| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42325 | προανάφλεξη | προ-α-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. ανάφλεξη καύσιμου μείγματος στον κύλινδρο μηχανών εσωτερικής καύσης κατά τη φάση της συμπίεσης. [< αγγλ. pre-ignition] | |
| 42326 | προάνθρωπος | προ-άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. (σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης) πρόγονος του ανθρώπου που θεωρείται ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ ανθρωποειδών και ανθρώπου. Βλ. ελλείπων κρίκος. [< γερμ. Vormensch] | |
| 42327 | προαπαιτούμενος | , η, ο προ-α-παι-τού-με-νος επίθ.: που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι: ~ος: όρος. ~ες: γνώσεις. ~α: μαθήματα (πβ. υποχρεωτικός). ● Ουσ.: προαπαιτούμενο (το): καθετί που αποτελεί προϋπόθεση, προκαταρκτικό όρο: ~α για την εγγραφή (σε τμήμα)/για το μάθημα. Βασικό ~ για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ... Πβ. εκ των ων ουκ άνευ. [< μτχ. εν. του μτγν. ρ. προαπαιτῶ, αγγλ. prerequisite] | |
| 42328 | προαπαιτώ | [προαπαιτῶ] προ-α-παι-τώ ρ. (μτβ.) {προαπαιτ-εί, -ώντας | προαπαίτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.): απαιτώ κάτι από πριν, θέτω ως όρο ή προϋπόθεση: Για τη συγκεκριμένη θέση ~ούνται ειδικές γνώσεις/τα εξής προσόντα ... Για τις εργαστηριακές εξετάσεις, ~είται (= προϋποτίθεται έγκριση από το (ασφαλιστικό) Ταμείο. [< μτγν. προαπαιτῶ] | |
| 42330 | προάριστο(ν) | προ-ά-ρι-στον ουσ. (ουδ.) (επίσ.): (στον Στρατό) σύντομο γεύμα ανάμεσα στο πρωινό και το μεσημεριανό. Πβ. δεκατιανό, κολατσιό. | |
| 42331 | προάσκηση | προ-ά-σκη-ση ουσ. (θηλ.): προκαταρκτική άσκηση. Πβ. προθέρμανση. [< μεσν. προάσκησις] | |
| 42332 | προασπίζω | προ-α-σπί-ζω ρ. (μτβ.) {προάσπι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, προασπιζ-όμενος, -οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): υπερασπίζομαι, προστατεύω: ~ την ειρήνη/την ελευθερία. Οργανώσεις που ~ουν/~ονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. ~ει/~εται τα συμφέροντα των εργαζομένων. [< μτγν. προασπίζω] | |
| 42333 | προάσπιση | προ-ά-σπι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υπεράσπιση, υποστήριξη: ~ της ανθρώπινης ζωής/της δημόσιας υγείας/της ελευθερίας/των κοινωνικών δικαιωμάτων/της πατρίδας/των εθνικών συμφερόντων. Πβ. προστασία. [< μεσν. προάσπισις] | |
| 42334 | προασπιστής | προ-α-σπι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. προασπίστρια} (απαιτ. λεξιλόγ.): υπερασπιστής, υπέρμαχος: ~ές των ανθρώπινων δικαιωμάτων. [< μτγν. προασπιστής ‘αυτός που μάχεται στην πρώτη γραμμή’] | |
| 42335 | προαστιακός | , ή, ό προ-α-στι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με προάστιο ή τα προάστια: ~ή: γραμμή (τρένου)/σύνδεση. ~ό: εμπορικό κέντρο. ~ά: δρομολόγια. ● ΣΥΜΠΛ.: προαστιακός σιδηρόδρομος & (προφ.) προαστιακός: σιδηροδρομικό δίκτυο που συνδέει το κέντρο μιας πόλης κυρ. με τα προάστιά της. Βλ. μετρό. [< αγγλ. suburban] [< γαλλ. suburbain] | |
| 42336 | προάστιο | προ-ά-στι-ο ουσ. (ουδ.) {προαστί-ου | -ων}: οικισμός ή ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται στα περίχωρα πόλης: ανατολικά/βόρεια/δυτικά/νότια ~α. Βιομηχανικό/λαϊκό/παραθαλάσσιο ~. [< αρχ. προάστιον] | |
| 42337 | προαστιοποίηση | προ-α-στι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετακίνηση αστικού πληθυσμού στα προάστια πόλης και διαμόρφωση νέας χωροταξικής οργάνωσης. Βλ. αστικοποίηση, -ποίηση. [< αγγλ. suburbanization, 1938] | |
| 42338 | προαυλίζομαι | προ-αυ-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {προαυλίστηκε | συνήθ. στο γ΄ πρόσ.} (επίσ.): (συνήθ. για φυλακισμένους ή έγκλειστους σε ίδρυμα) βγαίνω στο προαύλιο: Οι κρατούμενοι ~ονται ανά δύο/μόνοι τους.|| Οι ασθενείς ~ονται κάθε μέρα.|| (σπανιότ.) Οι μαθητές ~ονται σ' έναν μικρό χώρο. [< μτγν. προαυλίζομαι ‘στρατοπεδεύω μπροστά’] | |
| 42339 | προαύλιο | προ-αύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: υπαίθριος και συνήθ. περιφραγμένος χώρος μπροστά από ένα κτίριο: ~ εκκλησίας/σχολείου/φυλακής. ΣΥΝ. αυλή (1), προαύλιος χώρος [< μτγν. προαύλιον ‘χώρος μπροστά από περίβολο ή ναό’] | |
| 42340 | προαύλιος | , α, ο προ-αύ-λι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προαύλιος χώρος: προαύλιο. [< μτγν. προαύλιος] | |
| 42341 | προαυλισμός | προ-αυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): (συνήθ. για κρατούμενους σε φυλακές) έξοδος στο προαύλιο. Βλ. -ισμός. | |
| 42342 | πρόβα | πρό-βα ουσ. (θηλ.): δοκιμή, έλεγχος πριν από την οριστική ή/και επίσημη παρουσίαση, συνήθ. ρούχου ή παράστασης ή γενικότ. προτού να γίνει κάτι: ~ (θεατρικού/μουσικού) έργου/σόου/συναυλίας/χορού. ~ ηθοποιών/ορχήστρας/χορωδίας. ~ για παρέλαση. Κάνω ~ νυφικού (πβ. προβάρισμα). Πήγα για ~ στη μοδίστρα. Ο θίασος/το συγκρότημα ξεκίνησε τις ~ες.|| ~ για τις εκλογές/την παρουσίαση της μελέτης. Θετική/πετυχημένη ~ για την ομάδα, ενόψει της κρίσιμης αναμέτρησης. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόβα τζενεράλε/γενική πρόβα: τελική δοκιμή παράστασης πριν από την πρεμιέρα· κατ' επέκτ. κάθε τελική δοκιμή: αποτυχημένη/επιτυχημένη ~ ~.|| ~ ~ της εθνικής ομάδας για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. [< μεσν. πρόβα < ιταλ. prova] | |
| 42343 | προβαδίζω | προ-βα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ.} (σπάν.): (συνήθ. σε επίσημες περιστάσεις) προπορεύομαι, προηγούμαι. [< μτγν. προβαδίζω] | |
| 42344 | προβάδικο | προ-βά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) χώρος για πρόβες. 2. (αργκό) ηχογράφηση ντέμο από μουσικά, συνήθ. νεανικά συγκροτήματα. Βλ. -άδικο, στούντιο. | |
| 42345 | προβάδισμα | προ-βά-δι-σμα ουσ. (ουδ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος προηγείται των ανταγωνιστών του· πρώτη θέση, υπεροχή: σταθερό ~. Παγιώνεται το ~ του κόμματος στα γκάλοπ. Νέες δημοσκοπήσεις δίνουν ~ έξι (ποσοστιαίων) μονάδων στο(ν) ... ~ πρόκρισης/τίτλου για την Εθνική ποδοσφαίρου. Η εκπομπή διατηρεί το ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Πβ. πρωτοπορία. [< γαλλ. précédence] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ