| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42356 | πρόβατο | πρό-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} 1. ΖΩΟΛ. {θηλ. προβατίνα} θηλαστικό, μηρυκαστικό, τετράποδο ζώο με πλούσιο και σγουρό τρίχωμα (επιστ. ονομασ. Ovis aries): αρσενικό (βλ. κριάρι)/θηλυκό/κλωνοποιημένο/νεαρό (βλ. αρνί) ~. Γάλα/κρέας/μαλλί ~άτου (= πρόβειο). Εκτροφή/σφαγή ~άτων. Κοπάδι/ποίμνιο ~άτων. Τα ~α βελάζουν/βόσκουν στο λιβάδι. Βλ. μουφλόν. 2. (μτφ.) πράος, άκακος ή αφελής και άβουλος άνθρωπος: Τι κακό μπορεί να κάνει αυτός, είναι σκέτο ~ (= αρνί). Βλ. προβατάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρο πρόβατο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που δεν είναι αποδεκτό από το σύνολο στο οποίο ανήκει, συνήθ. λόγω της προκλητικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του: το ~ ~ του κόμματος/της οικογένειας. ΑΝΤ. τιμή (4) [< αγγλ. black sheep] ● ΦΡ.: σαν πρόβατο στη σφαγή & (λόγ.) ως πρόβατον επί σφαγήν (ΠΔ) (μτφ.): για άνθρωπο που οδηγείται άβουλα και άδικα σε επώδυνη δοκιμασία: Ο λαός οδηγήθηκε από τους ηγέτες του στον πόλεμο ~ ~., σαν τα πρόβατα (μτφ.-μειωτ.): για ανθρώπους χωρίς βούληση, που χειραγωγούνται πολύ εύκολα., απολωλός πρόβατο(ν) βλ. απολωλός, βάλανε/έβαλαν τον λύκο να φυλά τα πρόβατα βλ. λύκος, μετράω προβατάκια/πρόβατα βλ. προβατάκι, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός [< αρχ. πρόβατον < προβαίνω, μεσν. προβατίνα] | |
| 42357 | προβατοειδή | [προβατοειδῆ] προ-βα-το-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. οικογένεια μηρυκαστικών θηλαστικών ζώων που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με το πρόβατο. Βλ. αιγο-, βοο-ειδή. [< μτγν. επίθ. προβατοειδής] | |
| 42358 | προβατοποίηση | προ-βα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): μετατροπή των ατόμων σε άβουλα και κατευθυνόμενα υποχείρια με ομοιόμορφη σκέψη και συμπεριφορά. Πβ. κοπαδοποίηση. Βλ. αποχαύνωση, μαζοποίηση. | |
| 42359 | προβατοποιώ | [προβατοποιῶ] προ-βα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {προβατοποι-εί ... | μτχ. προβατοποιημένος} (προφ.): καθιστώ κάποιον άβουλο υποχείριο. Βλ. μαζοποιώ, -ποιώ. | |
| 42360 | προβατοτροφία | προ-βα-το-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συστηματική εκτροφή προβάτων. Βλ. -τροφία. | |
| 42361 | προβατοτρόφος | προ-βα-το-τρό-φος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την προβατοτροφία. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. προβατοτρόφος] | |
| 42362 | προβεβλημένος | , η, ο βλ. προβάλλω | |
| 42363 | προβεί | βλ. προβαίνω | |
| 42364 | πρόβειος | , α, ο πρό-βειος επίθ. (λόγ.): προβατίσιος: ~ο: γάλα/γιαούρτι/κρέας/τυρί. Βλ. αιγο~. [< μτγν. πρόβειος] | |
| 42365 | προβηγκιανός | , ή, ό προ-βη-γκι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Προβηγκία ή τους κατοίκους της. ● Ουσ.: προβηγκιανά (τα): προβηγκιανή γλώσσα. Βλ. ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες. | |
| 42366 | προβιά | προ-βιά ουσ. (θηλ.): φυσικό ή κατεργασμένο δέρμα προβάτου ή γενικότ. άλλου ζώου· τομάρι. ΣΥΝ. μηλωτή [< μεσν. προβέα] | |
| 42367 | προβιβάζω | προ-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {προβίβα-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, προβιβάζ-οντας}: προάγω στην επόμενη τάξη· προωθώ σε ανώτερη ιεραρχικά θέση ή αξίωμα: Οι κάτωθι μαθητές ~ονται στη Β΄ Γυμνασίου: ... Ερευνητής που ~στηκε στην επόμενη βαθμίδα.|| Η ομάδα ~εται στη σούπερ λίγκα. ΑΝΤ. υποβιβάζω (2) [< αρχ. προβιβάζω, γαλλ. promouvoir] | |
| 42368 | προβιβάσιμος | , η, ο προ-βι-βά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που δίνει τη δυνατότητα προβιβασμού: ~ος: βαθμός. ΑΝΤ. μη ~. Βλ. -ιμος. | |
| 42369 | προβιβασμός | προ-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.) & προβίβαση (η): μετάβαση σε επόμενη τάξη ή γενικότ. προώθηση σε ανώτερη θέση: ~ των μαθητών. Πβ. προαγωγή.|| ~ της ομάδας στη Σούπερ Λίγκα (ΑΝΤ. υποβιβασμός). [< μτγν. προβιβασμός, προβίβασις, γαλλ. promotion] | |
| 42370 | προβιομηχανικός | , ή, ό προ-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στην περίοδο πριν από την εκβιομηχάνιση: ~ή: εποχή/κοινωνία. ΑΝΤ. μεταβιομηχανικός [< αγγλ. preindustrial] | |
| 42371 | προβιοτικός | , ή, ό προ-βι-ο-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που περιέχει μικροοργανισμούς, όπως βακτήρια, των οποίων η κατανάλωση ωφελεί τη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, κυρ. του πεπτικού συστήματος: ~ό: γιαούρτι/ρόφημα. Βλ. βιοενεργός. ● Ουσ.: προβιοτικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παρασκευάσματα μικροοργανισμών (π.χ. γαλακτοβάκιλων) που συμβάλλουν στην ισορροπία των μικροβίων της εντερικής χλωρίδας. Βλ. λειτουργικά τρόφιμα, πρεβιοτικά, συμβιωτικά, συμπληρώματα διατροφής. [< αγγλ. probiotic, 1974, γαλλ. probiotique, 1987] | |
| 42372 | προβιταμίνη | προ-βι-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία που μπορεί να μετατραπεί μέσα στον οργανισμό σε βιταμίνη. Βλ. καροτίνη. [< αγγλ. provitamin, 1927, γαλλ. provitamine, 1938] | |
| 42373 | προβλεπτικός | , ή, ό προ-βλε-πτι-κός επίθ.: που μπορεί να προβλέπει ή να προνοεί έγκαιρα για κάτι: ~ός: παράγοντας. ~ή: εγκυρότητα (λογισμικού)/ικανότητα. Πβ. προορατικός.|| ~ή: συντήρηση. ~ό: μοντέλο (π.χ. κινδύνου). Πβ. προνοητικός. [< μτγν. προβλεπτικός ‘διορατικός’, αγγλ. predictive] | |
| 42374 | προβλεπτικότητα | προ-βλε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προβλεπτικού. Πβ. διορατικ-, προνοητικ-, προορατικ-ότητα. [< γαλλ. prévoyance] | |
| 42375 | προβλεπτός | , ή, ό προ-βλε-πτός επίθ.: που μπορεί να προβλεφθεί: ~ός: κίνδυνος. ~ό: μέλλον. Πβ. προβλέψιμος. ΑΝΤ. απρόοπτος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ