Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4260-4280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3326αναπρογραμματισμός[ἀναπρογραμματισμός] α-να-προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): επαναπρογραμματισμός. Βλ. ανα-.
3327αναπροσανατολίζω[ἀναπροσανατολίζω] α-να-προ-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αναπροσανατόλι-σε, αναπροσανατολί-στηκε, -σμένος} (λόγ.): δίνω καινούργιο προσανατολισμό, κατεύθυνση: ~σε ριζικά τις απόψεις/τη δράση/την τακτική του. [< γαλλ. réorienter, 1901]
3328αναπροσανατολισμός[ἀναπροσανατολισμός] α-να-προ-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπροσανατολίζω: επαγγελματικός/ιδεολογικός ~. ~ των δαπανών/της εκπαίδευσης/της πολιτικής. ~ στον επενδυτικό χώρο. ~ και αναδιοργάνωση της εταιρείας. [< γαλλ. ré orientation, 1952]
3329αναπροσαρμογή[ἀναπροσαρμογή] α-να-προ-σαρ-μο-γή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπροσαρμόζω: ~ της αξίας των ακινήτων/των επιτοκίων/μισθών/στόχων/τιμών. Ποσοστό τιμαριθμικής ~ής. ~ές: δρομολογίων/συντάξεων. [< γαλλ. réajustement, 1932]
3330αναπροσαρμόζω[ἀναπροσαρμόζω] α-να-προ-σαρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {αναπροσάρμο-σε, αναπροσαρμό-στηκε, -σμένος, αναπροσαρμόζ-οντας, -όμενος}: προσαρμόζω κάτι σε νέα στοιχεία ή δεδομένα: ~ το αρχικό μου σχέδιο. ~στηκε το ωράριο. Δάνειο με ~όμενο επιτόκιο. ~σμένο: πρόγραμμα. ~σμένες: τιμές. Σε ~σμένη βάση. [< γαλλ. réajuster, 1932]
3331αναπροσδιορίζω[ἀναπροσδιορίζω] α-να-προσ-δι-ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αναπροσδιόρι-σε, -στηκε, -σμένος}: επαναπροσδιορίζω: ~σε τις απόψεις/τη θέση/τις προτεραιότητές/τους στόχους του. ~εται μια έννοια/το περιεχόμενο ενός κειμένου. Βλ. επανεξετάζω. [< αγγλ. redefine]
3332αναπροσδιορισμός[ἀναπροσδιορισμός] α-να-προσ-δι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): επαναπροσδιορισμός: ~ αρμοδιοτήτων/καθηκόντων/κριτηρίων/στόχων. ~ του ρόλου (του κράτους). Ανακατατάξεις και ~οί. Βλ. επανεξέταση.
3333αναπτερώνω[ἀναπτερώνω] α-να-πτε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπτέρω-σε, αναπτερώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αναπτερών-οντας} (λόγ.): ενισχύω, τονώνω ψυχολογικά, ενθαρρύνω: ~θηκαν οι ελπίδες του. Με ~μένο ηθικό. [< αρχ. ἀναπτερῶ, μεσν. αναπτερώνω]
3334αναπτέρωση[ἀναπτέρωση] α-να-πτέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπτερώνω: ~ του αγωνιστικού φρονήματος (= ενίσχυση, τόνωση). Πβ. ενθάρρυνση. [< μτγν. ἀναπτέρωσις]
3335αναπτήρας[ἀναπτήρας] α-να-πτή-ρας ουσ. (αρσ.): συσκευή που παράγει μικρή φλόγα με σπινθήρα: ~ αυτοκινήτου/βενζίνης/υγραερίου. Ανάβω το γκαζάκι/τσιγάρο με τον ~α. Έχεις ~α (= φωτιά); Πβ. ζίπο, τσακμάκι. Βλ. σπίρτο, -τήρας. ● Υποκ.: αναπτηράκι (το) [< γερμ. Anzünder]
3336ανάπτυγμα[ἀνάπτυγμα] α-νά-πτυγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. το αποτέλεσμα του αναπτύσσω, ανάπτυξη, εκδίπλωση: (ΓΕΩΜ.) ~ επιφάνειας/κύβου/κυλίνδρου/πυραμίδας.|| Το ~ των ακτών. Βλ. σύμπτυξη.|| (ΜΑΘ.) ~ συνάρτησης (: παράσταση συνάρτησης ως άθροισμα απλούστερων συναρτήσεων). || ~ εξωφύλλου. 2. η απόσταση που διανύει ο ποδηλάτης σε μια πλήρη στροφή του πεταλιού. [< γαλλ. développement]
3337αναπτυγμένος, η, ο [ἀναπτυγμένος] α-να-πτυγ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) ανεπτυγμένος 1. προηγμένος, εξελιγμένος, ισχυρός: ~ος: τομέας. ~η: αγορά/βιομηχανία/οικονομία (= ακμάζουσα). ~ο: δίκτυο/κράτος/σύστημα. Περιοχή τουριστικά ~η. Περιβάλλον τεχνολογικά ~ο.|| ~ος: εγκέφαλος. ~η: νοημοσύνη (= υψηλή). ~ο: παιδί. Έχει ~ο το αίσθημα της φιλοξενίας/το ένστικτο της προστασίας (= εξαιρετικά έντονο). Μαθητής με ~ες δεξιότητες/ικανότητες.|| Πλήρως ~ο σώμα (= ώριμο). ~α: φυτά (: μεγάλα, ψηλά). 2. που παρουσιάζεται αναλυτικά: ~η: μορφή κειμένου (ΑΝΤ. περιληπτική). Κάθε κεφάλαιο είναι ~ο σε δύο ενότητες. 3. απλωμένος (στον χώρο), εκτεινόμενος: Το χωριό είναι ~ο σε μια έκταση ... στρεμμάτων. ΑΝΤ. συνεπτυγμένος.|| (ΜΑΘ.) ~η αλγεβρική παράσταση (: ισοδύναμη με μια άλλη, αλλά εκτενέστερη). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες: προηγμένες, εξελιγμένες οικονομικά, βιομηχανικά, τεχνολογικά και κοινωνικά· κατ' επέκτ. ισχυρές. Βλ. αναπτυσσόμενες χώρες, Τρίτος Κόσμος, υπανάπτυκτες χώρες. ● βλ. αναπτύσσω [< αρχ. ἀνεπτυγμένος, γαλλ. développé, αγγλ. developed]
3338ανάπτυξη[ἀνάπτυξη] α-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. πρόοδος, εξέλιξη, ακμή: αγροτική/αλματώδης/δυναμική/κοινωνική/ολοκληρωμένη/ποιοτική/πράσινη/σταδιακή/σταθερή/ταχεία/υγιής ~. ~ μιας εταιρείας/πόλης/χώρας. Μοντέλο/πρόγραμμα/ρυθμοί/σχέδιο/τροχιά ~ης. Αρνητική/μηδενική/πραγματική ~ της οικονομίας. Η ~ της βιομηχανίας/της γεωργίας/του διαδικτύου/του εμπορίου/της πληροφορικής/της τεχνολογίας/των τηλεπικοινωνιών/του τουρισμού. Αστική ~ και αναβάθμιση της ποιότητας ζωής. Περιφερειακή ~ και αποκέντρωση. Τοπική και εθνική ~. ~ και ανταγωνιστικότητα/απασχόληση/ευημερία. Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Επιβράδυνση της ~ης (στην ευρωζώνη).|| ~ των γραμμάτων/της επιστήμης/της παιδείας/του πολιτισμού/των τεχνών. Πβ. άνθιση, καλλιέργεια. Βλ. απο~, υπ~, υπερ~. ΑΝΤ. παρακμή 2. ΒΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ. δυναμική πορεία αύξησης, εξέλιξης και ωρίμανσης, χαρακτηριζόμενη από διαδοχικά στάδια, την οποία διανύει κάθε ζωντανός οργανισμός από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι την εφηβική ηλικία: ατομική/βιολογική/γνωστική/(δια)νοητική/(ψυχο)κοινωνική/πνευµατική/(ψυχο)σωματική ~. Aργή/καθυστερημένη/ομαλή/πρόωρη/φυσιολογική ~. Η ~ του παιδιού. ~ της νοημοσύνης/των οστών/της προσωπικότητας. Διαταραχές/επιβράδυνση/φάσεις της ~ης. Πβ. μεγάλωμα. Βλ. γήρανση, εξελικτική ψυχολογία.|| Το παιδί πρέπει να τρέφεται καλά, γιατί είναι (πάνω) στην ~ή του.|| ~ φυτού. 3. εμφάνιση, δημιουργία και σταδιακή αύξηση: ~ κλίματος εμπιστοσύνης/οικολογικής συνείδησης/σχέσεων συνεργασίας/υποδομών. ~ οικονομικών δραστηριοτήτων. ~ νεφώσεων. Σχεδιασμός και ~ ιστοσελίδων. Έρευνα και ~ νέων φαρμάκων. ~ δεξιοτήτων (= καλλιέργεια).|| (ΙΑΤΡ.) ~ ιών/νοσημάτων. ~ μικροβίων/μυκήτων στο δέρμα.|| (ΦΥΣ.) ~ τριβής.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φωνήεντος µεταξύ συµφώνων (π.χ. "σταθιμός" αντί "σταθμός"). 4. (διεξοδική) ανάλυση, παρουσίαση: θεωρητική/λεπτομερής/πλήρης ~ (= πραγμάτευση) του θέματος. ~ των απόψεων/των ιδεών/ισχυρισμών (κάποιου). 5. επέκταση, εξάπλωση (στον χώρο): ελεγχόμενη/ραγδαία ~. (Οικιστική) ~ της πρωτεύουσας.|| Περιορισμένης έκτασης ~ αστυνομικών δυνάμεων. (ΑΘΛ.) Η επιθετική ~ των γηπεδούχων. ΑΝΤ. σύμπτυξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάπτυξη αγοράς: ΟΙΚΟΝ. στρατηγική που εφαρμόζει μια επιχείρηση για την αύξηση των πωλήσεών της μέσω της εξεύρεσης νέων αγορών. [< αγγλ. market development] , ανάπτυξη προϊόντων: ΟΙΚΟΝ. στρατηγική αύξησης των πωλήσεων με τη δημιουργία νέων, πιο ανταγωνιστικών προϊόντων ή υπηρεσιών ή τη βελτίωση όσων ήδη υπάρχουν. [< αγγλ. product development] , κόστος ανάπτυξης: ΟΙΚΟΝ. δαπάνες που καταβάλλονται για την έρευνα, τον σχεδιασμό, την παραγωγή ή βελτίωση προϊόντος (ή υπηρεσίας): ~ ~ και συντήρησης λογισμικού., οικονομική ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία μακροπρόθεσμης αύξησης του πραγματικού εισοδήματος μιας χώρας ή μιας περιοχής: ισόρροπη/περιφερειακή/τοπική ~ ~. [< αγγλ. economic development, 1902] , αξιοβίωτη ανάπτυξη βλ. αξιοβίωτος, βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη βλ. βιώσιμος, ενδογενής ανάπτυξη βλ. ενδογενής, έρευνα και ανάπτυξη βλ. έρευνα, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης βλ. ευρωπαϊκός ● ΦΡ.: υπό ανάπτυξη (λόγ.) & σε ανάπτυξη: για διαδικασία που δεν έχει ολοκληρωθεί, που βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση δημιουργίας, κατασκευής και εξέλιξης: επιχειρήσεις/οικονομίες/χώρες ~ ~ (= αναπτυσσόμενες). Προϊόντα ~ ~. Η ιστοσελίδα βρίσκεται ~ ~ (: υπό κατασκευή). [< αγγλ. under development] [< πβ. αρχ. ἀνάπτυξις ‘ξεδίπλωμα, άνοιγμα’, γαλλ. développement, αγγλ. development, γερμ. Entwicklung]
3339αναπτυξιακός, ή, ό [ἀναπτυξιακός] α-να-πτυ-ξι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την οικονομική κυρ. ανάπτυξη: ~ός: νόμος/οργανισμός/σχεδιασμός. ~ή: δράση/εταιρεία/πολιτική/πορεία. ~ό: μοντέλο/σχέδιο. ~οί: πόροι. ~ές: δραστηριότητες/μελέτες/προοπτικές. ~ά: έργα/μέτρα/προγράμματα. Βλ. αντι~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ή: βιολογία/(παιδ)ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυξιακές διαταραχές βλ. διαταραχή, εξελικτική ψυχολογία βλ. εξελικτικός [< αγγλ. developmental]
3340αναπτυξιολογία[ἀναπτυξιολογία] α-να-πτυ-ξι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος της Παιδιατρικής που μελετά την ομαλή ή όχι οργανική και ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού από τη βρεφική έως και την εφηβική ηλικία. Πβ. εξελικτική ψυχολογία. Βλ. γενετική ψυχολογία, -λογία.
3341αναπτυξιολόγος[ἀναπτυξιολόγος] α-να-πτυ-ξι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): παιδίατρος ειδικός στην αναπτυξιολογία. Βλ. -λόγος.
53037Αναπτυσσομενος

, η, ο [ὑπανάπτυκτος] υ-πα-νά-πτυ-κτος επίθ. & υποανάπτυκτος 1. που υπολείπεται σε εξέλιξη, κυρ. όσον αφορά την οικονομία, την τεχνολογία, την κοινωνία, τον πολιτισμό· που δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς: ~ος: λαός. ~ο: κράτος. ~ες: κοινωνίες.|| ~α: δέντρα. 2. (μειωτ.) (για πρόσ.) που υστερεί σε μόρφωση, πνευματική καλλιέργεια ή τρόπους. ● ΣΥΜΠΛ.: υπανάπτυκτες χώρες (παλαιότ.-μειωτ.): χώρες με χαμηλό βιοτικό επίπεδο, οι οποίες δεν είναι οικονομικά, βιομηχανικά, τεχνολογικά και κοινωνικά αναπτυγμένες. Βλ. αναπτυσσόμενες χώρες, ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες, Τρίτος Κόσμος. [< αγγλ. underdeveloped]

3342αναπτύσσω[ἀναπτύσσω] α-να-πτύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανέπτυξα, αναπτύσσ-εται, αναπτύ-χθηκε, -γμένος (λόγ.) ανεπτυγμένος, αναπτυσσ-όμενος, -οντας} 1. αναδεικνύω και βελτιώνω, αυξάνω ή ισχυροποιώ κάτι που προϋπάρχει: Η γυμναστική ~ει το σώμα και το πνεύμα. Βοηθήστε τα παιδιά να ~ξουν δεξιότητες/τις ικανότητές τους/την κριτική τους σκέψη (πβ. ασκώ, καλλιεργώ). Πόλη που ~χθηκε σε (= εξελίχθηκε σε) σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Επιχείρηση/οικονομία/χώρα που ~εται (= προοδεύει, εξελίσσεται, παρουσιάζει βελτίωση των ποιοτικών και ποσοτικών της μεγεθών) με γοργούς ρυθμούς. 2. δημιουργώ, παράγω: ~ονται (νέες) ιδέες/λύσεις/μέθοδοι (= επινοούνται, συλλαμβάνονται). ~χθηκαν ανταγωνισμοί/εντάσεις/έριδες/προβληματισμοί/πρωτοβουλίες/συγκρούσεις. Θα ~χθούν νεφώσεις στα ηπειρωτικά. Τροφές στις οποίες έχουν ~χθεί μύκητες (= εμφανιστεί, παρουσιαστεί). 3. (αρχίζω να) έχω ή αποκτώ: Παιδιά που ανέπτυξαν επιθετική συμπεριφορά/δεσμούς συνεργασίας.|| Εταιρεία που έχει ~ξει δράση/δραστηριότητα (= δραστηριοποιείται) στον χώρο των τηλεπικοινωνιών. 4. αυξάνω βαθμιαία: Αυτοκίνητο/οδηγός/τρένο που ~ει ταχύτητα (= επιταχύνει). Η διάθεση και το ενδιαφέρον ~ονται με τα κίνητρα. ΑΝΤ. ελαττώνω 5. απλώνω, εξαπλώνω (στον χώρο): Στα ανατολικά του νησιού ~ονται (= εκτείνονται) δάση. Οι γηπεδούχοι ~ονται σωστά στον αγωνιστικό χώρο. Άρματα μάχης και στρατιώτες ~χθηκαν σε όλη την περιοχή. ΑΝΤ. συμπτύσσω (2) 6. αναλύω, παρουσιάζω (διεξοδικά): ~ τις σκέψεις μου. Θέματα που ~ονται (λεπτομερώς) στη συνέχεια του βιβλίου. Πβ. πραγματεύομαι. ● Παθ.: αναπτύσσεται: μεγαλώνει, ωριμάζει σταδιακά: Εγκέφαλος/έμβρυο/σώμα που ~ κανονικά/ομαλά. Φυτό που ~ σε αμμώδη εδάφη. ~ονται αγκάθια/βλαστοί/καρποί/ρίζες (βλ. ξεπετάγεται). ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυσσόμενες χώρες & αναπτυσσόμενος κόσμος: ΟΙΚΟΝ. που βρίσκονται σε πρωτογενές στάδιο οικονομικής ανάπτυξης: Εξάρτηση των ~ων ~ών από τις αναπτυγμένες/βιομηχανοποιημένες χώρες. Βλ. υπανάπτυκτες χώρες, Τρίτος Κόσμος. [< αγγλ. developing countries, 1964] ● βλ. αναπτυγμένος [< πβ. αρχ. ἀναπτύσσω ‘ξεδιπλώνω, ανοίγω, αποκαλύπτω’, γαλλ. développer, αγγλ. develop]
3343αναρή[ἀναρή] α-να-ρή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κυπριακή μυζήθρα.
3344αναρθρία[ἀναρθρία] α-ναρ-θρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά μορφή δυσαρθρίας που οφείλεται σε παράλυση των φωνητικών μυών. Πβ. αλαλία, αφασία. [< αρχ. ἀναρθρία 'αδυναμία των αρθρώσεων', γερμ. Anarthrie, γαλλ. anarthrie, αγγλ. anarthria]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.