Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42760-42780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42193πρεζέμποραςπρε-ζέ-μπο-ρας ουσ. (αρσ.) & πρεζέμπορος (προφ.): έμπορος ηρωίνης ή γενικότ. ναρκωτικών. Βλ. βαποράκι.
42194πρεζόνιπρε-ζό-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): ηρωινομανής ή γενικότ. ναρκομανής. Βλ. -όνι. ΣΥΝ. πρεζάκι
42195πρέκιπρέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. ανώφλι. ΣΥΝ. υπέρθυρο [< αλβ. prak]
42196πρελούδιοπρε-λού-δι-ο ουσ. (ουδ.) & πρελούντιο ΣΥΝ. προανάκρουσμα 1. ΜΟΥΣ. μουσικό κομμάτι με ελεύθερη δομή ή/και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, που παίζεται ως εισαγωγή σε σύνθεση ή όπερα. Πβ. ουβερτούρα. Βλ. φούγκα. 2. (μτφ.) προάγγελμα, προμήνυμα: ~ της κρίσης/του πολέμου. Πβ. προοίμιο. [< ιταλ. preludio]
42197πρεμιέραπρε-μιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. πρώτη παράσταση, προβολή, εκτέλεση: (επίσημη) θεατρική/κινηματογραφική ~. Παγκόσμια ~ της ταινίας ... Πβ. πρώτη. 2. (κατ' επέκτ.) έναρξη διοργάνωσης, εκδήλωσης: ~ των πανελληνίων εξετάσεων/του πρωταθλήματος. ~ με νίκη για την Εθνική.|| ~ (των) εκπτώσεων. [< γαλλ. première]
42198πρέμνοπρέ-μνο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. αμπέλι, κλήμα: απόδοση/παραγωγή ανά ~. 2. το υπόλειμμα του κορμού κομμένου δέντρου που εξέχει από το έδαφος· κούτσουρο. [< 2: αρχ. πρέμνον]
42199πρεμούραπρε-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): μεγάλη ανυπομονησία, βιασύνη: Τον έχει πιάσει ~. (ειρων.) Είχα μια ~ αν θα έρθει (= πολύ που με νοιάζει, σκοτίστηκα)! Πβ. αδημονία, φούρια. [< ιταλ. premura]
42200πρέπειπρέ-πει ρ. {έπρεπε} (απρόσ.) 1. (+ να) επιβάλλεται (από εσωτερική ή εξωτερική ανάγκη, υποχρέωση), χρειάζεται: ~ να λύσουν τις διαφορές τους κατά τρόπο ειρηνικό. ~ να συνεργαστούμε, για να πετύχουμε τους στόχους μας. Δεν ~ να χάνεις τις ελπίδες σου. Όλα όσα ~ να ξέρετε. Τι ~ και τι δεν ~ να κάνετε/νατρώτε. Τι ~ να θυμηθώ/κάνω/προσέξω; ~ να της δοθεί μια ευκαιρία. Η αίτηση ~ να υποβληθεί στην αρμόδια ΔΟΥ. Δεν ~ να κολυμπάμε αμέσως μετά το φαγητό. ~ να αυξηθούν οι δαπάνες για την παιδεία. Προϋποθέσεις που ~ να πληρούν οι υποψήφιοι. ~ να ληφθούν αυστηρά μέτρα. ~ να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις κινήσεις μας. Πιστεύω ότι ~ να ... 2. (με επιρρ. σημ., + να) είναι πολύ πιθανό, είναι σχεδόν βέβαιο: Κάπου ~ να γλίστρησε (= μάλλον, κατά πάσα πιθανότητα γλίστρησε). Δεν ~ να την ξέρω. ~ να το ξέχασε. Η επισκευή ~ να τους κόστισε πολλά. ~ να 'χει πολλά λεφτά.|| (ως απάντηση σε γεγονός που εκπλήσσει:) Θα ~ να αστειεύεσαι (= πλάκα κάνεις)! 3. (+ γεν. προσ. αντων.) αξίζει, ταιριάζει σε κάποιον: Τους δίνεις αξία που δεν τους ~. Δεν της ~ τέτοια ζωή. Πβ. προσήκει.(θα) έπρεπε να 1. (θα) ήταν σωστό, επιβεβλημένο, αρμόζον: Θα ~ ~ ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες/μιλήσει πρώτα μαζί μου. Δεν ~ ~ τον πικράνεις. 2. (θα) ήταν ευχής έργο, χρήσιμο, (θα) άξιζε τον κόπο: ~ ~ να ήσουν εκεί να έβλεπες πόσο χαρούμενη ήταν. Πβ. μακάρι. ● Ουσ.: πρέπει (τα): οι υποχρεώσεις, ό,τι θεωρείται ή είναι επιβεβλημένο: Ξεχάστε τα ~ και τα μη. Βλ. θέλω (τα). ● ΦΡ.: ό,τι πρέπει (προφ.): ό,τι χρειάζεται, κατάλληλο, ταιριαστό: Ένα ζεστό τσάι είναι ~ ~ (στην περίπτωσή μας)., όπως πρέπει: όπως επιβάλλεται, αρμόζει: Όλα θα γίνουν, ~ ~. Βλ. κατά το δοκούν., όταν πρέπει: όταν χρειαστεί, όταν είναι αναγκαίο: Θα μιλήσω, ~ ~. [< αρχ. πρέπει]
42202πρεπούμενος, η, ο πρε-πού-με-νος επίθ. (προφ.): πρέπων: ο ~ σεβασμός.|| (ως ουσ.) Τα ~α (= τα δίκαια, τα σωστά). [< μεσν. πρεπούμενος]
42203πρέπων, ουσα, ον πρέ-πων επίθ. {πρέπ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): αρμόζων, ενδεδειγμένος, κατάλληλος: ο ~ων: σεβασμός. Η ~ουσα: απάντηση/λύση/συμπεριφορά/τιμή/τιμωρία/φροντίδα. Τα ~οντα μέτρα. Δεν δόθηκε η ~ουσα βαρύτητα/προσοχή/σημασία στο συγκεκριμένο ζήτημα. Η υπόθεση δεν αντιμετωπίστηκε με την ~ουσα σοβαρότητα. Θεώρησα ~ον (= σωστό) να σας ενημερώσω. ΣΥΝ. δέων, προσήκων ΑΝΤ. ανάρμοστος ● Ουσ.: πρέπον (το): το (ηθικά) δίκαιο, το (τυπικά) σωστό: Θα πράξει τα ~οντα (= δέοντα). ● ΦΡ.: κατά το πρέπον: κατά το δέον. [< αρχ. πρέπων]
42204πρες κόνφερανςπρες κόν-φε-ρανς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & πρες κόμφερανς: συνέντευξη Τύπου. [< αγγλ. press conference, 1937, γαλλ. conférence de presse]
42205πρες παπιέπρες πα-πι-έ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό, βαρύ και συνήθ. διακοσμητικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται, για να συγκρατεί χαρτιά. [< γαλλ. presse-papiers]
42206πρες ρουμουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αίθουσα Τύπου για την ενημέρωση των δημοσιογράφων από τον κυβερνητικό ή άλλο εκπρόσωπο ή από πολιτικά πρόσωπα. [< αγγλ. press room, 1902]
42207πρέσαπρέ-σα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμεύει για την άσκηση πίεσης· ειδικότ. συσκευή σιδερώματος με θερμαινόμενο κύλινδρο: υδραυλική ~ (= πιεστήριο).|| ~ ατμού/παντελονιών.|| (όργανο γυμναστικής:) ~ ποδιών/στήθους.|| (μτφ.-προφ.) Είμαι στην ~ (= βρίσκομαι υπό πίεση). [< ιταλ. pressa]
42208πρεσαδόροςπρε-σα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): εργάτης που χειρίζεται πρέσα. Βλ. -αδόρος.
42209πρεσάρισμαπρε-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) έντονη ψυχολογική κυρ. πίεση: Στενό ~ από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την οικονομία. Πβ. στρεσάρισμα. 2. ΑΘΛ. (μτφ., συνήθ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) πιεστική άμυνα: ασφυκτικό ~. Πβ. τζαρτζάρισμα. ΣΥΝ. πρέσινγκ 3. άσκηση πίεσης, συνήθ. με πρέσα. Βλ. -ισμα.
42210πρεσαριστός, ή, ό πρε-σα-ρι-στός επίθ. (προφ.): που έχει κατασκευαστεί σε πρέσα ή με αυτή: ~ή: πόρτα. ~ό: αλουμίνιο/ατσάλι. ~ά: εξαρτήματα. Βλ. στραντζαριστός, χυτο~, χυτός. ● επίρρ.: πρεσαριστά
42211πρεσάρωπρε-σά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρεσάρι-σα, -στηκα, -στεί, πρεσάρ-οντας, πρεσαρι-σμένος} (προφ.) 1. (μτφ.) ασκώ έντονη πίεση, κυρ. ψυχολογική ή σωματική: Μη με ~εις! Είναι πολύ ~σμένος (με τη δουλειά του).|| (συνήθ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ:) Παίκτης που ~ει σκληρά τον αντίπαλο. Πβ. τζαρτζάρω. 2. πιέζω κυρ. με πρέσα: Μηχάνημα που ~ει ρούχα. [< 1: αγγλ. press 2: ιταλ. pressare]
42212πρεσβείαπρε-σβεί-α ουσ. (θηλ.) 1. μόνιμη διπλωματική αντιπροσωπεία ενός κράτους σε πρωτεύουσα ξένης χώρας· συνεκδ. το οίκημα στο οποίο στεγάζεται η σχετική υπηρεσία. Βλ. προξενείο. 2. (παλαιότ.) σύνολο πρεσβευτών ή αντιπροσώπων που αποστέλλονται για τη διαπραγμάτευση ενός θέματος. [< αρχ. πρεσβεία ‘αποστολή πρέσβεων’ 1: γαλλ. ambassade, αγγλ. embassy]
42213πρεσβεία[πρεσβεῖα] πρε-σβεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): απόδοση τιμών σε πρόσωπα μεγάλης ηλικίας ή ανώτερα στην ιεραρχία, κυρ. σε κληρικούς: ~ της χειροτονίας. Τα ~ τιμής. [< αρχ. τά πρεσβεῖα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.