Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4260-4280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3317αναπόσβεστος, η, ο [ἀναπόσβεστος] α-να-πό-σβε-στος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που δεν έχει αποσβεστεί: ~η: αξία (παγίων). ~ο: κόστος. ~ες: δαπάνες. Πβ. ανεξόφλητος. [< μτγν. ἀναπόσβεστος ‘αυτός που δεν μπορεί να σβηστεί’]
3319αναποτελεσματικός, η, ο [ἀναποτελεσματικός] α-να-πο-τε-λε-σμα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που δεν είναι αποτελεσματικός: ~ός: χειρισμός. ~ό: μέσο. ~ές: ενέργειες/προσπάθειες. Ανεπαρκή και ~ά μέτρα. Βλ. ανενεργός. ΣΥΝ. άκαρπος (1), αλυσιτελής, ατελέσφορος ● επίρρ.: αναποτελεσματικά [< γαλλ. inefficace]
3320αναποτελεσματικότητα[ἀναποτελεσματικότητα] α-να-πο-τε-λε-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη αποτελεσματικότητας: διοικητική/κοινωνική ~. ~ των μέτρων/υπαλλήλων. Αδράνεια/ανεπάρκεια/γραφειοκρατία και ~. [< γαλλ. inefficacité]
3322αναποφασιστικότητα[ἀναποφασιστικότητα] α-να-πο-φα-σι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): έλλειψη αποφασιστικότητας: ~ των επενδυτών. Βλ. αναβλητικ-, διστακτικ-, παθητικ-ότητα. ΣΥΝ. αβουλία (1), αμφιταλάντευση [< γαλλ. indécision, irrésolution]
3323αναποφάσιστος, η, ο [ἀναποφάσιστος] α-να-πο-φά-σι-στος επίθ. 1. που διστάζει να πάρει (μια) απόφαση: ~ος: αγοραστής. ~ ανάμεσα σε δύο επιλογές/για το πώς να ενεργήσει. Στεκόταν ~ μπροστά στην πόρτα. Πβ. δίβουλος, δίγνωμος, μετέωρος. ΣΥΝ. ακαταστάλακτος & ακαταστάλαχτος (1) ΑΝΤ. αποφασισμένος 2. που δεν παίρνει εύκολα αποφάσεις. Πβ. ανασφαλής. ΣΥΝ. άβουλος, διστακτικός ΑΝΤ. αποφασιστικός (2) ● Ουσ.: αναποφάσιστοι (οι): ψηφοφόροι χωρίς σαφή κομματικό προσδιορισμό, που αποφασίζουν τι θα ψηφίσουν λίγο πριν από τις εκλογές. [< γαλλ. indécis, irrésolu]
3324αναπόφευκτος, η, ο [ἀναπόφευκτος] α-να-πό-φευ-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι δυνατόν να τον αποφύγει κανείς: ~ος: κίνδυνος. ~η: αλήθεια/αλλαγή/αποτυχία/ήττα/κρίση/σύγκρουση/συνέπεια. ~ο: γεγονός/κακό. ~ες: συγκρίσεις. Φυσικό και ~ο το πέρασμα του χρόνου. Ήταν ~ο να προκληθούν επεισόδια. Βλ. αναγκαίος, επιβεβλημένος, υποχρεωτικός. ΣΥΝ. αναπόδραστος, αναπότρεπτος, μοιραίος (2) ● Ουσ.: αναπόφευκτο (το): το γεγονός που δεν μπορεί να αποφευχθεί, το μοιραίο, συνήθ. ο θάνατος. ● επίρρ.: αναπόφευκτα [< γαλλ. inévitable]
3325αναποφλοίωτος, η, ο [ἀναποφλοίωτος] α-να-πο-φλοί-ω-τος επίθ. (λόγ.): (για κόκκους δημητριακών) που δεν έχει αποφλοιωθεί: ~ο: ρύζι. Πβ. ακατέργαστος. Βλ. ολικής αλέσεως. ΑΝΤ. αποφλοιωμένος [< γαλλ. non décortiqué]
3326αναπρογραμματισμός[ἀναπρογραμματισμός] α-να-προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): επαναπρογραμματισμός. Βλ. ανα-.
3327αναπροσανατολίζω[ἀναπροσανατολίζω] α-να-προ-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αναπροσανατόλι-σε, αναπροσανατολί-στηκε, -σμένος} (λόγ.): δίνω καινούργιο προσανατολισμό, κατεύθυνση: ~σε ριζικά τις απόψεις/τη δράση/την τακτική του. [< γαλλ. réorienter, 1901]
3328αναπροσανατολισμός[ἀναπροσανατολισμός] α-να-προ-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπροσανατολίζω: επαγγελματικός/ιδεολογικός ~. ~ των δαπανών/της εκπαίδευσης/της πολιτικής. ~ στον επενδυτικό χώρο. ~ και αναδιοργάνωση της εταιρείας. [< γαλλ. ré orientation, 1952]
3329αναπροσαρμογή[ἀναπροσαρμογή] α-να-προ-σαρ-μο-γή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπροσαρμόζω: ~ της αξίας των ακινήτων/των επιτοκίων/μισθών/στόχων/τιμών. Ποσοστό τιμαριθμικής ~ής. ~ές: δρομολογίων/συντάξεων. [< γαλλ. réajustement, 1932]
3330αναπροσαρμόζω[ἀναπροσαρμόζω] α-να-προ-σαρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {αναπροσάρμο-σε, αναπροσαρμό-στηκε, -σμένος, αναπροσαρμόζ-οντας, -όμενος}: προσαρμόζω κάτι σε νέα στοιχεία ή δεδομένα: ~ το αρχικό μου σχέδιο. ~στηκε το ωράριο. Δάνειο με ~όμενο επιτόκιο. ~σμένο: πρόγραμμα. ~σμένες: τιμές. Σε ~σμένη βάση. [< γαλλ. réajuster, 1932]
3331αναπροσδιορίζω[ἀναπροσδιορίζω] α-να-προσ-δι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αναπροσδιόρι-σε, -στηκε, -σμένος}: επαναπροσδιορίζω: ~σε τις απόψεις/τη θέση/τις προτεραιότητές/τους στόχους του. ~εται μια έννοια/το περιεχόμενο ενός κειμένου. Βλ. επανεξετάζω. [< αγγλ. redefine]
3332αναπροσδιορισμός[ἀναπροσδιορισμός] α-να-προσ-δι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): επαναπροσδιορισμός: ~ αρμοδιοτήτων/καθηκόντων/κριτηρίων/στόχων. ~ του ρόλου (του κράτους). Ανακατατάξεις και ~οί. Βλ. επανεξέταση.
3333αναπτερώνω[ἀναπτερώνω] α-να-πτε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπτέρω-σε, αναπτερώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αναπτερών-οντας} (λόγ.): ενισχύω, τονώνω ψυχολογικά, ενθαρρύνω: ~θηκαν οι ελπίδες του. Με ~μένο ηθικό. [< αρχ. ἀναπτερῶ, μεσν. αναπτερώνω]
3334αναπτέρωση[ἀναπτέρωση] α-να-πτέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπτερώνω: ~ του αγωνιστικού φρονήματος (= ενίσχυση, τόνωση). Πβ. ενθάρρυνση. [< μτγν. ἀναπτέρωσις]
3335αναπτήρας[ἀναπτήρας] α-να-πτή-ρας ουσ. (αρσ.): συσκευή που παράγει μικρή φλόγα με σπινθήρα: ~ αυτοκινήτου/βενζίνης/υγραερίου. Ανάβω το γκαζάκι/τσιγάρο με τον ~α. Έχεις ~α (= φωτιά); Πβ. ζίπο, τσακμάκι. Βλ. σπίρτο, -τήρας. ● Υποκ.: αναπτηράκι (το) [< γερμ. Anzünder]
3336ανάπτυγμα[ἀνάπτυγμα] α-νά-πτυγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. το αποτέλεσμα του αναπτύσσω, ανάπτυξη, εκδίπλωση: (ΓΕΩΜ.) ~ επιφάνειας/κύβου/κυλίνδρου/πυραμίδας.|| Το ~ των ακτών. Βλ. σύμπτυξη.|| (ΜΑΘ.) ~ συνάρτησης (: παράσταση συνάρτησης ως άθροισμα απλούστερων συναρτήσεων). || ~ εξωφύλλου. 2. η απόσταση που διανύει ο ποδηλάτης σε μια πλήρη στροφή του πεταλιού. [< γαλλ. développement]
3337αναπτυγμένος, η, ο [ἀναπτυγμένος] α-να-πτυγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) ανεπτυγμένος 1. προηγμένος, εξελιγμένος, ισχυρός: ~ος: τομέας. ~η: αγορά/βιομηχανία/οικονομία (= ακμάζουσα). ~ο: δίκτυο/κράτος/σύστημα. Περιοχή τουριστικά ~η. Περιβάλλον τεχνολογικά ~ο.|| ~ος: εγκέφαλος. ~η: νοημοσύνη (= υψηλή). ~ο: παιδί. Έχει ~ο το αίσθημα της φιλοξενίας/το ένστικτο της προστασίας (= εξαιρετικά έντονο). Μαθητής με ~ες δεξιότητες/ικανότητες.|| Πλήρως ~ο σώμα (= ώριμο). ~α: φυτά (: μεγάλα, ψηλά). 2. που παρουσιάζεται αναλυτικά: ~η: μορφή κειμένου (ΑΝΤ. περιληπτική). Κάθε κεφάλαιο είναι ~ο σε δύο ενότητες. 3. απλωμένος (στον χώρο), εκτεινόμενος: Το χωριό είναι ~ο σε μια έκταση ... στρεμμάτων. ΑΝΤ. συνεπτυγμένος.|| (ΜΑΘ.) ~η αλγεβρική παράσταση (: ισοδύναμη με μια άλλη, αλλά εκτενέστερη). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες: προηγμένες, εξελιγμένες οικονομικά, βιομηχανικά, τεχνολογικά και κοινωνικά· κατ' επέκτ. ισχυρές. Βλ. αναπτυσσόμενες χώρες, Τρίτος Κόσμος, υπανάπτυκτες χώρες. ● βλ. αναπτύσσω [< αρχ. ἀνεπτυγμένος, γαλλ. développé, αγγλ. developed]
3338ανάπτυξη[ἀνάπτυξη] α-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. πρόοδος, εξέλιξη, ακμή: αγροτική/αλματώδης/δυναμική/κοινωνική/ολοκληρωμένη/ποιοτική/πράσινη/σταδιακή/σταθερή/ταχεία/υγιής ~. ~ μιας εταιρείας/πόλης/χώρας. Μοντέλο/πρόγραμμα/ρυθμοί/σχέδιο/τροχιά ~ης. Αρνητική/μηδενική/πραγματική ~ της οικονομίας. Η ~ της βιομηχανίας/της γεωργίας/του διαδικτύου/του εμπορίου/της πληροφορικής/της τεχνολογίας/των τηλεπικοινωνιών/του τουρισμού. Αστική ~ και αναβάθμιση της ποιότητας ζωής. Περιφερειακή ~ και αποκέντρωση. Τοπική και εθνική ~. ~ και ανταγωνιστικότητα/απασχόληση/ευημερία. Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Επιβράδυνση της ~ης (στην ευρωζώνη).|| ~ των γραμμάτων/της επιστήμης/της παιδείας/του πολιτισμού/των τεχνών. Πβ. άνθιση, καλλιέργεια. Βλ. απο~, υπ~, υπερ~. ΑΝΤ. παρακμή 2. ΒΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ. δυναμική πορεία αύξησης, εξέλιξης και ωρίμανσης, χαρακτηριζόμενη από διαδοχικά στάδια, την οποία διανύει κάθε ζωντανός οργανισμός από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι την εφηβική ηλικία: ατομική/βιολογική/γνωστική/(δια)νοητική/(ψυχο)κοινωνική/πνευµατική/(ψυχο)σωματική ~. Aργή/καθυστερημένη/ομαλή/πρόωρη/φυσιολογική ~. Η ~ του παιδιού. ~ της νοημοσύνης/των οστών/της προσωπικότητας. Διαταραχές/επιβράδυνση/φάσεις της ~ης. Πβ. μεγάλωμα. Βλ. γήρανση, εξελικτική ψυχολογία.|| Το παιδί πρέπει να τρέφεται καλά, γιατί είναι (πάνω) στην ~ή του.|| ~ φυτού. 3. εμφάνιση, δημιουργία και σταδιακή αύξηση: ~ κλίματος εμπιστοσύνης/οικολογικής συνείδησης/σχέσεων συνεργασίας/υποδομών. ~ οικονομικών δραστηριοτήτων. ~ νεφώσεων. Σχεδιασμός και ~ ιστοσελίδων. Έρευνα και ~ νέων φαρμάκων. ~ δεξιοτήτων (= καλλιέργεια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ ιών/νοσημάτων. ~ μικροβίων/μυκήτων στο δέρμα.|| (ΦΥΣ.) ~ τριβής.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φωνήεντος µεταξύ συµφώνων (π.χ. "σταθιμός" αντί "σταθμός"). 4. (διεξοδική) ανάλυση, παρουσίαση: θεωρητική/λεπτομερής/πλήρης ~ (= πραγμάτευση) του θέματος. ~ των απόψεων/των ιδεών/ισχυρισμών (κάποιου). 5. επέκταση, εξάπλωση (στον χώρο): ελεγχόμενη/ραγδαία ~. (Οικιστική) ~ της πρωτεύουσας.|| Περιορισμένης έκτασης ~ αστυνομικών δυνάμεων. (ΑΘΛ.) Η επιθετική ~ των γηπεδούχων. ΑΝΤ. σύμπτυξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάπτυξη αγοράς: ΟΙΚΟΝ. στρατηγική που εφαρμόζει μια επιχείρηση για την αύξηση των πωλήσεών της μέσω της εξεύρεσης νέων αγορών. [< αγγλ. market development] , ανάπτυξη προϊόντων: ΟΙΚΟΝ. στρατηγική αύξησης των πωλήσεων με τη δημιουργία νέων, πιο ανταγωνιστικών προϊόντων ή υπηρεσιών ή τη βελτίωση όσων ήδη υπάρχουν. [< αγγλ. product development] , κόστος ανάπτυξης: ΟΙΚΟΝ. δαπάνες που καταβάλλονται για την έρευνα, τον σχεδιασμό, την παραγωγή ή βελτίωση προϊόντος (ή υπηρεσίας): ~ ~ και συντήρησης λογισμικού., οικονομική ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία μακροπρόθεσμης αύξησης του πραγματικού εισοδήματος μιας χώρας ή μιας περιοχής: ισόρροπη/περιφερειακή/τοπική ~ ~. [< αγγλ. economic development, 1902] , αξιοβίωτη ανάπτυξη βλ. αξιοβίωτος, βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη βλ. βιώσιμος, ενδογενής ανάπτυξη βλ. ενδογενής, έρευνα και ανάπτυξη βλ. έρευνα, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός ● ΦΡ.: υπό ανάπτυξη (λόγ.) & σε ανάπτυξη: για διαδικασία που δεν έχει ολοκληρωθεί, που βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση δημιουργίας, κατασκευής και εξέλιξης: επιχειρήσεις/οικονομίες/χώρες ~ ~ (= αναπτυσσόμενες). Προϊόντα ~ ~. Η ιστοσελίδα βρίσκεται ~ ~ (: υπό κατασκευή). [< αγγλ. under development] [< πβ. αρχ. ἀνάπτυξις ‘ξεδίπλωμα, άνοιγμα’, γαλλ. développement, αγγλ. development, γερμ. Entwicklung]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.