Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42820-42840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42255πριμιτιβισμόςπρι-μι-τι-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία που εμπνέεται από την τέχνη των πρωτόγονων πολιτισμών και γενικότ. από πρώιμες καλλιτεχνικές δημιουργίες. Βλ. -ισμός. 2. θεωρία που πρεσβεύει την επιστροφή σε πρωτόγονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. ΣΥΝ. πρωτογονισμός (2) [< αγγλ. primitivism, γαλλ. primitivisme, πριν από το 1904]
42256πριμιτιβιστήςπρι-μι-τι-βι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του πριμιτιβισμού. [< αγγλ. primitivist, 1926]
42257πριμιτιβιστικός, ή, ό πρι-μι-τι-βι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον πριμιτιβισμό ή στον πριμιτιβιστή. [< αγγλ. primitivistic, 1943]
42258πριμιτίφπρι-μι-τίφ επίθ. {άκλ.} & πριμιτίβ : ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (για καλλιτέχνη, συνήθ. αυτοδίδακτο) που η απλοϊκή τέχνη του έχει τα γνωρίσματα του πριμιτιβισμού: ~ ζωγράφοι. Πβ. ναΐφ. [< γαλλ. primitif]
42259πρίμοπρί-μο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η υψηλότερη, η πρώτη φωνή σε χορωδία ή ντουέτο: Τραγουδούσε ~.|| ~ σεκόντο (= διφωνία).πρίμα (τα) 1. η περιοχή υψηλών συχνοτήτων και το σύστημα της ρύθμισής της στα μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου (π.χ. ραδιόφωνο, στερεοφωνικό συγκρότημα): Ανεβάζω/χαμηλώνω τα ~. ΑΝΤ. μπάσα. 2. ΜΟΥΣ. οι υψηλότεροι φθόγγοι μελωδίας. [< ιταλ. primo]
42260πριμοδοτώ

πρι-μο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πριμοδοτώ: ~ των εξαγωγών (γεωργικών προϊόντων)/επιχειρήσεων. ~ήσεις για την απόσυρση παλαιών αυτοκινήτων.|| ~ εκρίζωσης αμπελώνων/ποιότητας (για το σιτάρι). Πβ. επιδότηση, επιχορήγηση.|| (γενικότ.) Καταργείται η ~ της εντοπιότητας (πβ. μοριοδότηση). Πβ. ενίσχυση. Βλ. -δότηση.

42261πριμοδοτώ[πριμοδοτῶ] πρι-μο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {πριμοδοτ-εί, -ώντας | πριμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: επιδοτώ, επιχορηγώ· γενικότ. ενισχύω: ~ούνται οι δράσεις γυναικείας επιχειρηματικότητας. ~ούμενα προγράμματα.|| Το πρώτο κόμμα ~είται (στις εκλογές) με ... επιπλέον έδρες. (σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ:) Οι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου ~ούνται με ... μόρια (πβ. μοριοδοτώ). Πβ. ευνοώ. Βλ. -δοτώ.
42262πρίμος1, α, ο [πρῖμος] πρί-μος επίθ.: πρώτος: ~α μπαλαρίνα. Βλ. πρίμα βίστα. [< μτγν. πρῖμος < λατ. primus]
42263πρίμος2, α, ο πρί-μος επίθ.: ΝΑΥΤ. ευνοϊκός, ούριος: ~ος: αέρας/καιρός. Βλ. πρίμα. [< μεσν. πρύμος]
42264πρίμουλαπρί-μου-λα ουσ. (θηλ.) & πριμούλα: ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Primula vulgaris), που έχει συνήθ. μοβ, κίτρινα ή λευκά άνθη και φυτρώνει σε ψυχρές ή ορεινές περιοχές. [< νεολατ. primula < μεσν. λατ. primula veris ‘πρίμουλα η εαρινή, πρώτος καρπός της Άνοιξης’]
42265πριμουλίδεςπρι-μου-λί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Primulaceae). Βλ. αναγαλλίδα, κυκλάμινο, πρίμουλα.
42266πριν1. {ως πρόθ.} (+ από) δηλώνει ότι κάτι ή κάποιος προηγείται χρονικά ή τοπικά: ~ (από) λίγες μέρες. Λίγο ~ (από) την αναχώρηση/το τέλος. Ένα βήμα ~ (από) τον τελικό. Κάποτε, ~ από πολλά χρόνια... ~ από λίγη ώρα. Μίλησε ~ από μένα. Μερικά χιλιόμετρα ~ (από) την εθνική οδό. ΣΥΝ. προτού ΑΝΤ. μετά & μετ' & μεθ' (1) 2. {χρον. σύνδ.} (εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση, συχνά. + να) προτού (δηλώνει αυτό που έπεται χρονικά σε σχέση με το περιεχόμενο της κύριας πρότασης): ~ επιβιβαστείτε, πρέπει να περάσετε από τον έλεγχο. Ας συνετιστούμε, ~ να είναι αργά. ΑΝΤ. αφού (2) 3. {χρον. επίρρ.} προηγουμένως, νωρίτερα ή άλλοτε, παλιότερα, στο παρελθόν: έξι μήνες/χρόνια ~. Όπως τονίστηκε και πιο ~ (= πρωτύτερα), ... Άλλο κατάλαβα ~. Όσα συνέβαιναν ~ (= παλιά).|| (σπανιότ. κ. ως τοπικό) Ένα δρόμο/στενό ~ (= πιο πίσω).|| (ως ουσ.) Το ~ και το μετά της συμφωνίας. Ας αφήσουμε/ξεχάσουμε το/τα ~ (= το παρελθόν). ΑΝΤ. κατόπιν (2) ● ΦΡ.: από (τα) πριν: από προηγουμένως, εκ των προτέρων: Δεν ήξεραν ~ ~ ποιους θα διαλέξουν. Aυτό έγινε μετά, δεν το είχαμε προγραμματίσει ~ ~. Ήταν γνωστό/δεδομένο ~ ~., πριν την ώρα/της ώρας του (προφ.): πρωτύτερα από αυτό που θα περίμενε κάποιος: Γέρασε/επέστρεψε/πέθανε ~ ~. Το λεωφορείο αναχώρησε ~ ~. Η σχέση τους τελείωσε ~ ~ της., μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πριν αλέκτορα φωνήσαι βλ. αλέκτορας, πριν προλάβει/προφτάσει να ... βλ. προλαβαίνω, των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί [< αρχ. πρίν]
42267πρινάριβλ. πουρνάρι
42268πρίνος[πρῖνος] πρί-νος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΒΟΤ. πουρνάρι. [< αρχ. πρῖνος]
42269πρίντερπρί-ντερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. εκτυπωτής. [< αγγλ. printer, 1946]
42270πριόνπρι-όν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μολυσματικό σωματίδιο πρωτεΐνης, που θεωρείται αιτία σοβαρών νευρολογικών ασθενειών. Βλ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια. [< αγγλ.-γαλλ. prion, 1982 < pr(oteinaceous) i(nfectious particle) + -on)]
42271πριόνιπρι-ό-νι ουσ. (ουδ.) {πριον-ιού}: εργαλείο ή συσκευή με μεταλλική οδοντωτή λεπίδα, που τίθεται σε συνεχή κίνηση και χρησιμοποιείται για την κοπή κυρ. ξύλου ή μετάλλου: ηλεκτρικό/μηχανικό/σπαστό/συρμάτινο ~. ~ επιβίωσης/κλαδέματος/χειρός (= χειροπρίονο). Λάμες ~ιού.|| Χειρουργικό ~. Βλ. σέγα, σιδηροπρίονο.● ΣΥΜΠΛ.: μουσικό πριόνι: ΜΟΥΣ. ευλύγιστο πριόνι που παίζεται με δοξάρι βιολιού ή σφυρί [< αγγλ. musical saw, 1910, γαλλ.scie musicale, 1928] ● Υποκ.: πριονάκι (το) [< μτγν. πριόνιον < αρχ. πρίων, γεν. πρίονος]
42272πριονίδιπρι-ο-νί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτό κομμάτι ξύλου που απομένει από το πριόνισμά του. Βλ. γρέζι, -ίδι, ρινίσματα. ΣΥΝ. ροκανίδι
42273πριονίζωπρι-ο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {πριόνι-σα, -στηκε, -σμένος, πριονίζ-οντας} 1. κόβω με πριόνι: ~ δέντρα/ξύλα. 2. (μτφ.) υπονομεύω, υποσκάπτω, φθείρω αργά και μεθοδικά: ~ουν τα δικαιώματά τους/τη θέση του. ● ΦΡ.: πριονίζω το κλαδί (πάνω) στο οποίο κάθεται (κάποιος)/την καρέκλα (κάποιου) βλ. κλαδί [< 1: μεσν. πριονίζω]
42274πριόνισμαπρι-ό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {πριονίσμ-ατος} & (σπάν.) πριονισμός (ο) 1. κόψιμο με πριόνι: ~ ξύλου. Πάγκος ~ατος. ΣΥΝ. πρίση 2. (μτφ.) υπονόμευση, σταδιακή και μεθοδική αποδυνάμωση της εξουσίας, της θέσης κάποιου. [< μεσν. πριόνισμα 'πριονίδι']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.