| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42305 | προαγωγικός | , ή, ό προ-α-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται κυρ. με τον προβιβασμό μαθητών σε επόμενη τάξη ή με τη μετάβαση σε ανώτερη ιεραρχικά βαθμίδα: ~ές: εξετάσεις (Γυμνασίου). Βλ. απολυτήριος.|| ~ές: κρίσεις (στελεχών). [< πβ. μτγν. προαγωγικός 'που συντελεί στην πρόοδο'] | |
| 42306 | προαγωγός | προ-α-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που εξωθεί συνήθ. γυναίκα στην πορνεία, με σκοπό την οικονομική της εκμετάλλευση. Πβ. αγαπητικός, τσατσά. ΣΥΝ. μαστροπός, νταβατζής (1), πορνοβοσκός, προστάτης (2), σωματέμπορος [< μτγν. προαγωγός] | |
| 42307 | προαίρεση | προ-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. εσωτερική ώθηση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή ή ενέργεια, ελεύθερη απόφαση: ελεύθερη ~ (= αυτεξουσιότητα). Ενεργώ/κάνω κάτι με καλή ~. Είχε αγαθή ~. Κακή ~ (= κακοπιστία). Κατά ~ (= προαιρετικά, χωρίς δεσμεύσεις).|| (ΝΟΜ.) Σύμφωνο ~έσεως. ΣΥΝ. πρόθεση (1) 2. ΦΙΛΟΣ. ο προσανατολισμός της σκέψης, του στοχασμού προς κάτι εφικτό, που βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαίωμα προαίρεσης/προαιρέσεως: ΟΙΚΟΝ. σύμβαση που δίνει στον κάτοχό της το δικαίωμα να προβεί σε αγορά ή πώληση νομίσματος, μετοχής σε μελλοντική χρονική στιγμή και σε συγκεκριμένη τιμή. Πβ. οψιόν. Βλ. παράγωγο. [< αρχ. προαίρεσις, γαλλ.-αγγλ. option] | |
| 42308 | προαιρετικός | , ή, ό προ-αι-ρε-τι-κός επίθ.: που γίνεται με ελεύθερη βούληση: ~ός: εξοπλισμός (αυτοκινήτου). ~ή: εργασία/παρακολούθηση (παραδόσεων)/συμμετοχή/ψηφοφορία. ~ή: εκδρομή/επίσκεψη (σε μουσείο). ~ό: γεύμα/μάθημα/πρόγραμμα. ~ές: εισφορές. Πβ. εθελοντικός, εκούσιος. ΑΝΤ. αναγκαστικός, υποχρεωτικός (1) ● επίρρ.: προαιρετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. προαιρετικός, γαλλ. facultatif] | |
| 42309 | προαιρούμαι | [προαιροῦμαι] προ-αι-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {προαιρείσαι ...· μόνο σε ενεστ.} (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ό,τι προαιρείσθε: (σε εράνους) ό,τι επιθυμείτε, ό,τι έχετε ευχαρίστηση. [< αρχ. προαιροῦμαι ‘αποφασίζω, προκρίνω’] | |
| 42310 | προαισθάνομαι | προ-αι-σθά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {προαισθάν-θηκα, -όμενος} (λόγ.): αισθάνομαι από πριν κάτι που πρόκειται να συμβεί: ~εται ότι κάτι καλό/κακό θα του συμβεί. ~θηκε τον κίνδυνο/τη συμφορά/το τέλος του. Πβ. διαισθάνομαι, ψυχανεμίζομαι. [< αρχ. προαισθάνομαι] | |
| 42311 | προαίσθημα | προ-αί-σθη-μα ουσ. (ουδ.): ό,τι προαισθάνεται κάποιος: Έχω ένα καλό/κακό ~ για κάτι. Από το πρωί είχε ~ ότι/πως θα τον συναντήσει. Πβ. προαίσθηση, προμήνυμα. [< γαλλ. pressentiment] | |
| 42312 | προαίσθηση | προ-αί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαίσθηση. Πβ. προαίσθημα. Βλ. τηλαισθησία. [< μτγν. προαίσθησις] | |
| 42313 | προαιώνιος | , α, ο προ-αι-ώ-νι-ος επίθ. 1. (μτφ.) που υπάρχει εδώ και πολύ καιρό, αιώνιος, παμπάλαιος: ~ος: εχθρός. ~α: διαμάχη. ~ο: ερώτημα/μίσος/πρόβλημα. Πβ. πανάρχαιος. 2. (κυρ. για τον Θεό) που υπάρχει από πάντα, πριν από τους αιώνες: ~ος: Λόγος. ● επίρρ.: προαιώνια & (λόγ.) προαιωνίως [< μτγν. προαιώνιος] | |
| 42314 | προακτέος | , α, ο προ-α-κτέ-ος επίθ.: που πληροί τις προϋποθέσεις, για να προαχθεί: Μαθητές που κρίνονται ~οι ... Βλ. μετεξεταστέος.|| ~οι: υπάλληλοι. ~ κατ΄εκλογή (: μετά από επιλογή). Κρίθηκε ~ στον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή. Βλ. -τέος. [< μτγν. ουδ. προακτέον] | |
| 42315 | προαλείφω | προ-α-λεί-φω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ., κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): (+ για) προετοιμάζω, προορίζω κάποιον για αξίωμα ή θέση: Τον ~ουν για τη θέση του αρχηγού/προέδρου. ~εται για υπουργός. ● Παθ.: προαλείφεται: προδιαγράφεται: Οι εξελίξεις ~ονται συναρπαστικές. [< μτγν. προαλείφω ‘επικαλύπτω εκ των προτέρων’] | |
| 42316 | προάλλες | προ-άλ-λες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στη ● ΦΡ.: τις προάλλες (προφ.): πριν από λίγες μέρες, προ ημερών: ~ ~ συνάντησα έναν παλιό μου φίλο. [< γαλλ. ces jours derniers] | |
| 42317 | προαναγγελία | προ-α-ναγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προαναγγέλλω: ~ γενικής συνέλευσης/διαλόγου/εκλογών. (ΟΙΚΟΝ.) ~ συναλλαγών. Πβ. προεξαγγελία. ΣΥΝ. προαγγελία | |
| 42318 | προαναγγέλλω | προ-α-ναγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.): αναγγέλλω, γνωστοποιώ εκ των προτέρων: Ο διεθνής σέντερ προανήγγειλε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση. ~θηκε απεργία στα ΜΜΜ. ~θείς: θάνατος. ~θείσα: επίθεση/καταστροφή. ~θέν: έγκλημα. Πβ. προεξαγγέλλω, προκηρύσσω. ΣΥΝ. προαγγέλλω [< μτγν. προαναγγέλλω] | |
| 42319 | προανάγνωση | προ-α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): πρώιμο στάδιο ανάγνωσης για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Βλ. προγραφή. [< μεσν. προανάγνωσις, αγγλ. prereading, 1965] | |
| 42320 | προανάκριση | προ-α-νά-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προκαταρκτική ανάκριση από αρμόδια Αρχή, για να διαπιστωθεί αν μια πράξη είναι αξιόποινη: Το Ανακριτικό Τμήμα της Τροχαίας διενεργεί/διεξάγει ~ για τα αίτια του δυστυχήματος. Διατάχθηκε ~ από τις εισαγγελικές Αρχές. Ο φάκελος της ~ης. | |
| 42321 | προανακριτικός | , ή, ό προ-α-να-κρι-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην προανάκριση: ~ή: διαδικασία/εξέταση/Επιτροπή της Βουλής/έρευνα. ~ό: υλικό. ~ές: Αρχές/καταθέσεις. Ο κατηγορούμενος επανέλαβε όσα υποστήριξε στην ~ή του απολογία. Η υπόθεση βρίσκεται ακόμα στο ~ό στάδιο. ● επίρρ.: προανακριτικά | |
| 42322 | προανάκρουσμα | προ-α-νά-κρου-σμα ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. πρελούδιο 1. (μτφ.-λόγ.) ενέργεια ή γεγονός που προμηνύει κάτι άλλο πιο σοβαρό, πιο σπουδαίο: ~ αλλαγών/μέτρων. Πβ. οιωνός, πρόδρομος, προ-άγγελος, -εόρτια, -μήνυμα. 2. ΜΟΥΣ. (σπάν.) σύντομο εισαγωγικό μέρος μουσικού έργου. Πβ. ουβερτούρα. [< γαλλ. prélude] | |
| 42323 | προανακτορικός | , ή, ό προ-α-να-κτο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προανακτορική περίοδος/εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η περίοδος πριν από την ίδρυση των πρώτων ανακτόρων στη Μινωική Κρήτη (περ. 2.600-1.900 π.Χ.). | |
| 42324 | προαναφέρω | προ-α-να-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {προανέφερ-α, προαναφέρ-ει, -θηκε (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, -οντας, -όμενος} (λόγ.): αναφέρω από πριν, εκ των προτέρων: Όπως ήδη ~α/~θηκε ... Από τα ~έντα (= προλεχθέντα, προρρηθέντα) προκύπτει ότι ... Στις ~όµενες τιµές περιλαµβάνονται ... [< μτγν. προαναφέρω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ