| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42315 | προαλείφω | προ-α-λεί-φω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ., κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): (+ για) προετοιμάζω, προορίζω κάποιον για αξίωμα ή θέση: Τον ~ουν για τη θέση του αρχηγού/προέδρου. ~εται για υπουργός. ● Παθ.: προαλείφεται: προδιαγράφεται: Οι εξελίξεις ~ονται συναρπαστικές. [< μτγν. προαλείφω ‘επικαλύπτω εκ των προτέρων’] | |
| 42316 | προάλλες | προ-άλ-λες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στη ● ΦΡ.: τις προάλλες (προφ.): πριν από λίγες μέρες, προ ημερών: ~ ~ συνάντησα έναν παλιό μου φίλο. [< γαλλ. ces jours derniers] | |
| 42317 | προαναγγελία | προ-α-ναγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προαναγγέλλω: ~ γενικής συνέλευσης/διαλόγου/εκλογών. (ΟΙΚΟΝ.) ~ συναλλαγών. Πβ. προεξαγγελία. ΣΥΝ. προαγγελία | |
| 42318 | προαναγγέλλω | προ-α-ναγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.): αναγγέλλω, γνωστοποιώ εκ των προτέρων: Ο διεθνής σέντερ προανήγγειλε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση. ~θηκε απεργία στα ΜΜΜ. ~θείς: θάνατος. ~θείσα: επίθεση/καταστροφή. ~θέν: έγκλημα. Πβ. προεξαγγέλλω, προκηρύσσω. ΣΥΝ. προαγγέλλω [< μτγν. προαναγγέλλω] | |
| 42319 | προανάγνωση | προ-α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.): πρώιμο στάδιο ανάγνωσης για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Βλ. προγραφή. [< μεσν. προανάγνωσις, αγγλ. prereading, 1965] | |
| 42320 | προανάκριση | προ-α-νά-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προκαταρκτική ανάκριση από αρμόδια Αρχή, για να διαπιστωθεί αν μια πράξη είναι αξιόποινη: Το Ανακριτικό Τμήμα της Τροχαίας διενεργεί/διεξάγει ~ για τα αίτια του δυστυχήματος. Διατάχθηκε ~ από τις εισαγγελικές Αρχές. Ο φάκελος της ~ης. | |
| 42321 | προανακριτικός | , ή, ό προ-α-να-κρι-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην προανάκριση: ~ή: διαδικασία/εξέταση/Επιτροπή της Βουλής/έρευνα. ~ό: υλικό. ~ές: Αρχές/καταθέσεις. Ο κατηγορούμενος επανέλαβε όσα υποστήριξε στην ~ή του απολογία. Η υπόθεση βρίσκεται ακόμα στο ~ό στάδιο. ● επίρρ.: προανακριτικά | |
| 42322 | προανάκρουσμα | προ-α-νά-κρου-σμα ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. πρελούδιο 1. (μτφ.-λόγ.) ενέργεια ή γεγονός που προμηνύει κάτι άλλο πιο σοβαρό, πιο σπουδαίο: ~ αλλαγών/μέτρων. Πβ. οιωνός, πρόδρομος, προ-άγγελος, -εόρτια, -μήνυμα. 2. ΜΟΥΣ. (σπάν.) σύντομο εισαγωγικό μέρος μουσικού έργου. Πβ. ουβερτούρα. [< γαλλ. prélude] | |
| 42323 | προανακτορικός | , ή, ό προ-α-να-κτο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προανακτορική περίοδος/εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η περίοδος πριν από την ίδρυση των πρώτων ανακτόρων στη Μινωική Κρήτη (περ. 2.600-1.900 π.Χ.). | |
| 42324 | προαναφέρω | προ-α-να-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {προανέφερ-α, προαναφέρ-ει, -θηκε (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, -οντας, -όμενος} (λόγ.): αναφέρω από πριν, εκ των προτέρων: Όπως ήδη ~α/~θηκε ... Από τα ~έντα (= προλεχθέντα, προρρηθέντα) προκύπτει ότι ... Στις ~όµενες τιµές περιλαµβάνονται ... [< μτγν. προαναφέρω] | |
| 42325 | προανάφλεξη | προ-α-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. ανάφλεξη καύσιμου μείγματος στον κύλινδρο μηχανών εσωτερικής καύσης κατά τη φάση της συμπίεσης. [< αγγλ. pre-ignition] | |
| 42326 | προάνθρωπος | προ-άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. (σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης) πρόγονος του ανθρώπου που θεωρείται ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ ανθρωποειδών και ανθρώπου. Βλ. ελλείπων κρίκος. [< γερμ. Vormensch] | |
| 42327 | προαπαιτούμενος | , η, ο προ-α-παι-τού-με-νος επίθ.: που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι: ~ος: όρος. ~ες: γνώσεις. ~α: μαθήματα (πβ. υποχρεωτικός). ● Ουσ.: προαπαιτούμενο (το): καθετί που αποτελεί προϋπόθεση, προκαταρκτικό όρο: ~α για την εγγραφή (σε τμήμα)/για το μάθημα. Βασικό ~ για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ... Πβ. εκ των ων ουκ άνευ. [< μτχ. εν. του μτγν. ρ. προαπαιτῶ, αγγλ. prerequisite] | |
| 42328 | προαπαιτώ | [προαπαιτῶ] προ-α-παι-τώ ρ. (μτβ.) {προαπαιτ-εί, -ώντας | προαπαίτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.): απαιτώ κάτι από πριν, θέτω ως όρο ή προϋπόθεση: Για τη συγκεκριμένη θέση ~ούνται ειδικές γνώσεις/τα εξής προσόντα ... Για τις εργαστηριακές εξετάσεις, ~είται (= προϋποτίθεται έγκριση από το (ασφαλιστικό) Ταμείο. [< μτγν. προαπαιτῶ] | |
| 42330 | προάριστο(ν) | προ-ά-ρι-στον ουσ. (ουδ.) (επίσ.): (στον Στρατό) σύντομο γεύμα ανάμεσα στο πρωινό και το μεσημεριανό. Πβ. δεκατιανό, κολατσιό. | |
| 42331 | προάσκηση | προ-ά-σκη-ση ουσ. (θηλ.): προκαταρκτική άσκηση. Πβ. προθέρμανση. [< μεσν. προάσκησις] | |
| 42332 | προασπίζω | προ-α-σπί-ζω ρ. (μτβ.) {προάσπι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, προασπιζ-όμενος, -οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): υπερασπίζομαι, προστατεύω: ~ την ειρήνη/την ελευθερία. Οργανώσεις που ~ουν/~ονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. ~ει/~εται τα συμφέροντα των εργαζομένων. [< μτγν. προασπίζω] | |
| 42333 | προάσπιση | προ-ά-σπι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υπεράσπιση, υποστήριξη: ~ της ανθρώπινης ζωής/της δημόσιας υγείας/της ελευθερίας/των κοινωνικών δικαιωμάτων/της πατρίδας/των εθνικών συμφερόντων. Πβ. προστασία. [< μεσν. προάσπισις] | |
| 42334 | προασπιστής | προ-α-σπι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. προασπίστρια} (απαιτ. λεξιλόγ.): υπερασπιστής, υπέρμαχος: ~ές των ανθρώπινων δικαιωμάτων. [< μτγν. προασπιστής ‘αυτός που μάχεται στην πρώτη γραμμή’] | |
| 42335 | προαστιακός | , ή, ό προ-α-στι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με προάστιο ή τα προάστια: ~ή: γραμμή (τρένου)/σύνδεση. ~ό: εμπορικό κέντρο. ~ά: δρομολόγια. ● ΣΥΜΠΛ.: προαστιακός σιδηρόδρομος & (προφ.) προαστιακός: σιδηροδρομικό δίκτυο που συνδέει το κέντρο μιας πόλης κυρ. με τα προάστιά της. Βλ. μετρό. [< αγγλ. suburban] [< γαλλ. suburbain] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ