Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [42800-42820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42245πρίγκιπας, πριγκίπισσαπρί-γκι-πας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πριγκίπων | λαϊκό θηλ. πριγκιπέ(σ)σα} 1. παιδί βασιλιά ή γενικότ. μέλος βασιλικής οικογένειας. 2. ανώτατος άρχοντας κρατιδίου: ο ~ του Μονακό. 3. (μτφ.) άτομο με αρχοντική συμπεριφορά: πραγματικός ~. Πβ. αρχοντάνθρωπος. 4. (μτφ.) πλούσιος, που ζει με ανέσεις: Του αρέσει να ζει σαν ~ (= άρχοντας, πασάς). Την αγαπάει τόσο πολύ που την έχει σαν ~ισσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού & το πριγκιπόπουλο/βασιλόπουλο του παραμυθιού (συνήθ. ειρων.): ο ιδανικός, ο τέλειος άνδρας για μια γυναίκα. [< γερμ. Märchenprinz] [< μεσν. πρίγκιπας, πριγκίπισσα]
42246πριγκιπάτο[πριγκιπᾶτο] πρι-γκι-πά-το ουσ. (ουδ.): κρατίδιο που κυβερνάται από πρίγκιπα: το ~ του Λιχτενστάιν/Μονακό.|| (ΙΣΤ.) ~ της Αχαΐας. Βλ. -άτο. [< μεσν. πριγκιπάτο(ν)]
42247πριγκιπικός, ή, ό πρι-γκι-πι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε πρίγκιπα: ~ός: τίτλος. ~ή: οικογένεια. ~ό: ζεύγος/παλάτι. 2. (μτφ.) πολυτελής, μεγαλοπρεπής: ~ός: γάμος. ~ή: ζωή.|| ~ή: συμπεριφορά (= αρχοντική). ● επίρρ.: πριγκιπικά [< μεσν. πριγκιπικός]
42248πριγκιπόπουλο, πριγκιποπούλαπρι-γκι-πό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.) 1. παιδί πρίγκιπα ή βασιλιά· νεαρός πρίγκιπας ή πριγκίπισσα. Πβ. βασιλόπουλο. 2. (στο ουδ., μτφ.) παιδί που μεγαλώνει σε πλούσιο και άνετο περιβάλλον. Πβ. πλουσιόπαιδο. Βλ. -όπουλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού βλ. πρίγκιπας, πριγκίπισσα
42249πρίζαπρί-ζα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) μπρίζα: ΗΛΕΚΤΡ. μέρος ηλεκτρικής εγκατάστασης, συνήθ. σε τοίχο, από το οποίο παρέχεται ρεύμα σε ηλεκτρικές συσκευές, ρευματοδότης· κατ' επέκτ. ρευματολήπτης, φις: ~ ασφαλείας/δικτύου/κεραίας/σούκο/τηλεφώνου. ~ δώδεκα βολτ. ~ διελεύσεως δύο/τριών εξόδων. Διπλή/μονή/τερματική ~. Βάζω/συνδέω το ψυγείο στην ~. Ξέχασε το σίδερο στην ~.|| Έβγαλε/τράβηξε την ~ της τηλεόρασης. Βλ. πολύμπριζο. ● Υποκ.: πριζούλα & μπριζούλα (η) ● ΦΡ.: είμαι στην πρίζα (προφ.): σε υπερένταση: Δεν μπορώ να ηρεμήσω, είμαι συνεχώς ~ ~ (= μπριζωμένος). [< γαλλ. prise]
42250πριμουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πρόσθετη αμοιβή, συνήθ. ως επιβράβευση για υψηλή απόδοση: ~ αποδοτικότητας/παραγωγικότητας. Πβ. επιμίσθιο, μπόνους.|| (ειδικότ., ΑΘΛ.) ~ κατάκτησης τίτλου/νίκης/πρόκρισης. ~ ύψους ... ευρώ θα μοιραστούν οι παίκτες της ομάδας. 2. μορφή επιδότησης ή πριμοδότησης: ~ εξαγωγών (: σε επιχειρήσεις με πωλήσεις στο εξωτερικό). 3. (σπάν.) (για μετοχές, χρεόγραφα) τίμημα υψηλότερο του αρχικού. [< γαλλ. prime]
42251πρίμαπρί-μα επίρρ. 1. (μτφ.) ευνοϊκά, κατ' ευχή(ν): Όλα (μου) πάνε ~ (= μια χαρά). Εύχομαι να σου έρθουν όλα ~. 2. ΝΑΥΤ. με ούριο άνεμο: Ταξιδέψαμε ~ με το ιστιοφόρο μας. Βλ. όρτσα, πρίμος2. [< μεσν. πρύμα < αρχ. πρύμνα ‘πρύμνη’ – παλαιότ. ορθογρ. πρύμα]
42252πρίμα βίσταπρί-μα βί-στα επίρρ. 1. ΜΟΥΣ. (για εκτέλεση μουσικού κομματιού) χωρίς μελέτη, προετοιμασία ή πρόβα. 2. (γενικότ.) για οποιαδήποτε εργασία γίνεται χωρίς προετοιμασία· με την πρώτη ματιά. [< ιταλ. prima vista]
42253πριμαντόναπρι-μα-ντό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. πρωταγωνίστρια όπερας, συνήθ. σοπράνο. 2. (μτφ.) γυναίκα ιδιότροπη, ιδιαίτερα απαιτητική και υπεροπτική. Πβ. ντίβα. [< ιταλ. prima donna]
42254πριμάτος[πριμᾶτος] πρι-μά-τος ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. (κυρ. στη Ρωμαιοκαθολική ή την Αγγλικανική Εκκλησία) τιμητικός τίτλος ανώτατου κληρικού. [< μεσν. λατ. primatus]
42255πριμιτιβισμόςπρι-μι-τι-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία που εμπνέεται από την τέχνη των πρωτόγονων πολιτισμών και γενικότ. από πρώιμες καλλιτεχνικές δημιουργίες. Βλ. -ισμός. 2. θεωρία που πρεσβεύει την επιστροφή σε πρωτόγονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. ΣΥΝ. πρωτογονισμός (2) [< αγγλ. primitivism, γαλλ. primitivisme, πριν από το 1904]
42256πριμιτιβιστήςπρι-μι-τι-βι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του πριμιτιβισμού. [< αγγλ. primitivist, 1926]
42257πριμιτιβιστικός, ή, ό πρι-μι-τι-βι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον πριμιτιβισμό ή στον πριμιτιβιστή. [< αγγλ. primitivistic, 1943]
42258πριμιτίφπρι-μι-τίφ επίθ. {άκλ.} & πριμιτίβ : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (για καλλιτέχνη, συνήθ. αυτοδίδακτο) που η απλοϊκή τέχνη του έχει τα γνωρίσματα του πριμιτιβισμού: ~ ζωγράφοι. Πβ. ναΐφ. [< γαλλ. primitif]
42259πρίμοπρί-μο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η υψηλότερη, η πρώτη φωνή σε χορωδία ή ντουέτο: Τραγουδούσε ~.|| ~ σεκόντο (= διφωνία).πρίμα (τα) 1. η περιοχή υψηλών συχνοτήτων και το σύστημα της ρύθμισής της στα μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου (π.χ. ραδιόφωνο, στερεοφωνικό συγκρότημα): Ανεβάζω/χαμηλώνω τα ~. ΑΝΤ. μπάσα. 2. ΜΟΥΣ. οι υψηλότεροι φθόγγοι μελωδίας. [< ιταλ. primo]
42260πριμοδοτώ

πρι-μο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πριμοδοτώ: ~ των εξαγωγών (γεωργικών προϊόντων)/επιχειρήσεων. ~ήσεις για την απόσυρση παλαιών αυτοκινήτων.|| ~ εκρίζωσης αμπελώνων/ποιότητας (για το σιτάρι). Πβ. επιδότηση, επιχορήγηση.|| (γενικότ.) Καταργείται η ~ της εντοπιότητας (πβ. μοριοδότηση). Πβ. ενίσχυση. Βλ. -δότηση.

42261πριμοδοτώ[πριμοδοτῶ] πρι-μο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {πριμοδοτ-εί, -ώντας | πριμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: επιδοτώ, επιχορηγώ· γενικότ. ενισχύω: ~ούνται οι δράσεις γυναικείας επιχειρηματικότητας. ~ούμενα προγράμματα.|| Το πρώτο κόμμα ~είται (στις εκλογές) με ... επιπλέον έδρες. (σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ:) Οι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου ~ούνται με ... μόρια (πβ. μοριοδοτώ). Πβ. ευνοώ. Βλ. -δοτώ.
42262πρίμος1, α, ο [πρῖμος] πρί-μος επίθ.: πρώτος: ~α μπαλαρίνα. Βλ. πρίμα βίστα. [< μτγν. πρῖμος < λατ. primus]
42263πρίμος2, α, ο πρί-μος επίθ.: ΝΑΥΤ. ευνοϊκός, ούριος: ~ος: αέρας/καιρός. Βλ. πρίμα. [< μεσν. πρύμος]
42264πρίμουλαπρί-μου-λα ουσ. (θηλ.) & πριμούλα: ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Primula vulgaris), που έχει συνήθ. μοβ, κίτρινα ή λευκά άνθη και φυτρώνει σε ψυχρές ή ορεινές περιοχές. [< νεολατ. primula < μεσν. λατ. primula veris ‘πρίμουλα η εαρινή, πρώτος καρπός της Άνοιξης’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.