Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42900-42920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
42336προάστιοπρο-ά-στι-ο ουσ. (ουδ.) {προαστί-ου | -ων}: οικισμός ή ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται στα περίχωρα πόλης: ανατολικά/βόρεια/δυτικά/νότια ~α. Βιομηχανικό/λαϊκό/παραθαλάσσιο ~. [< αρχ. προάστιον]
42337προαστιοποίησηπρο-α-στι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μετακίνηση αστικού πληθυσμού στα προάστια πόλης και διαμόρφωση νέας χωροταξικής οργάνωσης. Βλ. αστικοποίηση, -ποίηση. [< αγγλ. suburbanization, 1938]
42338προαυλίζομαιπρο-αυ-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {προαυλίστηκε | συνήθ. στο γ΄ πρόσ.} (επίσ.): (συνήθ. για φυλακισμένους ή έγκλειστους σε ίδρυμα) βγαίνω στο προαύλιο: Οι κρατούμενοι ~ονται ανά δύο/μόνοι τους.|| Οι ασθενείς ~ονται κάθε μέρα.|| (σπανιότ.) Οι μαθητές ~ονται σ' έναν μικρό χώρο. [< μτγν. προαυλίζομαι ‘στρατοπεδεύω μπροστά’]
7750προαύλιος

, α, ο [αὔλειος] αύ-λει-ος επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται στην αυλή. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αύλειος χώρος: αυλή: ~ ~ εκκλησίας/σχολείου. Βλ. προαύλιος. [< αρχ. αὔλειος]

42340προαύλιος, α, ο προ-αύ-λι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: προαύλιος χώρος: προαύλιο. [< μτγν. προαύλιος]
42341προαυλισμόςπρο-αυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): (συνήθ. για κρατούμενους σε φυλακές) έξοδος στο προαύλιο. Βλ. -ισμός.
42342πρόβαπρό-βα ουσ. (θηλ.): δοκιμή, έλεγχος πριν από την οριστική ή/και επίσημη παρουσίαση, συνήθ. ρούχου ή παράστασης ή γενικότ. προτού να γίνει κάτι: ~ (θεατρικού/μουσικού) έργου/σόου/συναυλίας/χορού. ~ ηθοποιών/ορχήστρας/χορωδίας. ~ για παρέλαση. Κάνω ~ νυφικού (πβ. προβάρισμα). Πήγα για ~ στη μοδίστρα. Ο θίασος/το συγκρότημα ξεκίνησε τις ~ες.|| ~ για τις εκλογές/την παρουσίαση της μελέτης. Θετική/πετυχημένη ~ για την ομάδα, ενόψει της κρίσιμης αναμέτρησης. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόβα τζενεράλε/γενική πρόβα: τελική δοκιμή παράστασης πριν από την πρεμιέρα· κατ' επέκτ. κάθε τελική δοκιμή: αποτυχημένη/επιτυχημένη ~ ~.|| ~ ~ της εθνικής ομάδας για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. [< μεσν. πρόβα < ιταλ. prova]
42343προβαδίζωπρο-βα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ.} (σπάν.): (συνήθ. σε επίσημες περιστάσεις) προπορεύομαι, προηγούμαι. [< μτγν. προβαδίζω]
42344προβάδικοπρο-βά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) χώρος για πρόβες. 2. (αργκό) ηχογράφηση ντέμο από μουσικά, συνήθ. νεανικά συγκροτήματα. Βλ. -άδικο, στούντιο.
42345προβάδισμαπρο-βά-δι-σμα ουσ. (ουδ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος προηγείται των ανταγωνιστών του· πρώτη θέση, υπεροχή: σταθερό ~. Παγιώνεται το ~ του κόμματος στα γκάλοπ. Νέες δημοσκοπήσεις δίνουν ~ έξι (ποσοστιαίων) μονάδων στο(ν) ... ~ πρόκρισης/τίτλου για την Εθνική ποδοσφαίρου. Η εκπομπή διατηρεί το ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Πβ. πρωτοπορία. [< γαλλ. précédence]
42346προβαθμίδαπρο-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.): προκαταρκτική βαθμίδα. [< μεσν. προβαθμίδα 'κεφαλόσκαλο']
42347προβαίνωπρο-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {προέβη (προφ.) προέβηκε, προβεί, προβαίνοντας} (λόγ.): (+ σε) προχωρώ στην πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας: ~ει σε ανάλυση (δεδομένων/κινδύνου). Σε μεταρρυθμίσεις ~ει η κυβέρνηση. (ως απολεξικοποιημένο ρ.:) Ο βουλευτής αναμένεται να προβεί σε αποκαλύψεις/δηλώσεις σχετικά με .../καταγγελίες (= να αποκαλύψει/δηλώσει/καταγγείλει). Η Αστυνομία προέβη σε συλλήψεις υπόπτων (= συνέλαβε).|| (επίσ.) Παρακαλώ να/όπως προβείτε στα ακόλουθα ... [< αρχ. προβαίνω 'βαδίζω μπροστά', αγγλ. proceed]
42348προβάλλωπρο-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. προέβαλλε κ. πρόβαλλε, αόρ. προέβαλε κ. πρόβαλε, προβάλει, προβλήθηκε, προβληθεί, προβαλλόμενος, (λόγ.) προβεβλημένος, προβάλλοντας} 1. παρουσιάζω, επιδεικνύω κάποιον ή κάτι συστηματικά, με σκοπό να γίνει γνωστό(ς) ή να διαφημιστεί: ~ προϊόντα/υπηρεσίες. ~ τον αγώνα/τις δραστηριότητες/την εφεύρεση/τις ιδέες κάποιου. Προσωπικότητες που με το έργο τους ~ουν ανά τον κόσμο τον ελληνικό πολιτισμό. Η εφημερίδα ~ει τις απεργιακές κινητοποιήσεις/τη δήλωση του υπουργού/το θέμα στην πρώτη σελίδα. Δεν χάνει ευκαιρία να προβάλει τον εαυτό του. ~εται η συμβολή του στα γράμματα και τις τέχνες. Ξένα πρακτορεία πρόβαλαν εκτενώς το γεγονός/την εκδήλωση. Η εταιρεία θα προβληθεί στο διαδίκτυο. Προβαλλόμενα: πρότυπα. Προβεβλημένος: επιστήμονας/καλλιτέχνης. Προβεβλημένες: καταχωρήσεις. Προβεβλημένα στελέχη (του κόμματος). ΣΥΝ. διαφημίζω (1), προωθώ 2. αναπαράγω με κατάλληλα οπτικά μέσα εικόνες ή και ήχους πάνω σε κατάλληλη επιφάνεια ή οθόνη: ~ διαφάνειες/εικόνες/φιλμ/φωτογραφίες. Η τηλεόραση ~ει δελτία ειδήσεων/ντοκιμαντέρ/σειρές/σίριαλ. Προβλήθηκαν ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους. Στην εκπομπή προβλήθηκαν πλάνα/σκηνές από το συνέδριο. ΣΥΝ. παίζει.|| (ΦΥΣ.) Το είδωλο/η εικόνα ~εται στον αμφιβληστροειδή. 3. εκφράζω, εκφέρω, τονίζω ή παρουσιάζω κάτι (σε αντίθεση με κάτι άλλο): ~ αντιρρήσεις/βέτο/δικαιολογίες/διλήμματα/ένσταση/επιχειρήματα/ερωτήματα/ισχυρισμούς. ~ (= εγείρω) αξιώσεις. ~ει την απαίτηση για αξιοπρεπή εργασία. ~ουν ηρωική/σθεναρή αντίσταση. Οι θέσεις που ~ουν (= διατυπώνουν) αντίκεινται στις αρχές του Συντάγματος. ~ουν θεσμικά και οικονομικά αιτήματα. Ο δικηγόρος πρόβαλε ότι/πως ... Ως αντεπιχείρημα ~εται η άποψη ότι ... Το κείμενό του ~ει (= υπογραμμίζει) την αξία της ισότητας. ~ονται (= αναδεικνύονται) τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.|| ~ει τον τίτλο του κειμένου με έντονα γράμματα. 4. {μόνο στην ενεργ. φωνή} εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι ή απλώνω, κινώ κάτι προς τα εμπρός ή και προς τα έξω: ~ει επιτακτικά η ανάγκη συσπείρωσης και δράσης των νέων/ο κίνδυνος. Πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του/στο παράθυρό της (= φανερώθηκε). Κίνημα/ρεύμα που πρόβαλε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Πρόβαλε ο ήλιος (= ανέτειλε, ξεπρόβαλε).|| Πρόβαλε το κεφάλι/τουφέκι του. Βλ. προτάσσω. 5. ΨΥΧΟΛ. μεταβιβάζω προθέσεις, συναισθήματα, επιθυμίες στο περιβάλλον μου και κατ' επέκτ. αποδίδω τα χαρακτηριστικά ενός πράγματος σε ένα άλλο: Το παιδί ~ει στο παιχνίδι τους ρόλους και τις αξίες των ενηλίκων.|| ~ονται θεραπευτικές ιδιότητες σε τρόφιμα. 6. ΓΕΩΜ. απεικονίζω σημείο ή σύνολο σημείων σε ένα άλλο με συγκεκριμένη μέθοδο: Τετράγωνο ~εται σε ορθογώνιο. [< 1,2,5,6: γαλλ. projeter, αγγλ. project 3,4: αρχ. προβάλλω]
42349προβαμμένος, η, ο προ-βαμ-μέ-νος επίθ.: βαμμένος από πριν: ~η: λαμαρίνα.
42350προβάρισμαπρο-βά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρόβα, κυρ. ρούχου. Βλ. -ισμα.
42351προβάρωπρο-βά-ρω ρ. (μτβ.) {πρόβαρ-α (σπάν.) προβάρ-ισα, -ισμένος}: (συνήθ. για ρούχο) δοκιμάζω, κάνω πρόβα: ~ ένα σακάκι/φουστάνι.|| Οι μουσικοί ανέβηκαν στη σκηνή για να ~ουν τα τραγούδια τους.|| (στην αθλητική αργκό) Ο νεαρός επιθετικός ~ει τα γαλανόλευκα (: κλήθηκε στην Εθνική Ομάδα). ● ΦΡ.: ράβει/προβάρει το κουστούμι βλ. κουστούμι [< μεσν. προβάρω < ιταλ. provare]
42352πρόβασηπρό-βα-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): μετάβαση: γνωστική/ιστορική/κοινωνική ~. Η ~ προς την πραγματικότητα. Βλ. μεταφορά, πέρασμα. [< μτγν. πρόβασις]
42353προβατάκιπρο-βα-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πρόβατο, αρνάκι. 2. (μτφ.) (για πρόσ.) άκακος, αθώος, αφελής. ● προβατάκια (τα) (μτφ.-προφ.): οι αφροί των κυμάτων: Η θάλασσα κάνει ~. ● ΦΡ.: μετράω προβατάκια/πρόβατα: (σε περιπτώσεις αϋπνίας) απαριθμώ φανταστικά προβατάκια, μέχρι να με πάρει ο ύπνος. [< 1: μεσν. προβατάκι]
42354προβατίλαπρο-βα-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσάρεστη μυρωδιά των προβάτων και των προϊόντων που παράγονται από αυτά. Βλ. -ίλα.
42355προβατίσιος, ια, ιο προ-βα-τί-σιος επίθ. (λαϊκό): που προέρχεται ή παράγεται από το πρόβατο. Βλ. -ίσιος. ΣΥΝ. πρόβειος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.