Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42760-42780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42203πρέπων, ουσα, ον πρέ-πων επίθ. {πρέπ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): αρμόζων, ενδεδειγμένος, κατάλληλος: ο ~ων: σεβασμός. Η ~ουσα: απάντηση/λύση/συμπεριφορά/τιμή/τιμωρία/φροντίδα. Τα ~οντα μέτρα. Δεν δόθηκε η ~ουσα βαρύτητα/προσοχή/σημασία στο συγκεκριμένο ζήτημα. Η υπόθεση δεν αντιμετωπίστηκε με την ~ουσα σοβαρότητα. Θεώρησα ~ον (= σωστό) να σας ενημερώσω. ΣΥΝ. δέων, προσήκων ΑΝΤ. ανάρμοστος ● Ουσ.: πρέπον (το): το (ηθικά) δίκαιο, το (τυπικά) σωστό: Θα πράξει τα ~οντα (= δέοντα). ● ΦΡ.: κατά το πρέπον: κατά το δέον. [< αρχ. πρέπων]
42204πρες κόνφερανςπρες κόν-φε-ρανς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & πρες κόμφερανς: συνέντευξη Τύπου. [< αγγλ. press conference, 1937, γαλλ. conférence de presse]
42205πρες παπιέπρες πα-πι-έ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό, βαρύ και συνήθ. διακοσμητικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται, για να συγκρατεί χαρτιά. [< γαλλ. presse-papiers]
42206πρες ρουμουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αίθουσα Τύπου για την ενημέρωση των δημοσιογράφων από τον κυβερνητικό ή άλλο εκπρόσωπο ή από πολιτικά πρόσωπα. [< αγγλ. press room, 1902]
42207πρέσαπρέ-σα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που χρησιμεύει για την άσκηση πίεσης· ειδικότ. συσκευή σιδερώματος με θερμαινόμενο κύλινδρο: υδραυλική ~ (= πιεστήριο).|| ~ ατμού/παντελονιών.|| (όργανο γυμναστικής:) ~ ποδιών/στήθους.|| (μτφ.-προφ.) Είμαι στην ~ (= βρίσκομαι υπό πίεση). [< ιταλ. pressa]
42208πρεσαδόροςπρε-σα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): εργάτης που χειρίζεται πρέσα. Βλ. -αδόρος.
42209πρεσάρισμαπρε-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) έντονη ψυχολογική κυρ. πίεση: Στενό ~ από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την οικονομία. Πβ. στρεσάρισμα. 2. ΑΘΛ. (μτφ., συνήθ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) πιεστική άμυνα: ασφυκτικό ~. Πβ. τζαρτζάρισμα. ΣΥΝ. πρέσινγκ 3. άσκηση πίεσης, συνήθ. με πρέσα. Βλ. -ισμα.
42210πρεσαριστός, ή, ό πρε-σα-ρι-στός επίθ. (προφ.): που έχει κατασκευαστεί σε πρέσα ή με αυτή: ~ή: πόρτα. ~ό: αλουμίνιο/ατσάλι. ~ά: εξαρτήματα. Βλ. στραντζαριστός, χυτο~, χυτός. ● επίρρ.: πρεσαριστά
42211πρεσάρωπρε-σά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρεσάρι-σα, -στηκα, -στεί, πρεσάρ-οντας, πρεσαρι-σμένος} (προφ.) 1. (μτφ.) ασκώ έντονη πίεση, κυρ. ψυχολογική ή σωματική: Μη με ~εις! Είναι πολύ ~σμένος (με τη δουλειά του).|| (συνήθ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ:) Παίκτης που ~ει σκληρά τον αντίπαλο. Πβ. τζαρτζάρω. 2. πιέζω κυρ. με πρέσα: Μηχάνημα που ~ει ρούχα. [< 1: αγγλ. press 2: ιταλ. pressare]
42212πρεσβείαπρε-σβεί-α ουσ. (θηλ.) 1. μόνιμη διπλωματική αντιπροσωπεία ενός κράτους σε πρωτεύουσα ξένης χώρας· συνεκδ. το οίκημα στο οποίο στεγάζεται η σχετική υπηρεσία. Βλ. προξενείο. 2. (παλαιότ.) σύνολο πρεσβευτών ή αντιπροσώπων που αποστέλλονται για τη διαπραγμάτευση ενός θέματος. [< αρχ. πρεσβεία ‘αποστολή πρέσβεων’ 1: γαλλ. ambassade, αγγλ. embassy]
42213πρεσβεία[πρεσβεῖα] πρε-σβεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): απόδοση τιμών σε πρόσωπα μεγάλης ηλικίας ή ανώτερα στην ιεραρχία, κυρ. σε κληρικούς: ~ της χειροτονίας. Τα ~ τιμής. [< αρχ. τά πρεσβεῖα]
42214πρέσβειραβλ. πρέσβης
42215πρεσβευτήςπρε-σβευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κλητ. πρεσβευτά} 1. πρέσβης. 2. (μτφ.) εκπρόσωπος μιας χώρας στο εξωτερικό, κυρ. σε τομείς όπως ο αθλητισμός, η επιστήμη, ο πολιτισμός, το εμπόριο: άξιοι ~ές του ελληνισμού. Οι καλύτεροι ~ές. ● ΣΥΜΠΛ.: πρέσβης/πρέσβειρα καλής θελήσεως βλ. πρέσβης [< αρχ. πρεσβευτής, γαλλ. ambassadeur]
42216πρεσβευτικός, ή, ό πρε-σβευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρεσβευτή ή την πρεσβεία: ~ός: βαθμός. ~ή: κατοικία/συνδιάσκεψη. ~ές: αρχές. Βλ. προξενικός. [< μτγν. πρεσβευτικός]
42217πρεσβεύωπρε-σβεύ-ω ρ. (μτβ.) {πρέσβευ-σε, πρεσβεύ-σει, -οντας} (λόγ.): υποστηρίζω άποψη, ιδεολογία: ~ει την αξία/το ιδανικό της ελευθερίας. Δεν ξέρω τι ~ει πολιτικά. Πβ. πιστεύω, φρονώ.|| Θεωρία που ~ει ότι ...πρεσβεύει: ΕΚΚΛΗΣ. (για την Παναγία ή τους Αγίους) μεσιτεύει: ~ στον Χριστό για τη σωτηρία μας. [< μτγν. πρεσβεύω]
42218πρέσβηςπρέ-σβης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-η (λόγ.) -εως (θηλ. -εως) | -εις, -εων} & πρέσβειρα (η) & (λόγ.) πρέσβυς (ο) 1. προϊστάμενος πρεσβείας, ανώτερος διπλωμάτης εξουσιοδοτημένος να αντιπροσωπεύει μία χώρα στο εξωτερικό: ~ επί τιμή (συντομ.) ε.τ. (: τιμητικός τίτλος που απονέμεται σε συνταξιούχο πρέσβη· επίτιμος). ~ εκ προσωπικοτήτων (: που δεν προέρχεται από το διπλωματικό σώμα). Ανάκληση ~η. Διαπιστευμένοι ~εις. Έκτακτος και πληρεξούσιος ~. Διετέλεσε/διορίστηκε ~. Ο ~ της ... επέδωσε τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε επίπεδο ~εων. Πβ. διπλωματικός αντιπρόσωπος. Βλ. πρόξενος. ΣΥΝ. πρεσβευτής (1) 2. {κυρ. στο θηλ. πρέσβειρα} (μτφ.) άξιος εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος: ~ειρα ομορφιάς/πολιτισμού. ~ειρα της εταιρείας καλλυντικών ... ● ΣΥΜΠΛ.: πρέσβης/πρέσβειρα καλής θελήσεως & πρεσβευτής καλής θελήσεως: εκπρόσωπος κράτους ή οργανισμού σε άλλες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς με στόχο συνήθ. τη βελτίωση των διακρατικών σχέσεων, την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας: ~ειρα ~ ~ του ΟΗΕ/της ΟΥΝΕΣΚΟ/της UNICEF. [< αγγλ. ambassador of good will] [< αρχ. πρέσβυς, πρέσβειρα 'γυναίκα μεγάλης ηλικίας', γαλλ. ambassadeur]
42219πρεσβυγενής, ής, ές πρε-σβυ-γε-νής επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Πρεσβυγενή/Παλαίφατα Πατριαρχεία βλ. πατριαρχείο [< αρχ. πρεσβυγενής ‘αρχαίος’]
42220πρεσβυτέραπρε-σβυ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. σύζυγος ιερέα. Πβ. παπαδιά. Βλ. πρεσβύτερος. [< μτγν. πρεσβυτέρα]
42221πρεσβυτεριανισμόςπρε-σβυ-τε-ρι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. εκκλησιαστικό σύστημα που εφάρμοσε ο Καλβίνος, βάσει του οποίου η διοίκηση της Εκκλησίας παραχωρείται σε μικτό σώμα λαϊκών και κληρικών που αποτελούν πρεσβυτέριο. Βλ. καλβιν-, λουθηραν-ισμός. [< γαλλ. presbytérianisme, αγγλ. presbyterianism]
42222πρεσβυτεριανός, ή, ό πρε-σβυ-τε-ρι-α-νός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πρεσβυτεριανισμό: ~ή: εκκλησία.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: οπαδοί του πρεσβυτεριανισμού). Βλ. -ιανός, λουθηραν-, προτεσταντ-ικός. [< γαλλ. presbytérien, αγγλ. presbyterian]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.