| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42346 | προβαθμίδα | προ-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.): προκαταρκτική βαθμίδα. [< μεσν. προβαθμίδα 'κεφαλόσκαλο'] | |
| 42347 | προβαίνω | προ-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {προέβη (προφ.) προέβηκε, προβεί, προβαίνοντας} (λόγ.): (+ σε) προχωρώ στην πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας: ~ει σε ανάλυση (δεδομένων/κινδύνου). Σε μεταρρυθμίσεις ~ει η κυβέρνηση. (ως απολεξικοποιημένο ρ.:) Ο βουλευτής αναμένεται να προβεί σε αποκαλύψεις/δηλώσεις σχετικά με .../καταγγελίες (= να αποκαλύψει/δηλώσει/καταγγείλει). Η Αστυνομία προέβη σε συλλήψεις υπόπτων (= συνέλαβε).|| (επίσ.) Παρακαλώ να/όπως προβείτε στα ακόλουθα ... [< αρχ. προβαίνω 'βαδίζω μπροστά', αγγλ. proceed] | |
| 42348 | προβάλλω | προ-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. προέβαλλε κ. πρόβαλλε, αόρ. προέβαλε κ. πρόβαλε, προβάλει, προβλήθηκε, προβληθεί, προβαλλόμενος, (λόγ.) προβεβλημένος, προβάλλοντας} 1. παρουσιάζω, επιδεικνύω κάποιον ή κάτι συστηματικά, με σκοπό να γίνει γνωστό(ς) ή να διαφημιστεί: ~ προϊόντα/υπηρεσίες. ~ τον αγώνα/τις δραστηριότητες/την εφεύρεση/τις ιδέες κάποιου. Προσωπικότητες που με το έργο τους ~ουν ανά τον κόσμο τον ελληνικό πολιτισμό. Η εφημερίδα ~ει τις απεργιακές κινητοποιήσεις/τη δήλωση του υπουργού/το θέμα στην πρώτη σελίδα. Δεν χάνει ευκαιρία να προβάλει τον εαυτό του. ~εται η συμβολή του στα γράμματα και τις τέχνες. Ξένα πρακτορεία πρόβαλαν εκτενώς το γεγονός/την εκδήλωση. Η εταιρεία θα προβληθεί στο διαδίκτυο. Προβαλλόμενα: πρότυπα. Προβεβλημένος: επιστήμονας/καλλιτέχνης. Προβεβλημένες: καταχωρήσεις. Προβεβλημένα στελέχη (του κόμματος). ΣΥΝ. διαφημίζω (1), προωθώ 2. αναπαράγω με κατάλληλα οπτικά μέσα εικόνες ή και ήχους πάνω σε κατάλληλη επιφάνεια ή οθόνη: ~ διαφάνειες/εικόνες/φιλμ/φωτογραφίες. Η τηλεόραση ~ει δελτία ειδήσεων/ντοκιμαντέρ/σειρές/σίριαλ. Προβλήθηκαν ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους. Στην εκπομπή προβλήθηκαν πλάνα/σκηνές από το συνέδριο. ΣΥΝ. παίζει.|| (ΦΥΣ.) Το είδωλο/η εικόνα ~εται στον αμφιβληστροειδή. 3. εκφράζω, εκφέρω, τονίζω ή παρουσιάζω κάτι (σε αντίθεση με κάτι άλλο): ~ αντιρρήσεις/βέτο/δικαιολογίες/διλήμματα/ένσταση/επιχειρήματα/ερωτήματα/ισχυρισμούς. ~ (= εγείρω) αξιώσεις. ~ει την απαίτηση για αξιοπρεπή εργασία. ~ουν ηρωική/σθεναρή αντίσταση. Οι θέσεις που ~ουν (= διατυπώνουν) αντίκεινται στις αρχές του Συντάγματος. ~ουν θεσμικά και οικονομικά αιτήματα. Ο δικηγόρος πρόβαλε ότι/πως ... Ως αντεπιχείρημα ~εται η άποψη ότι ... Το κείμενό του ~ει (= υπογραμμίζει) την αξία της ισότητας. ~ονται (= αναδεικνύονται) τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.|| ~ει τον τίτλο του κειμένου με έντονα γράμματα. 4. {μόνο στην ενεργ. φωνή} εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι ή απλώνω, κινώ κάτι προς τα εμπρός ή και προς τα έξω: ~ει επιτακτικά η ανάγκη συσπείρωσης και δράσης των νέων/ο κίνδυνος. Πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του/στο παράθυρό της (= φανερώθηκε). Κίνημα/ρεύμα που πρόβαλε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Πρόβαλε ο ήλιος (= ανέτειλε, ξεπρόβαλε).|| Πρόβαλε το κεφάλι/τουφέκι του. Βλ. προτάσσω. 5. ΨΥΧΟΛ. μεταβιβάζω προθέσεις, συναισθήματα, επιθυμίες στο περιβάλλον μου και κατ' επέκτ. αποδίδω τα χαρακτηριστικά ενός πράγματος σε ένα άλλο: Το παιδί ~ει στο παιχνίδι τους ρόλους και τις αξίες των ενηλίκων.|| ~ονται θεραπευτικές ιδιότητες σε τρόφιμα. 6. ΓΕΩΜ. απεικονίζω σημείο ή σύνολο σημείων σε ένα άλλο με συγκεκριμένη μέθοδο: Τετράγωνο ~εται σε ορθογώνιο. [< 1,2,5,6: γαλλ. projeter, αγγλ. project 3,4: αρχ. προβάλλω] | |
| 42349 | προβαμμένος | , η, ο προ-βαμ-μέ-νος επίθ.: βαμμένος από πριν: ~η: λαμαρίνα. | |
| 42350 | προβάρισμα | προ-βά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρόβα, κυρ. ρούχου. Βλ. -ισμα. | |
| 42351 | προβάρω | προ-βά-ρω ρ. (μτβ.) {πρόβαρ-α (σπάν.) προβάρ-ισα, -ισμένος}: (συνήθ. για ρούχο) δοκιμάζω, κάνω πρόβα: ~ ένα σακάκι/φουστάνι.|| Οι μουσικοί ανέβηκαν στη σκηνή για να ~ουν τα τραγούδια τους.|| (στην αθλητική αργκό) Ο νεαρός επιθετικός ~ει τα γαλανόλευκα (: κλήθηκε στην Εθνική Ομάδα). ● ΦΡ.: ράβει/προβάρει το κουστούμι βλ. κουστούμι [< μεσν. προβάρω < ιταλ. provare] | |
| 42352 | πρόβαση | πρό-βα-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): μετάβαση: γνωστική/ιστορική/κοινωνική ~. Η ~ προς την πραγματικότητα. Βλ. μεταφορά, πέρασμα. [< μτγν. πρόβασις] | |
| 42353 | προβατάκι | προ-βα-τά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό πρόβατο, αρνάκι. 2. (μτφ.) (για πρόσ.) άκακος, αθώος, αφελής. ● προβατάκια (τα) (μτφ.-προφ.): οι αφροί των κυμάτων: Η θάλασσα κάνει ~. ● ΦΡ.: μετράω προβατάκια/πρόβατα: (σε περιπτώσεις αϋπνίας) απαριθμώ φανταστικά προβατάκια, μέχρι να με πάρει ο ύπνος. [< 1: μεσν. προβατάκι] | |
| 42354 | προβατίλα | προ-βα-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσάρεστη μυρωδιά των προβάτων και των προϊόντων που παράγονται από αυτά. Βλ. -ίλα. | |
| 42355 | προβατίσιος | , ια, ιο προ-βα-τί-σιος επίθ. (λαϊκό): που προέρχεται ή παράγεται από το πρόβατο. Βλ. -ίσιος. ΣΥΝ. πρόβειος | |
| 42356 | πρόβατο | πρό-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} 1. ΖΩΟΛ. {θηλ. προβατίνα} θηλαστικό, μηρυκαστικό, τετράποδο ζώο με πλούσιο και σγουρό τρίχωμα (επιστ. ονομασ. Ovis aries): αρσενικό (βλ. κριάρι)/θηλυκό/κλωνοποιημένο/νεαρό (βλ. αρνί) ~. Γάλα/κρέας/μαλλί ~άτου (= πρόβειο). Εκτροφή/σφαγή ~άτων. Κοπάδι/ποίμνιο ~άτων. Τα ~α βελάζουν/βόσκουν στο λιβάδι. Βλ. μουφλόν. 2. (μτφ.) πράος, άκακος ή αφελής και άβουλος άνθρωπος: Τι κακό μπορεί να κάνει αυτός, είναι σκέτο ~ (= αρνί). Βλ. προβατάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρο πρόβατο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που δεν είναι αποδεκτό από το σύνολο στο οποίο ανήκει, συνήθ. λόγω της προκλητικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του: το ~ ~ του κόμματος/της οικογένειας. ΑΝΤ. τιμή (4) [< αγγλ. black sheep] ● ΦΡ.: σαν πρόβατο στη σφαγή & (λόγ.) ως πρόβατον επί σφαγήν (ΠΔ) (μτφ.): για άνθρωπο που οδηγείται άβουλα και άδικα σε επώδυνη δοκιμασία: Ο λαός οδηγήθηκε από τους ηγέτες του στον πόλεμο ~ ~., σαν τα πρόβατα (μτφ.-μειωτ.): για ανθρώπους χωρίς βούληση, που χειραγωγούνται πολύ εύκολα., απολωλός πρόβατο(ν) βλ. απολωλός, βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα βλ. λύκος, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός [< αρχ. πρόβατον < προβαίνω, μεσν. προβατίνα] | |
| 42357 | προβατοειδή | [προβατοειδῆ] προ-βα-το-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. οικογένεια μηρυκαστικών θηλαστικών ζώων που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με το πρόβατο. Βλ. αιγο-, βοο-ειδή. [< μτγν. επίθ. προβατοειδής] | |
| 42358 | προβατοποίηση | προ-βα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): μετατροπή των ατόμων σε άβουλα και κατευθυνόμενα υποχείρια με ομοιόμορφη σκέψη και συμπεριφορά. Πβ. κοπαδοποίηση. Βλ. αποχαύνωση, μαζοποίηση. | |
| 42359 | προβατοποιώ | [προβατοποιῶ] προ-βα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {προβατοποι-εί ... | μτχ. προβατοποιημένος} (προφ.): καθιστώ κάποιον άβουλο υποχείριο. Βλ. μαζοποιώ, -ποιώ. | |
| 42360 | προβατοτροφία | προ-βα-το-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συστηματική εκτροφή προβάτων. Βλ. -τροφία. | |
| 42361 | προβατοτρόφος | προ-βα-το-τρό-φος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την προβατοτροφία. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. προβατοτρόφος] | |
| 42362 | προβεβλημένος | , η, ο βλ. προβάλλω | |
| 42363 | προβεί | βλ. προβαίνω | |
| 42364 | πρόβειος | , α, ο πρό-βειος επίθ. (λόγ.): προβατίσιος: ~ο: γάλα/γιαούρτι/κρέας/τυρί. Βλ. αιγο~. [< μτγν. πρόβειος] | |
| 42365 | προβηγκιανός | , ή, ό προ-βη-γκι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Προβηγκία ή τους κατοίκους της. ● Ουσ.: προβηγκιανά (τα): προβηγκιανή γλώσσα. Βλ. ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ