| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42285 | πρισματοειδής | , ής, ές πρι-σμα-το-ει-δής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει σχήμα πρίσματος. Πβ. πρισματικός. Βλ. -ειδής. | |
| 42286 | πριστήριο | βλ. πριονιστήριο | |
| 42287 | πριστός | , ή, ό πρι-στός επίθ. (λόγ.): που έχει κοπεί με πριόνι: ~ή: ξυλεία (: που προέρχεται από το κατά μήκος πριόνισμα των κορμών των δέντρων). [< αρχ. πριστός] | |
| 42288 | πριτς | επιφών. (προφ.) 1. όχι, αποκλείεται: ~ (= σιγά) που θα σου κάνω το χατίρι! -Μου το δίνεις λίγο; -~! 2. (οικ.) πορδή. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 42289 | πριτσιναδόρος | πρι-τσι-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για τη σύνδεση μεταλλικών επιφανειών με πριτσίνια. Βλ. -αδόρος. | |
| 42290 | πριτσίνι | πρι-τσί-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & περτσίνι: ειδικό καρφί για σύνδεση μεταλλικών ελασμάτων και γενικότ. επιφανειών. [< τουρκ. perçin] | |
| 42291 | πριτσίνωμα | πρι-τσί-νω-μα ουσ. (ουδ.): σύνδεση μεταλλικών ελασμάτων ή επιφανειών με πριτσίνια. Πβ. ήλωση, κάρφωμα. | |
| 42292 | πριχού | [πριχοῦ] πρι-χού επίρρ. (διαλεκτ.-λογοτ.): πριν, προτού. [< μεσν. πριχού] | |
| 42293 | προ | πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) 1. (για χρόνο) πριν από: ~ των γευμάτων/των εκλογών/της ενάρξεως (του αγώνα)/της επέμβασης/του θανάτου/της παρελεύσεως (πενταετίας)/του ύπνου. ~ ημερησίας διατάξεως συζήτηση (βλ. διάταξη). Οι ~ των εορτών νηστείες. Υπέβαλε ~ μηνός την αίτησή του. Παρουσίασε ~ έτους τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος. Αύξηση σημείωσαν τα καθαρά ~ φόρων κέρδη της τράπεζας. Δυο μήνες ~ της ημερομηνίας διεξαγωγής των εξετάσεων. Τα ~ του πολέμου γεγονότα. 2. (για τόπο ή κατάσταση) μπροστά από ή σε: Παρέλαση ~ του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Ο στρατός βρισκόταν/είχε στρατοπεδεύσει ~ των τειχών της πόλης. Εμφανίζεται ~ (= ενώπιον) του δικαστηρίου. Χώροι στάθμευσης ~ της εισόδου του κτιρίου.|| (μτφ.) ~ (= ενόψει) του κινδύνου άρχισαν τις διαπραγματεύσεις. ● ΦΡ.: προ παντός βλ. προπαντός., προ πάντων βλ. προπάντων., βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως βλ. έκπληξη, έχω προ οφθαλμών (κάτι) βλ. οφθαλμός, μηδένα προ του τέλους μακάριζε βλ. μακαρίζω, προ ημερών βλ. ημέρα, προ καιρού βλ. καιρός, προ μεσημβρίας βλ. μεσημβρία, προ ολίγου βλ. ολίγος, προ πολλού βλ. πολύς, πολλή, πολύ, προ των πυλών βλ. πύλη, προ Χριστού/μετά Χριστόν βλ. Χριστός, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προ/ενώπιον των ευθυνών βλ. ευθύνη [< αρχ. πρό] | |
| 42294 | προ- & πρό- | η πρόθεση προ ως πρόθημα με τη σημασία 1. πριν, εκ των προτέρων: προ-βιομηχανικός/~πολεμικός (ΑΝΤ. μετα-). Προ-ϊστορία.|| Προ-αναγγέλλω. Προ-απαιτούμενο.|| Προ-δικάζω. Προ-κρίνω. 2. μπροστά (από), προς τα εμπρός ή προς τα έξω: προ-πύλαια. Πρό-ναος.|| Προ-χωρώ (βλ. οπισθο-).|| Προ-άγω/~ωθώ.|| Προ-βάλλω. 3. (εμφατ.) εντελώς: προ-φανώς Πβ. κατα-. | |
| 42295 | προαγάγω | βλ. προάγω | |
| 42296 | προαγγελία | προ-αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκ των προτέρων αναγγελία γεγονότος: ~ αγώνα (ποδοσφαίρου)/γάμου. ΣΥΝ. προαναγγελία [< μτγν. προαγγελία] | |
| 42297 | προαγγέλλω | προ-αγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {προήγγειλα, προαγγέλθηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): γνωστοποιώ δημόσια εκ των προτέρων, προαναγγέλλω: Η κυβέρνση ~ει νέα φορολογικά μέτρα. ● προαγγέλλει: προμηνύει: Το μέλλον ~εται δυσοίωνο. [< αρχ. προαγγέλλω] | |
| 42298 | προάγγελμα | προ-άγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προμήνυμα. Πβ. πρελούδιο. [< μτγν. προάγγελμα] | |
| 42299 | προάγγελος | προ-άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.): φαινόμενο ή γεγονός που προαγγέλλει, που προμηνύει κάτι: ~ εξελίξεων/επιτυχιών/μιας νέας εποχής/νίκης. Το χελιδόνι είναι ~ της άνοιξης. ~ συνεργασίας η συνάντηση των ηγετών των δύο χωρών. Πβ. πρόδρομος, προπομπός. ● ΦΡ.: άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων βλ. άγγελος [< μτγν. προάγγελος] | |
| 42300 | προαγορά | προ-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά προϊόντος, που θα παραδοθεί στον αγοραστή ή θα χρησιμοποιηθεί από αυτόν σε μεταγενέστερο χρόνο: ~ εισιτηρίων/μετοχών/συναλλάγματος/χρόνου (ομιλίας). Βλ. -αγορά, κράτηση, προπώληση. [< γαλλ. préachat] | |
| 42301 | προαγοράζω | προ-α-γο-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {προαγόρα-σα, -στηκε, -σμένος, προαγοράζ-οντας}: αγοράζω προϊόν, η παράδοση ή χρήση του οποίου θα γίνει σε μεταγενέστερο και εκ των προτέρων συμφωνημένο χρόνο. Βλ. προπωλώ. [< μτγν. προαγοράζω] | |
| 42302 | προάγω | προ-ά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. προ-ήγαγε, -αγάγει, -άχθηκε κ. -ήχθηκε (συχνότ. -ήχθη, μτχ. -αχθείς, -αχθείσα, -αχθέν), -αχθεί, -ηγμένος} (λόγ.) 1. ενεργώ ώστε να εξελιχθεί κάποιος ή κάτι, ενισχύω, προωθώ την πρόοδο ή την ανάπτυξή του: Δράσεις που ~ουν τον πολιτισμό/τη συνεργασία μεταξύ των χωρών. Το διάβασμα ~ει τη γνώση/την ανθρώπινη σκέψη. Ερευνητικά κέντρα που ~ουν την επιστήμη. 2. προβιβάζω ή εγκρίνω τη μετάβαση κάποιου σε ανώτερο ιεραρχικά βαθμό ή θέση: Στην επόμενη τάξη ~ονται οι μαθητές: ...|| ~ήχθη σε διευθυντή/ταγματάρχη. ● βλ. προηγμένος [< 1: αρχ. προάγω 2: γαλλ. promouvoir] | |
| 42303 | προαγωγέας | προ-α-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ουσία που αυξάνει τη δράση καταλύτη ή επιταχύνει την καρκινογένεση. 2. ΒΙΟΛ. τμήμα του DNA που σηματοδοτεί την έναρξη της μεταγραφής. [< πβ. μτγν. προαγωγεύς 'αυτός που οδηγεί σε κάτι', γαλλ. promoteur , αγγλ. promoter, 1911] | |
| 42304 | προαγωγή | προ-α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} ανάπτυξη, πρόοδος: ~ (των) γραμμάτων/επιστημών/συμφερόντων/(διμερών) σχέσεων/τεχνών. ~ της έρευνας και της καινοτομίας.|| ~ της (ψυχικής) υγείας. Πβ. αναβάθμιση, προώθηση. ΑΝΤ. υποβάθμιση 2. προβιβασμός ή μετάβαση σε ανώτερη ιεραρχικά θέση ή βαθμό: ~ μαθητών (ενν. στην επόμενη τάξη).|| Μισθολογική ~. Πήρε ~ (= προήχθη). Ανακοινώθηκε η ~ του σε συνταγματάρχη. ΑΝΤ. υποβιβασμός. [< μτγν. προαγωγή, γαλλ. promotion, avancement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ