
| 42215 | πρεσβευτής | πρε-σβευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κλητ. πρεσβευτά} 1. πρέσβης. 2. (μτφ.) εκπρόσωπος μιας χώρας στο εξωτερικό, κυρ. σε τομείς όπως ο αθλητισμός, η επιστήμη, ο πολιτισμός, το εμπόριο: άξιοι ~ές του ελληνισμού. Οι καλύτεροι ~ές. ● ΣΥΜΠΛ.: πρέσβης/πρέσβειρα καλής θελήσεως βλ. πρέσβης [< αρχ. πρεσβευτής, γαλλ. ambassadeur] | |
| 42216 | πρεσβευτικός | , ή, ό πρε-σβευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρεσβευτή ή την πρεσβεία: ~ός: βαθμός. ~ή: κατοικία/συνδιάσκεψη. ~ές: αρχές. Βλ. προξενικός. [< μτγν. πρεσβευτικός] | |
| 42217 | πρεσβεύω | πρε-σβεύ-ω ρ. (μτβ.) {πρέσβευ-σε, πρεσβεύ-σει, -οντας} (λόγ.): υποστηρίζω άποψη, ιδεολογία: ~ει την αξία/το ιδανικό της ελευθερίας. Δεν ξέρω τι ~ει πολιτικά. Πβ. πιστεύω, φρονώ.|| Θεωρία που ~ει ότι ... ● πρεσβεύει: ΕΚΚΛΗΣ. (για την Παναγία ή τους Αγίους) μεσιτεύει: ~ στον Χριστό για τη σωτηρία μας. [< μτγν. πρεσβεύω] | |
| 42218 | πρέσβης | πρέ-σβης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-η (λόγ.) -εως (θηλ. -εως) | -εις, -εων} & πρέσβειρα (η) & (λόγ.) πρέσβυς (ο) 1. προϊστάμενος πρεσβείας, ανώτερος διπλωμάτης εξουσιοδοτημένος να αντιπροσωπεύει μία χώρα στο εξωτερικό: ~ επί τιμή (συντομ.) ε.τ. (: τιμητικός τίτλος που απονέμεται σε συνταξιούχο πρέσβη· επίτιμος). ~ εκ προσωπικοτήτων (: που δεν προέρχεται από το διπλωματικό σώμα). Ανάκληση ~η. Διαπιστευμένοι ~εις. Έκτακτος και πληρεξούσιος ~. Διετέλεσε/διορίστηκε ~. Ο ~ της ... επέδωσε τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε επίπεδο ~εων. Πβ. διπλωματικός αντιπρόσωπος. Βλ. πρόξενος. ΣΥΝ. πρεσβευτής (1) 2. {κυρ. στο θηλ. πρέσβειρα} (μτφ.) άξιος εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος: ~ειρα ομορφιάς/πολιτισμού. ~ειρα της εταιρείας καλλυντικών ... ● ΣΥΜΠΛ.: πρέσβης/πρέσβειρα καλής θελήσεως & πρεσβευτής καλής θελήσεως: εκπρόσωπος κράτους ή οργανισμού σε άλλες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς με στόχο συνήθ. τη βελτίωση των διακρατικών σχέσεων, την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας: ~ειρα ~ ~ του ΟΗΕ/της ΟΥΝΕΣΚΟ/της UNICEF. [< αγγλ. ambassador of good will] [< αρχ. πρέσβυς, πρέσβειρα 'γυναίκα μεγάλης ηλικίας', γαλλ. ambassadeur] | |
| 42219 | πρεσβυγενής | , ής, ές πρε-σβυ-γε-νής επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Πρεσβυγενή/Παλαίφατα Πατριαρχεία βλ. πατριαρχείο [< αρχ. πρεσβυγενής ‘αρχαίος’] | |
| 42220 | πρεσβυτέρα | πρε-σβυ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. σύζυγος ιερέα. Πβ. παπαδιά. Βλ. πρεσβύτερος. [< μτγν. πρεσβυτέρα] | |
| 42221 | πρεσβυτεριανισμός | πρε-σβυ-τε-ρι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. εκκλησιαστικό σύστημα που εφάρμοσε ο Καλβίνος, βάσει του οποίου η διοίκηση της Εκκλησίας παραχωρείται σε μικτό σώμα λαϊκών και κληρικών που αποτελούν πρεσβυτέριο. Βλ. καλβιν-, λουθηραν-ισμός. [< γαλλ. presbytérianisme, αγγλ. presbyterianism] | |
| 42222 | πρεσβυτεριανός | , ή, ό πρε-σβυ-τε-ρι-α-νός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πρεσβυτεριανισμό: ~ή: εκκλησία.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: οπαδοί του πρεσβυτεριανισμού). Βλ. -ιανός, λουθηραν-, προτεσταντ-ικός. [< γαλλ. presbytérien, αγγλ. presbyterian] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ