| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42295 | προαγάγω | βλ. προάγω | |
| 42296 | προαγγελία | προ-αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκ των προτέρων αναγγελία γεγονότος: ~ αγώνα (ποδοσφαίρου)/γάμου. ΣΥΝ. προαναγγελία [< μτγν. προαγγελία] | |
| 42297 | προαγγέλλω | προ-αγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {προήγγειλα, προαγγέλθηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): γνωστοποιώ δημόσια εκ των προτέρων, προαναγγέλλω: Η κυβέρνση ~ει νέα φορολογικά μέτρα. ● προαγγέλλει: προμηνύει: Το μέλλον ~εται δυσοίωνο. [< αρχ. προαγγέλλω] | |
| 42298 | προάγγελμα | προ-άγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προμήνυμα. Πβ. πρελούδιο. [< μτγν. προάγγελμα] | |
| 42299 | προάγγελος | προ-άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.): φαινόμενο ή γεγονός που προαγγέλλει, που προμηνύει κάτι: ~ εξελίξεων/επιτυχιών/μιας νέας εποχής/νίκης. Το χελιδόνι είναι ~ της άνοιξης. ~ συνεργασίας η συνάντηση των ηγετών των δύο χωρών. Πβ. πρόδρομος, προπομπός. ● ΦΡ.: άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων βλ. άγγελος [< μτγν. προάγγελος] | |
| 42300 | προαγορά | προ-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά προϊόντος, που θα παραδοθεί στον αγοραστή ή θα χρησιμοποιηθεί από αυτόν σε μεταγενέστερο χρόνο: ~ εισιτηρίων/μετοχών/συναλλάγματος/χρόνου (ομιλίας). Βλ. -αγορά, κράτηση, προπώληση. [< γαλλ. préachat] | |
| 42301 | προαγοράζω | προ-α-γο-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {προαγόρα-σα, -στηκε, -σμένος, προαγοράζ-οντας}: αγοράζω προϊόν, η παράδοση ή χρήση του οποίου θα γίνει σε μεταγενέστερο και εκ των προτέρων συμφωνημένο χρόνο. Βλ. προπωλώ. [< μτγν. προαγοράζω] | |
| 42302 | προάγω | προ-ά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. προ-ήγαγε, -αγάγει, -άχθηκε κ. -ήχθηκε (συχνότ. -ήχθη, μτχ. -αχθείς, -αχθείσα, -αχθέν), -αχθεί, -ηγμένος} (λόγ.) 1. ενεργώ ώστε να εξελιχθεί κάποιος ή κάτι, ενισχύω, προωθώ την πρόοδο ή την ανάπτυξή του: Δράσεις που ~ουν τον πολιτισμό/τη συνεργασία μεταξύ των χωρών. Το διάβασμα ~ει τη γνώση/την ανθρώπινη σκέψη. Ερευνητικά κέντρα που ~ουν την επιστήμη. 2. προβιβάζω ή εγκρίνω τη μετάβαση κάποιου σε ανώτερο ιεραρχικά βαθμό ή θέση: Στην επόμενη τάξη ~ονται οι μαθητές: ...|| ~ήχθη σε διευθυντή/ταγματάρχη. ● βλ. προηγμένος [< 1: αρχ. προάγω 2: γαλλ. promouvoir] | |
| 42303 | προαγωγέας | προ-α-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ουσία που αυξάνει τη δράση καταλύτη ή επιταχύνει την καρκινογένεση. 2. ΒΙΟΛ. τμήμα του DNA που σηματοδοτεί την έναρξη της μεταγραφής. [< πβ. μτγν. προαγωγεύς 'αυτός που οδηγεί σε κάτι', γαλλ. promoteur , αγγλ. promoter, 1911] | |
| 42304 | προαγωγή | προ-α-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} ανάπτυξη, πρόοδος: ~ (των) γραμμάτων/επιστημών/συμφερόντων/(διμερών) σχέσεων/τεχνών. ~ της έρευνας και της καινοτομίας.|| ~ της (ψυχικής) υγείας. Πβ. αναβάθμιση, προώθηση. ΑΝΤ. υποβάθμιση 2. προβιβασμός ή μετάβαση σε ανώτερη ιεραρχικά θέση ή βαθμό: ~ μαθητών (ενν. στην επόμενη τάξη).|| Μισθολογική ~. Πήρε ~ (= προήχθη). Ανακοινώθηκε η ~ του σε συνταγματάρχη. ΑΝΤ. υποβιβασμός. [< μτγν. προαγωγή, γαλλ. promotion, avancement] | |
| 42305 | προαγωγικός | , ή, ό προ-α-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται κυρ. με τον προβιβασμό μαθητών σε επόμενη τάξη ή με τη μετάβαση σε ανώτερη ιεραρχικά βαθμίδα: ~ές: εξετάσεις (Γυμνασίου). Βλ. απολυτήριος.|| ~ές: κρίσεις (στελεχών). [< πβ. μτγν. προαγωγικός 'που συντελεί στην πρόοδο'] | |
| 42306 | προαγωγός | προ-α-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που εξωθεί συνήθ. γυναίκα στην πορνεία, με σκοπό την οικονομική της εκμετάλλευση. Πβ. αγαπητικός, τσατσά. ΣΥΝ. μαστροπός, νταβατζής (1), πορνοβοσκός, προστάτης (2), σωματέμπορος [< μτγν. προαγωγός] | |
| 42307 | προαίρεση | προ-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. εσωτερική ώθηση που οδηγεί σε συγκεκριμένη επιλογή ή ενέργεια, ελεύθερη απόφαση: ελεύθερη ~ (= αυτεξουσιότητα). Ενεργώ/κάνω κάτι με καλή ~. Είχε αγαθή ~. Κακή ~ (= κακοπιστία). Κατά ~ (= προαιρετικά, χωρίς δεσμεύσεις).|| (ΝΟΜ.) Σύμφωνο ~έσεως. ΣΥΝ. πρόθεση (1) 2. ΦΙΛΟΣ. ο προσανατολισμός της σκέψης, του στοχασμού προς κάτι εφικτό, που βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαίωμα προαίρεσης/προαιρέσεως: ΟΙΚΟΝ. σύμβαση που δίνει στον κάτοχό της το δικαίωμα να προβεί σε αγορά ή πώληση νομίσματος, μετοχής σε μελλοντική χρονική στιγμή και σε συγκεκριμένη τιμή. Πβ. οψιόν. Βλ. παράγωγο. [< αρχ. προαίρεσις, γαλλ.-αγγλ. option] | |
| 42308 | προαιρετικός | , ή, ό προ-αι-ρε-τι-κός επίθ.: που γίνεται με ελεύθερη βούληση: ~ός: εξοπλισμός (αυτοκινήτου). ~ή: εργασία/παρακολούθηση (παραδόσεων)/συμμετοχή/ψηφοφορία. ~ή: εκδρομή/επίσκεψη (σε μουσείο). ~ό: γεύμα/μάθημα/πρόγραμμα. ~ές: εισφορές. Πβ. εθελοντικός, εκούσιος. ΑΝΤ. αναγκαστικός, υποχρεωτικός (1) ● επίρρ.: προαιρετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. προαιρετικός, γαλλ. facultatif] | |
| 42309 | προαιρούμαι | [προαιροῦμαι] προ-αι-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {προαιρείσαι ...· μόνο σε ενεστ.} (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ό,τι προαιρείσθε: (σε εράνους) ό,τι επιθυμείτε, ό,τι έχετε ευχαρίστηση. [< αρχ. προαιροῦμαι ‘αποφασίζω, προκρίνω’] | |
| 42310 | προαισθάνομαι | προ-αι-σθά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {προαισθάν-θηκα, -όμενος} (λόγ.): αισθάνομαι από πριν κάτι που πρόκειται να συμβεί: ~εται ότι κάτι καλό/κακό θα του συμβεί. ~θηκε τον κίνδυνο/τη συμφορά/το τέλος του. Πβ. διαισθάνομαι, ψυχανεμίζομαι. [< αρχ. προαισθάνομαι] | |
| 42311 | προαίσθημα | προ-αί-σθη-μα ουσ. (ουδ.): ό,τι προαισθάνεται κάποιος: Έχω ένα καλό/κακό ~ για κάτι. Από το πρωί είχε ~ ότι/πως θα τον συναντήσει. Πβ. προαίσθηση, προμήνυμα. [< γαλλ. pressentiment] | |
| 42312 | προαίσθηση | προ-αί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαίσθηση. Πβ. προαίσθημα. Βλ. τηλαισθησία. [< μτγν. προαίσθησις] | |
| 42313 | προαιώνιος | , α, ο προ-αι-ώ-νι-ος επίθ. 1. (μτφ.) που υπάρχει εδώ και πολύ καιρό, αιώνιος, παμπάλαιος: ~ος: εχθρός. ~α: διαμάχη. ~ο: ερώτημα/μίσος/πρόβλημα. Πβ. πανάρχαιος. 2. (κυρ. για τον Θεό) που υπάρχει από πάντα, πριν από τους αιώνες: ~ος: Λόγος. ● επίρρ.: προαιώνια & (λόγ.) προαιωνίως [< μτγν. προαιώνιος] | |
| 42314 | προακτέος | , α, ο προ-α-κτέ-ος επίθ.: που πληροί τις προϋποθέσεις, για να προαχθεί: Μαθητές που κρίνονται ~οι ... Βλ. μετεξεταστέος.|| ~οι: υπάλληλοι. ~ κατ΄εκλογή (: μετά από επιλογή). Κρίθηκε ~ στον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή. Βλ. -τέος. [< μτγν. ουδ. προακτέον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ