| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42214 | πρέσβειρα | βλ. πρέσβης | |
| 42215 | πρεσβευτής | πρε-σβευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κλητ. πρεσβευτά} 1. πρέσβης. 2. (μτφ.) εκπρόσωπος μιας χώρας στο εξωτερικό, κυρ. σε τομείς όπως ο αθλητισμός, η επιστήμη, ο πολιτισμός, το εμπόριο: άξιοι ~ές του ελληνισμού. Οι καλύτεροι ~ές. ● ΣΥΜΠΛ.: πρέσβης/πρέσβειρα καλής θελήσεως βλ. πρέσβης [< αρχ. πρεσβευτής, γαλλ. ambassadeur] | |
| 42216 | πρεσβευτικός | , ή, ό πρε-σβευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρεσβευτή ή την πρεσβεία: ~ός: βαθμός. ~ή: κατοικία/συνδιάσκεψη. ~ές: αρχές. Βλ. προξενικός. [< μτγν. πρεσβευτικός] | |
| 42217 | πρεσβεύω | πρε-σβεύ-ω ρ. (μτβ.) {πρέσβευ-σε, πρεσβεύ-σει, -οντας} (λόγ.): υποστηρίζω άποψη, ιδεολογία: ~ει την αξία/το ιδανικό της ελευθερίας. Δεν ξέρω τι ~ει πολιτικά. Πβ. πιστεύω, φρονώ.|| Θεωρία που ~ει ότι ... ● πρεσβεύει: ΕΚΚΛΗΣ. (για την Παναγία ή τους Αγίους) μεσιτεύει: ~ στον Χριστό για τη σωτηρία μας. [< μτγν. πρεσβεύω] | |
| 42218 | πρέσβης | πρέ-σβης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-η (λόγ.) -εως (θηλ. -εως) | -εις, -εων} & πρέσβειρα (η) & (λόγ.) πρέσβυς (ο) 1. προϊστάμενος πρεσβείας, ανώτερος διπλωμάτης εξουσιοδοτημένος να αντιπροσωπεύει μία χώρα στο εξωτερικό: ~ επί τιμή (συντομ.) ε.τ. (: τιμητικός τίτλος που απονέμεται σε συνταξιούχο πρέσβη· επίτιμος). ~ εκ προσωπικοτήτων (: που δεν προέρχεται από το διπλωματικό σώμα). Ανάκληση ~η. Διαπιστευμένοι ~εις. Έκτακτος και πληρεξούσιος ~. Διετέλεσε/διορίστηκε ~. Ο ~ της ... επέδωσε τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε επίπεδο ~εων. Πβ. διπλωματικός αντιπρόσωπος. Βλ. πρόξενος. ΣΥΝ. πρεσβευτής (1) 2. {κυρ. στο θηλ. πρέσβειρα} (μτφ.) άξιος εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος: ~ειρα ομορφιάς/πολιτισμού. ~ειρα της εταιρείας καλλυντικών ... ● ΣΥΜΠΛ.: πρέσβης/πρέσβειρα καλής θελήσεως & πρεσβευτής καλής θελήσεως: εκπρόσωπος κράτους ή οργανισμού σε άλλες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς με στόχο συνήθ. τη βελτίωση των διακρατικών σχέσεων, την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας: ~ειρα ~ ~ του ΟΗΕ/της ΟΥΝΕΣΚΟ/της UNICEF. [< αγγλ. ambassador of good will] [< αρχ. πρέσβυς, πρέσβειρα 'γυναίκα μεγάλης ηλικίας', γαλλ. ambassadeur] | |
| 42219 | πρεσβυγενής | , ής, ές πρε-σβυ-γε-νής επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Πρεσβυγενή/Παλαίφατα Πατριαρχεία βλ. πατριαρχείο [< αρχ. πρεσβυγενής ‘αρχαίος’] | |
| 42220 | πρεσβυτέρα | πρε-σβυ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. σύζυγος ιερέα. Πβ. παπαδιά. Βλ. πρεσβύτερος. [< μτγν. πρεσβυτέρα] | |
| 42221 | πρεσβυτεριανισμός | πρε-σβυ-τε-ρι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. εκκλησιαστικό σύστημα που εφάρμοσε ο Καλβίνος, βάσει του οποίου η διοίκηση της Εκκλησίας παραχωρείται σε μικτό σώμα λαϊκών και κληρικών που αποτελούν πρεσβυτέριο. Βλ. καλβιν-, λουθηραν-ισμός. [< γαλλ. presbytérianisme, αγγλ. presbyterianism] | |
| 42222 | πρεσβυτεριανός | , ή, ό πρε-σβυ-τε-ρι-α-νός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πρεσβυτεριανισμό: ~ή: εκκλησία.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: οπαδοί του πρεσβυτεριανισμού). Βλ. -ιανός, λουθηραν-, προτεσταντ-ικός. [< γαλλ. presbytérien, αγγλ. presbyterian] | |
| 42223 | πρεσβυτέριο | πρε-σβυ-τέ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον πλήθ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (περιληπτ.) όλοι οι πρεσβύτεροι: τίμιο ~. Πβ. ιερατείο. 2. (κυρ. στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) κατοικία του ιερέα. [< 1: μτγν. πρεσβυτέριον 2: γαλλ. presbytère] | |
| 42224 | πρεσβύτερος | πρε-σβύ-τε-ρος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. βαθμός της ιεροσύνης, έγγαμος ιερέας: Χειροτονήθηκε ~. Βλ. αιδεσιμότατος, διάκονος, επίσκοπος, πρωτο~, πρεσβυτέρα. [< μτγν. πρεσβύτερος] | |
| 42225 | πρεσβύτερος | , η, ο πρε-σβύ-τε-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.): που είναι μεγαλύτερος σε ηλικία, σε σχέση με κάποιον άλλο. || (ως ουσ. ) Οι ~οι (= ηλικιωμένοι, παλιότεροι). Πβ. γέροντας. ΑΝΤ. νεότερος (1) [< αρχ. πρεσβύτερος] | |
| 42226 | πρεσβύτης | πρε-σβύ-της ουσ. (αρσ.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): άντρας μεγάλης ηλικίας: θαλερός ~. Πβ. γέροντας. [< αρχ. πρεσβύτης] | |
| 42227 | πρεσβύωπας | πρε-σβύ-ω-πας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) πρεσβύωψ: άτομο που πάσχει από πρεσβυωπία. Βλ. μύωπας. [< γαλλ. presbyte, αγγλ. presbyope] | |
| 42228 | πρεσβυωπία | πρε-σβυ-ω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ικανότητα προσαρμογής του οφθαλμού στην κοντινή όραση, που συμβαίνει συνήθ. στη μέση ηλικία, λόγω βαθμιαίας ελάττωσης της ελαστικότητας του κρυσταλλοειδούς φακού: γυαλιά ~ας. Βλ. αμετρ-, μυ-ωπία. [< γαλλ. presbyopie, νεότ. presbytie, αγγλ. presbyopia, γερμ. Presbyopie] | |
| 42229 | πρεσβυωπικός | , ή, ό πρε-σβυ-ω-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πρεσβυωπία ή τον πρεσβύωπα: ~ά: γυαλιά. Βλ. μυωπικός. [< αγγλ. presbyopic] | |
| 42230 | πρεσβύωψ | βλ. πρεσβύωπας | |
| 42231 | πρέσινγκ | πρέ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πρέσιγκ (προφ.): ΑΘΛ. πρεσάρισμα: ~ σε όλο το γήπεδο. Πβ. τζαρτζάρισμα. Βλ. πάσινγκ γκέιμ.|| (μτφ.) Ασφυκτικό ~ στην κυβέρνηση. [< αγγλ. pressing] | |
| 42232 | πρεσοστάτης | πρε-σο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. πιεζοστάτης. Βλ. -στάτης. [< γαλλ. pressostat, γερμ. Pressostat] | |
| 42233 | πρεστίζ | πρε-στίζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γόητρο, κύρος: Ανεβάζω/διατηρώ/χάνω το ~ μου. Για (λόγους) ~. Είναι ζήτημα/θέμα ~. Αξίωμα/θέση/πρόσωπο με σημαντικό/υψηλό ~. Πβ. ίματζ. Βλ. προφίλ. [< γαλλ. prestige] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ