Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42800-42820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42234πρετ-α-πορτέπρετ-α-πορ-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πρεταπορτέ: ρούχο μαζικής παραγωγής, έτοιμο να φορεθεί· ο αντίστοιχος βιοτεχνικός κλάδος: γυναικείο ~.|| Επέκτειναν τις δραστηριότητές τους στο ~.|| (ως επίθ.) ~ κουστούμι. [< γαλλ. prêt-à-porter, 1951 < αμερικ. ready-to-wear, 1895]
42235πρέφαπρέ-φα ουσ. (θηλ.): χαρτοπαίγνιο για τρεις παίκτες, το οποίο παίζεται με τριάντα δύο τραπουλόχαρτα. Βλ. δηλωτή, κολτσίνα, ξερή. ● ΦΡ.: παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά βλ. παίρνω [< γαλλ. préférence]
42236πρεφαδόροςπρε-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): παίκτης πρέφας, συνήθ. ικανός. Βλ. -αδόρος.
42237πρήζωπρή-ζω ρ. (μτβ.) {έπρη-ξα, πρή-ξει, -στηκα, -στεί, πρήζ-οντας, πρη-σμένος} (μτφ.): γίνομαι ενοχλητικός, ταλαιπωρώ, παιδεύω κάποιον: Μας ~ει διαρκώς με την γκρίνια του. Σταμάτα πια να μιλάς, μας ~ξες! Μ' ~ξε, ώσπου να πει το ναι. Την έχει ~ξει να συναντηθούν. ● Παθ.: πρήζομαι: εμφανίζω φούσκωμα, διόγκωση, οίδημα, συνήθ. σε κάποιο μέρος του σώματος: Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ~ονται ελαφρά τα πόδια. Άρχισε να ~εται ολόκληρος, μόλις τον τσίμπησε σφήκα. ~στηκαν οι αδένες/αμυγδαλές του. Έχει ~στεί το δόντι/μάγουλό μου. ~στηκα από το πάχος/το πολύ φαΐ (πβ. σκάω, τουμπανιάζω)/τα φάρμακα. Τα μάτια του έχουν ~στεί από την αϋπνία/το κλάμα/το ξενύχτι. Σηκώθηκα ~σμένη από τον ύπνο. ~σμένη κοιλιά (από την ασιτία). ● ΦΡ.: μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε (προφ.): με ενόχλησε, με εκνεύρισε πάρα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα: Μας ~ ~ με τις θεωρίες του. ~ ~ με τις γκρίνιες/ιδιοτροπίες της. Πβ. με έφερε/έφτασε στο αμήν. ΣΥΝ. μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι, μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα βλ. αρχίδι [< μεσν. πρήζω < αρχ. πρήθω]
42239πρηνής, ής, ές πρη-νής επίθ. {πρην-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που βρίσκεται μπρούμυτα: ~ής: θέση/στάση. ΑΝΤ. ανάσκελος, ύπτιος [< αρχ. πρηνής]
42240πρηνισμόςπρη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣΙΟΛ. στροφή του πήχη του χεριού, ώστε η παλάμη να είναι γυρισμένη προς τα κάτω ή προς τα πίσω· μετακίνηση του έσω χείλους και του επιμήκους τόξου του ποδιού προς τα κάτω: ~ της ποδοκνημικής. ~ του αντιβραχίου. Βλ. -ισμός, πελματογράφημα, υπτιασμός. [< μτγν. πρηνισμός, γαλλ. pronation]
42241πρηνιστήςπρη-νι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. ο ένας από τους δυο μύες του αντιβραχίονα που επιτρέπει την κίνηση του πρηνισμού: στρογγυλός/τετράγωνος ~.|| (κ. ως επίθ.) ~ μυς. [< γαλλ. pronateur]
42242πρήξιμοπρή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. οίδημα, φούσκωμα σε κάποιο μέλος του σώματος: ~ στα μάτια/στα πόδια/στο πρόσωπο/στα χείλη. ~ των λεμφαδένων/των χεριών. Το ~ υποχώρησε. Πβ. διόγκωση.|| ~ στην κοιλιά/στο στομάχι (: από μεγάλη κατανάλωση φαγητού ή ποτού· βλ. τυμπανισμός). 2. (μτφ.-προφ.) ψυχική κούραση ή ταλαιπωρία: Δεν αντέχω/γλίτωσα το καθημερινό ~. ● Υποκ.: πρηξιματάκι (το): στη σημ. 1.
42243πριαπισμόςπρι-α-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παρατεταμένη και επώδυνη στύση του πέους χωρίς σεξουαλική διέγερση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. πριαπισμός, αγγλ. priapism, γαλλ. priapisme]
42244πριβέπρι-βέ επίθ. {άκλ.}: που αφορά ένα συγκεκριμένο άτομο ή έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων: ~ κλαμπ/δείπνο/λέσχη/παράσταση/πάρτι (ΑΝΤ. ανοιχτός)/στιγμές (= προσωπικές). ΣΥΝ. ιδιωτικός (3) [< γαλλ. privé]
42245πρίγκιπας, πριγκίπισσαπρί-γκι-πας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πριγκίπων | λαϊκό θηλ. πριγκιπέ(σ)σα} 1. παιδί βασιλιά ή γενικότ. μέλος βασιλικής οικογένειας. 2. ανώτατος άρχοντας κρατιδίου: ο ~ του Μονακό. 3. (μτφ.) άτομο με αρχοντική συμπεριφορά: πραγματικός ~. Πβ. αρχοντάνθρωπος. 4. (μτφ.) πλούσιος, που ζει με ανέσεις: Του αρέσει να ζει σαν ~ (= άρχοντας, πασάς). Την αγαπάει τόσο πολύ που την έχει σαν ~ισσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού & το πριγκιπόπουλο/βασιλόπουλο του παραμυθιού (συνήθ. ειρων.): ο ιδανικός, ο τέλειος άνδρας για μια γυναίκα. [< γερμ. Märchenprinz] [< μεσν. πρίγκιπας, πριγκίπισσα]
42246πριγκιπάτο[πριγκιπᾶτο] πρι-γκι-πά-το ουσ. (ουδ.): κρατίδιο που κυβερνάται από πρίγκιπα: το ~ του Λιχτενστάιν/Μονακό.|| (ΙΣΤ.) ~ της Αχαΐας. Βλ. -άτο. [< μεσν. πριγκιπάτο(ν)]
42247πριγκιπικός, ή, ό πρι-γκι-πι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε πρίγκιπα: ~ός: τίτλος. ~ή: οικογένεια. ~ό: ζεύγος/παλάτι. 2. (μτφ.) πολυτελής, μεγαλοπρεπής: ~ός: γάμος. ~ή: ζωή.|| ~ή: συμπεριφορά (= αρχοντική). ● επίρρ.: πριγκιπικά [< μεσν. πριγκιπικός]
42248πριγκιπόπουλο, πριγκιποπούλαπρι-γκι-πό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.) 1. παιδί πρίγκιπα ή βασιλιά· νεαρός πρίγκιπας ή πριγκίπισσα. Πβ. βασιλόπουλο. 2. (στο ουδ., μτφ.) παιδί που μεγαλώνει σε πλούσιο και άνετο περιβάλλον. Πβ. πλουσιόπαιδο. Βλ. -όπουλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού βλ. πρίγκιπας, πριγκίπισσα
42249πρίζαπρί-ζα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) μπρίζα: ΗΛΕΚΤΡ. μέρος ηλεκτρικής εγκατάστασης, συνήθ. σε τοίχο, από το οποίο παρέχεται ρεύμα σε ηλεκτρικές συσκευές, ρευματοδότης· κατ' επέκτ. ρευματολήπτης, φις: ~ ασφαλείας/δικτύου/κεραίας/σούκο/τηλεφώνου. ~ δώδεκα βολτ. ~ διελεύσεως δύο/τριών εξόδων. Διπλή/μονή/τερματική ~. Βάζω/συνδέω το ψυγείο στην ~. Ξέχασε το σίδερο στην ~.|| Έβγαλε/τράβηξε την ~ της τηλεόρασης. Βλ. πολύμπριζο. ● Υποκ.: πριζούλα & μπριζούλα (η) ● ΦΡ.: είμαι στην πρίζα (προφ.): σε υπερένταση: Δεν μπορώ να ηρεμήσω, είμαι συνεχώς ~ ~ (= μπριζωμένος). [< γαλλ. prise]
42250πριμουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πρόσθετη αμοιβή, συνήθ. ως επιβράβευση για υψηλή απόδοση: ~ αποδοτικότητας/παραγωγικότητας. Πβ. επιμίσθιο, μπόνους.|| (ειδικότ., ΑΘΛ.) ~ κατάκτησης τίτλου/νίκης/πρόκρισης. ~ ύψους ... ευρώ θα μοιραστούν οι παίκτες της ομάδας. 2. μορφή επιδότησης ή πριμοδότησης: ~ εξαγωγών (: σε επιχειρήσεις με πωλήσεις στο εξωτερικό). 3. (σπάν.) (για μετοχές, χρεόγραφα) τίμημα υψηλότερο του αρχικού. [< γαλλ. prime]
42251πρίμαπρί-μα επίρρ. 1. (μτφ.) ευνοϊκά, κατ' ευχή(ν): Όλα (μου) πάνε ~ (= μια χαρά). Εύχομαι να σου έρθουν όλα ~. 2. ΝΑΥΤ. με ούριο άνεμο: Ταξιδέψαμε ~ με το ιστιοφόρο μας. Βλ. όρτσα, πρίμος2. [< μεσν. πρύμα < αρχ. πρύμνα ‘πρύμνη’ – παλαιότ. ορθογρ. πρύμα]
42252πρίμα βίσταπρί-μα βί-στα επίρρ. 1. ΜΟΥΣ. (για εκτέλεση μουσικού κομματιού) χωρίς μελέτη, προετοιμασία ή πρόβα. 2. (γενικότ.) για οποιαδήποτε εργασία γίνεται χωρίς προετοιμασία· με την πρώτη ματιά. [< ιταλ. prima vista]
42253πριμαντόναπρι-μα-ντό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. πρωταγωνίστρια όπερας, συνήθ. σοπράνο. 2. (μτφ.) γυναίκα ιδιότροπη, ιδιαίτερα απαιτητική και υπεροπτική. Πβ. ντίβα. [< ιταλ. prima donna]
42254πριμάτος[πριμᾶτος] πρι-μά-τος ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. (κυρ. στη Ρωμαιοκαθολική ή την Αγγλικανική Εκκλησία) τιμητικός τίτλος ανώτατου κληρικού. [< μεσν. λατ. primatus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.