Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42780-42800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42223πρεσβυτέριοπρε-σβυ-τέ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον πλήθ.} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (περιληπτ.) όλοι οι πρεσβύτεροι: τίμιο ~. Πβ. ιερατείο. 2. (κυρ. στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) κατοικία του ιερέα. [< 1: μτγν. πρεσβυτέριον 2: γαλλ. presbytère]
42224πρεσβύτεροςπρε-σβύ-τε-ρος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. βαθμός της ιεροσύνης, έγγαμος ιερέας: Χειροτονήθηκε ~. Βλ. αιδεσιμότατος, διάκονος, επίσκοπος, πρωτο~, πρεσβυτέρα. [< μτγν. πρεσβύτερος]
42225πρεσβύτερος, η, ο πρε-σβύ-τε-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.): που είναι μεγαλύτερος σε ηλικία, σε σχέση με κάποιον άλλο. || (ως ουσ. ) Οι ~οι (= ηλικιωμένοι, παλιότεροι). Πβ. γέροντας. ΑΝΤ. νεότερος (1) [< αρχ. πρεσβύτερος]
42226πρεσβύτηςπρε-σβύ-της ουσ. (αρσ.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): άντρας μεγάλης ηλικίας: θαλερός ~. Πβ. γέροντας. [< αρχ. πρεσβύτης]
42227πρεσβύωπαςπρε-σβύ-ω-πας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) πρεσβύωψ: άτομο που πάσχει από πρεσβυωπία. Βλ. μύωπας. [< γαλλ. presbyte, αγγλ. presbyope]
42228πρεσβυωπίαπρε-σβυ-ω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ικανότητα προσαρμογής του οφθαλμού στην κοντινή όραση, που συμβαίνει συνήθ. στη μέση ηλικία, λόγω βαθμιαίας ελάττωσης της ελαστικότητας του κρυσταλλοειδούς φακού: γυαλιά ~ας. Βλ. αμετρ-, μυ-ωπία. [< γαλλ. presbyopie, νεότ. presbytie, αγγλ. presbyopia, γερμ. Presbyopie]
42229πρεσβυωπικός, ή, ό πρε-σβυ-ω-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πρεσβυωπία ή τον πρεσβύωπα: ~ά: γυαλιά. Βλ. μυωπικός. [< αγγλ. presbyopic]
42230πρεσβύωψβλ. πρεσβύωπας
42231πρέσινγκπρέ-σινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πρέσιγκ (προφ.): ΑΘΛ. πρεσάρισμα: ~ σε όλο το γήπεδο. Πβ. τζαρτζάρισμα. Βλ. πάσινγκ γκέιμ.|| (μτφ.) Ασφυκτικό ~ στην κυβέρνηση. [< αγγλ. pressing]
42232πρεσοστάτηςπρε-σο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. πιεζοστάτης. Βλ. -στάτης. [< γαλλ. pressostat, γερμ. Pressostat]
42233πρεστίζπρε-στίζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γόητρο, κύρος: Ανεβάζω/διατηρώ/χάνω το ~ μου. Για (λόγους) ~. Είναι ζήτημα/θέμα ~. Αξίωμα/θέση/πρόσωπο με σημαντικό/υψηλό ~. Πβ. ίματζ. Βλ. προφίλ. [< γαλλ. prestige]
42234πρετ-α-πορτέπρετ-α-πορ-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πρεταπορτέ: ρούχο μαζικής παραγωγής, έτοιμο να φορεθεί· ο αντίστοιχος βιοτεχνικός κλάδος: γυναικείο ~.|| Επέκτειναν τις δραστηριότητές τους στο ~.|| (ως επίθ.) ~ κουστούμι. [< γαλλ. prêt-à-porter, 1951 < αμερικ. ready-to-wear, 1895]
42235πρέφαπρέ-φα ουσ. (θηλ.): χαρτοπαίγνιο για τρεις παίκτες, το οποίο παίζεται με τριάντα δύο τραπουλόχαρτα. Βλ. δηλωτή, κολτσίνα, ξερή. ● ΦΡ.: παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά βλ. παίρνω [< γαλλ. préférence]
42236πρεφαδόροςπρε-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): παίκτης πρέφας, συνήθ. ικανός. Βλ. -αδόρος.
42237πρήζωπρή-ζω ρ. (μτβ.) {έπρη-ξα, πρή-ξει, -στηκα, -στεί, πρήζ-οντας, πρη-σμένος} (μτφ.): γίνομαι ενοχλητικός, ταλαιπωρώ, παιδεύω κάποιον: Μας ~ει διαρκώς με την γκρίνια του. Σταμάτα πια να μιλάς, μας ~ξες! Μ' ~ξε, ώσπου να πει το ναι. Την έχει ~ξει να συναντηθούν. ● Παθ.: πρήζομαι: εμφανίζω φούσκωμα, διόγκωση, οίδημα, συνήθ. σε κάποιο μέρος του σώματος: Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ~ονται ελαφρά τα πόδια. Άρχισε να ~εται ολόκληρος, μόλις τον τσίμπησε σφήκα. ~στηκαν οι αδένες/αμυγδαλές του. Έχει ~στεί το δόντι/μάγουλό μου. ~στηκα από το πάχος/το πολύ φαΐ (πβ. σκάω, τουμπανιάζω)/τα φάρμακα. Τα μάτια του έχουν ~στεί από την αϋπνία/το κλάμα/το ξενύχτι. Σηκώθηκα ~σμένη από τον ύπνο. ~σμένη κοιλιά (από την ασιτία). ● ΦΡ.: μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε (προφ.): με ενόχλησε, με εκνεύρισε πάρα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα: Μας ~ ~ με τις θεωρίες του. ~ ~ με τις γκρίνιες/ιδιοτροπίες της. Πβ. με έφερε/έφτασε στο αμήν. ΣΥΝ. μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι, μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα βλ. αρχίδι [< μεσν. πρήζω < αρχ. πρήθω]
42239πρηνής, ής, ές πρη-νής επίθ. {πρην-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που βρίσκεται μπρούμυτα: ~ής: θέση/στάση. ΑΝΤ. ανάσκελος, ύπτιος [< αρχ. πρηνής]
42240πρηνισμόςπρη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣΙΟΛ. στροφή του πήχη του χεριού, ώστε η παλάμη να είναι γυρισμένη προς τα κάτω ή προς τα πίσω· μετακίνηση του έσω χείλους και του επιμήκους τόξου του ποδιού προς τα κάτω: ~ της ποδοκνημικής. ~ του αντιβραχίου. Βλ. -ισμός, πελματογράφημα, υπτιασμός. [< μτγν. πρηνισμός, γαλλ. pronation]
42241πρηνιστήςπρη-νι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. ο ένας από τους δυο μύες του αντιβραχίονα που επιτρέπει την κίνηση του πρηνισμού: στρογγυλός/τετράγωνος ~.|| (κ. ως επίθ.) ~ μυς. [< γαλλ. pronateur]
42242πρήξιμοπρή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. οίδημα, φούσκωμα σε κάποιο μέλος του σώματος: ~ στα μάτια/στα πόδια/στο πρόσωπο/στα χείλη. ~ των λεμφαδένων/των χεριών. Το ~ υποχώρησε. Πβ. διόγκωση.|| ~ στην κοιλιά/στο στομάχι (: από μεγάλη κατανάλωση φαγητού ή ποτού· βλ. τυμπανισμός). 2. (μτφ.-προφ.) ψυχική κούραση ή ταλαιπωρία: Δεν αντέχω/γλίτωσα το καθημερινό ~. ● Υποκ.: πρηξιματάκι (το): στη σημ. 1.
42243πριαπισμόςπρι-α-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παρατεταμένη και επώδυνη στύση του πέους χωρίς σεξουαλική διέγερση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. πριαπισμός, αγγλ. priapism, γαλλ. priapisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.