| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42275 | πριονιστήριο | πρι-ο-νι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λόγ.) πριστήριο: μηχανή ή εργαστήριο για πριόνισμα. Βλ. -τήριο. | |
| 42276 | πριονιστής | πρι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στο πριόνισμα. | |
| 42277 | πριονοειδής | , ής, ές πρι-ο-νο-ει-δής επίθ. (σπάν.-επιστ.): πριονωτός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πριονοειδής] | |
| 42278 | πριονοκορδέλα | πρι-ο-νο-κορ-δέ-λα ουσ. (θηλ.): μεταλλική οδοντωτή λεπίδα που αποτελεί το βασικό εξάρτημα ηλεκτρικού πριονιού· συνεκδ. ηλεκτρικό πριόνι. ΣΥΝ. κορδέλα (3), πριονοταινί | |
| 42279 | πριονόλαμα | πρι-ο-νό-λα-μα ουσ. (θηλ.): κυκλική ή επιμήκης λάμα πριονιού: ανταλλακτική/βυθιζόμενη ~. | |
| 42280 | πριονοταινία | πρι-ο-νο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): πριονοκορδέλα. ΣΥΝ. κορδέλα (3) | |
| 42281 | πριονωτός | , ή, ό πρι-ο-νω-τός επίθ.: που έχει οδοντωτό σχήμα, όπως το πριόνι: ~ό: μαχαίρι. ~ά: φύλλα (φυτού). ● επίρρ.: πριονωτά [< αρχ. πριονωτός] | |
| 42282 | πρίση | πρί-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πριόνισμα. [< αρχ. πρῖσις] | |
| 42283 | πρίσμα | [πρῖσμα] πρί-σμα ουσ. (ουδ.) {πρίσμ-ατος | -ατα} 1. ΓΕΩΜ. πολύεδρο στερεό σώμα με δύο έδρες ίσα πολύγωνα, τα οποία βρίσκονται σε παράλληλα επίπεδα (βάσεις), και τις υπόλοιπες παραλληλόγραμμα (παράπλευρες έδρες): ορθό ~. Εμβαδόν ~ατος. 2. ΟΠΤ. διαφανές στερεό σώμα, συνήθ. σε σχήμα πυραμίδας, που προκαλεί διάθλαση του φωτός. Βλ. κάτοπτρο, φάσμα. 3. (μτφ.) τρόπος θεώρησης ζητήματος, κατάστασης: κοινωνικό/πολιτικό ~. Κάτω από το ~ της επιστήμης. Βλέπουμε την πραγματικότητα (μέσα) από διαφορετικό οπτικό ~. Υπό το ~ των νεότερων εξελίξεων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά. [< 1: μτγν. πρῖσμα, αγγλ. prism, γαλλ. prisme] | |
| 42284 | πρισματικός | , ή, ό πρι-σμα-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα ή μορφή πρίσματος: ~ός: κρύσταλλος. Πβ. πρισματοειδής. 2. που περιέχει ένα ή περισσότερα πρίσματα ή έχει κατασκευαστεί από αυτά: ~ός: καθρέφτης. ~ή: διόπτρα/πυξίδα. ~ό: θερμόμετρο. 3. (σπάν.-μτφ.) πολυσύνθετος, πολύπλευρος: ~ή: θεώρηση/προσέγγιση (των πραγμάτων). Πβ. πολυ~. [< γαλλ. prismatique] | |
| 42285 | πρισματοειδής | , ής, ές πρι-σμα-το-ει-δής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει σχήμα πρίσματος. Πβ. πρισματικός. Βλ. -ειδής. | |
| 42286 | πριστήριο | βλ. πριονιστήριο | |
| 42287 | πριστός | , ή, ό πρι-στός επίθ. (λόγ.): που έχει κοπεί με πριόνι: ~ή: ξυλεία (: που προέρχεται από το κατά μήκος πριόνισμα των κορμών των δέντρων). [< αρχ. πριστός] | |
| 42288 | πριτς | επιφών. (προφ.) 1. όχι, αποκλείεται: ~ (= σιγά) που θα σου κάνω το χατίρι! -Μου το δίνεις λίγο; -~! 2. (οικ.) πορδή. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 42289 | πριτσιναδόρος | πρι-τσι-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για τη σύνδεση μεταλλικών επιφανειών με πριτσίνια. Βλ. -αδόρος. | |
| 42290 | πριτσίνι | πρι-τσί-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & περτσίνι: ειδικό καρφί για σύνδεση μεταλλικών ελασμάτων και γενικότ. επιφανειών. [< τουρκ. perçin] | |
| 42291 | πριτσίνωμα | πρι-τσί-νω-μα ουσ. (ουδ.): σύνδεση μεταλλικών ελασμάτων ή επιφανειών με πριτσίνια. Πβ. ήλωση, κάρφωμα. | |
| 42292 | πριχού | [πριχοῦ] πρι-χού επίρρ. (διαλεκτ.-λογοτ.): πριν, προτού. [< μεσν. πριχού] | |
| 42293 | προ | πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) 1. (για χρόνο) πριν από: ~ των γευμάτων/των εκλογών/της ενάρξεως (του αγώνα)/της επέμβασης/του θανάτου/της παρελεύσεως (πενταετίας)/του ύπνου. ~ ημερησίας διατάξεως συζήτηση (βλ. διάταξη). Οι ~ των εορτών νηστείες. Υπέβαλε ~ μηνός την αίτησή του. Παρουσίασε ~ έτους τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος. Αύξηση σημείωσαν τα καθαρά ~ φόρων κέρδη της τράπεζας. Δυο μήνες ~ της ημερομηνίας διεξαγωγής των εξετάσεων. Τα ~ του πολέμου γεγονότα. 2. (για τόπο ή κατάσταση) μπροστά από ή σε: Παρέλαση ~ του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Ο στρατός βρισκόταν/είχε στρατοπεδεύσει ~ των τειχών της πόλης. Εμφανίζεται ~ (= ενώπιον) του δικαστηρίου. Χώροι στάθμευσης ~ της εισόδου του κτιρίου.|| (μτφ.) ~ (= ενόψει) του κινδύνου άρχισαν τις διαπραγματεύσεις. ● ΦΡ.: προ παντός βλ. προπαντός., προ πάντων βλ. προπάντων., βρίσκομαι προ εκπλήξεων/εκπλήξεως βλ. έκπληξη, έχω προ οφθαλμών (κάτι) βλ. οφθαλμός, μηδένα προ του τέλους μακάριζε βλ. μακαρίζω, προ ημερών βλ. ημέρα, προ καιρού βλ. καιρός, προ μεσημβρίας βλ. μεσημβρία, προ ολίγου βλ. ολίγος, προ πολλού βλ. πολύς, πολλή, πολύ, προ των πυλών βλ. πύλη, προ Χριστού/μετά Χριστόν βλ. Χριστός, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προ/ενώπιον των ευθυνών βλ. ευθύνη [< αρχ. πρό] | |
| 42294 | προ- & πρό- | η πρόθεση προ ως πρόθημα με τη σημασία 1. πριν, εκ των προτέρων: προ-βιομηχανικός/~πολεμικός (ΑΝΤ. μετα-). Προ-ϊστορία.|| Προ-αναγγέλλω. Προ-απαιτούμενο.|| Προ-δικάζω. Προ-κρίνω. 2. μπροστά (από), προς τα εμπρός ή προς τα έξω: προ-πύλαια. Πρό-ναος.|| Προ-χωρώ (βλ. οπισθο-).|| Προ-άγω/~ωθώ.|| Προ-βάλλω. 3. (εμφατ.) εντελώς: προ-φανώς Πβ. κατα-. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ