| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42265 | πριμουλίδες | πρι-μου-λί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Primulaceae). Βλ. αναγαλλίδα, κυκλάμινο, πρίμουλα. | |
| 42266 | πριν | 1. {ως πρόθ.} (+ από) δηλώνει ότι κάτι ή κάποιος προηγείται χρονικά ή τοπικά: ~ (από) λίγες μέρες. Λίγο ~ (από) την αναχώρηση/το τέλος. Ένα βήμα ~ (από) τον τελικό. Κάποτε, ~ από πολλά χρόνια... ~ από λίγη ώρα. Μίλησε ~ από μένα. Μερικά χιλιόμετρα ~ (από) την εθνική οδό. ΣΥΝ. προτού ΑΝΤ. μετά & μετ' & μεθ' (1) 2. {χρον. σύνδ.} (εισάγει δευτερεύουσα χρον. πρόταση, συχνά. + να) προτού (δηλώνει αυτό που έπεται χρονικά σε σχέση με το περιεχόμενο της κύριας πρότασης): ~ επιβιβαστείτε, πρέπει να περάσετε από τον έλεγχο. Ας συνετιστούμε, ~ να είναι αργά. ΑΝΤ. αφού (2) 3. {χρον. επίρρ.} προηγουμένως, νωρίτερα ή άλλοτε, παλιότερα, στο παρελθόν: έξι μήνες/χρόνια ~. Όπως τονίστηκε και πιο ~ (= πρωτύτερα), ... Άλλο κατάλαβα ~. Όσα συνέβαιναν ~ (= παλιά).|| (σπανιότ. κ. ως τοπικό) Ένα δρόμο/στενό ~ (= πιο πίσω).|| (ως ουσ.) Το ~ και το μετά της συμφωνίας. Ας αφήσουμε/ξεχάσουμε το/τα ~ (= το παρελθόν). ΑΝΤ. κατόπιν (2) ● ΦΡ.: από (τα) πριν: από προηγουμένως, εκ των προτέρων: Δεν ήξεραν ~ ~ ποιους θα διαλέξουν. Aυτό έγινε μετά, δεν το είχαμε προγραμματίσει ~ ~. Ήταν γνωστό/δεδομένο ~ ~., πριν την ώρα/της ώρας του (προφ.): πρωτύτερα από αυτό που θα περίμενε κάποιος: Γέρασε/επέστρεψε/πέθανε ~ ~. Το λεωφορείο αναχώρησε ~ ~. Η σχέση τους τελείωσε ~ ~ της., μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πριν αλέκτορα φωνήσαι βλ. αλέκτορας, πριν προλάβει/προφτάσει να ... βλ. προλαβαίνω, των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί [< αρχ. πρίν] | |
| 42267 | πρινάρι | βλ. πουρνάρι | |
| 42268 | πρίνος | [πρῖνος] πρί-νος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΒΟΤ. πουρνάρι. [< αρχ. πρῖνος] | |
| 42269 | πρίντερ | πρί-ντερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. εκτυπωτής. [< αγγλ. printer, 1946] | |
| 42270 | πριόν | πρι-όν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μολυσματικό σωματίδιο πρωτεΐνης, που θεωρείται αιτία σοβαρών νευρολογικών ασθενειών. Βλ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια. [< αγγλ.-γαλλ. prion, 1982 < pr(oteinaceous) i(nfectious particle) + -on)] | |
| 42271 | πριόνι | πρι-ό-νι ουσ. (ουδ.) {πριον-ιού}: εργαλείο ή συσκευή με μεταλλική οδοντωτή λεπίδα, που τίθεται σε συνεχή κίνηση και χρησιμοποιείται για την κοπή κυρ. ξύλου ή μετάλλου: ηλεκτρικό/μηχανικό/σπαστό/συρμάτινο ~. ~ επιβίωσης/κλαδέματος/χειρός (= χειροπρίονο). Λάμες ~ιού.|| Χειρουργικό ~. Βλ. σέγα, σιδηροπρίονο.● ΣΥΜΠΛ.: μουσικό πριόνι: ΜΟΥΣ. ευλύγιστο πριόνι που παίζεται με δοξάρι βιολιού ή σφυρί [< αγγλ. musical saw, 1910, γαλλ.scie musicale, 1928] ● Υποκ.: πριονάκι (το) [< μτγν. πριόνιον < αρχ. πρίων, γεν. πρίονος] | |
| 42272 | πριονίδι | πρι-ο-νί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτό κομμάτι ξύλου που απομένει από το πριόνισμά του. Βλ. γρέζι, -ίδι, ρινίσματα. ΣΥΝ. ροκανίδι | |
| 42273 | πριονίζω | πρι-ο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {πριόνι-σα, -στηκε, -σμένος, πριονίζ-οντας} 1. κόβω με πριόνι: ~ δέντρα/ξύλα. 2. (μτφ.) υπονομεύω, υποσκάπτω, φθείρω αργά και μεθοδικά: ~ουν τα δικαιώματά τους/τη θέση του. ● ΦΡ.: πριονίζω το κλαδί (πάνω) στο οποίο κάθεται (κάποιος)/την καρέκλα (κάποιου) βλ. κλαδί [< 1: μεσν. πριονίζω] | |
| 42274 | πριόνισμα | πρι-ό-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {πριονίσμ-ατος} & (σπάν.) πριονισμός (ο) 1. κόψιμο με πριόνι: ~ ξύλου. Πάγκος ~ατος. ΣΥΝ. πρίση 2. (μτφ.) υπονόμευση, σταδιακή και μεθοδική αποδυνάμωση της εξουσίας, της θέσης κάποιου. [< μεσν. πριόνισμα 'πριονίδι'] | |
| 42275 | πριονιστήριο | πρι-ο-νι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λόγ.) πριστήριο: μηχανή ή εργαστήριο για πριόνισμα. Βλ. -τήριο. | |
| 42276 | πριονιστής | πρι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στο πριόνισμα. | |
| 42277 | πριονοειδής | , ής, ές πρι-ο-νο-ει-δής επίθ. (σπάν.-επιστ.): πριονωτός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πριονοειδής] | |
| 42278 | πριονοκορδέλα | πρι-ο-νο-κορ-δέ-λα ουσ. (θηλ.): μεταλλική οδοντωτή λεπίδα που αποτελεί το βασικό εξάρτημα ηλεκτρικού πριονιού· συνεκδ. ηλεκτρικό πριόνι. ΣΥΝ. κορδέλα (3), πριονοταινί | |
| 42279 | πριονόλαμα | πρι-ο-νό-λα-μα ουσ. (θηλ.): κυκλική ή επιμήκης λάμα πριονιού: ανταλλακτική/βυθιζόμενη ~. | |
| 42280 | πριονοταινία | πρι-ο-νο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): πριονοκορδέλα. ΣΥΝ. κορδέλα (3) | |
| 42281 | πριονωτός | , ή, ό πρι-ο-νω-τός επίθ.: που έχει οδοντωτό σχήμα, όπως το πριόνι: ~ό: μαχαίρι. ~ά: φύλλα (φυτού). ● επίρρ.: πριονωτά [< αρχ. πριονωτός] | |
| 42282 | πρίση | πρί-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πριόνισμα. [< αρχ. πρῖσις] | |
| 42283 | πρίσμα | [πρῖσμα] πρί-σμα ουσ. (ουδ.) {πρίσμ-ατος | -ατα} 1. ΓΕΩΜ. πολύεδρο στερεό σώμα με δύο έδρες ίσα πολύγωνα, τα οποία βρίσκονται σε παράλληλα επίπεδα (βάσεις), και τις υπόλοιπες παραλληλόγραμμα (παράπλευρες έδρες): ορθό ~. Εμβαδόν ~ατος. 2. ΟΠΤ. διαφανές στερεό σώμα, συνήθ. σε σχήμα πυραμίδας, που προκαλεί διάθλαση του φωτός. Βλ. κάτοπτρο, φάσμα. 3. (μτφ.) τρόπος θεώρησης ζητήματος, κατάστασης: κοινωνικό/πολιτικό ~. Κάτω από το ~ της επιστήμης. Βλέπουμε την πραγματικότητα (μέσα) από διαφορετικό οπτικό ~. Υπό το ~ των νεότερων εξελίξεων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά. [< 1: μτγν. πρῖσμα, αγγλ. prism, γαλλ. prisme] | |
| 42284 | πρισματικός | , ή, ό πρι-σμα-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα ή μορφή πρίσματος: ~ός: κρύσταλλος. Πβ. πρισματοειδής. 2. που περιέχει ένα ή περισσότερα πρίσματα ή έχει κατασκευαστεί από αυτά: ~ός: καθρέφτης. ~ή: διόπτρα/πυξίδα. ~ό: θερμόμετρο. 3. (σπάν.-μτφ.) πολυσύνθετος, πολύπλευρος: ~ή: θεώρηση/προσέγγιση (των πραγμάτων). Πβ. πολυ~. [< γαλλ. prismatique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ