| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42376 | προβλέπω | προ-βλέ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρόβλεψε (λόγ.) προέβλεψε (λογιότ.) προείδε, προβλέψει, προβλέφ-θηκε, -θεί (σπάν. -τεί) (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), προβλέπ-οντας, -όμενος} 1. μαντεύω, διαισθάνομαι ή εκτιμώ, βασιζόμενος σε στοιχεία, ότι κάτι θα συμβεί: Προέβλεψε το αποτέλεσμα/τις εξελίξεις/τον σεισμό. Μάθετε τι ~ουν τα άστρα για σας (πβ. προλέγω, προφητεύω). Το είχα ~ψει. Διατείνεται ότι μπορεί να ~ψει το μέλλον. Η εταιρεία ~ει αύξηση των κερδών της. Οι επιστήμονες ~ουν άνοδο της θερμοκρασίας στον πλανήτη (πβ. εκτιμώ, προεικάζω). Η έρευνα/μελέτη ~ει ότι ... Είχε ~ψει πως η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη. Τα έσοδα ~εται να αυξηθούν κατά ...%. Ο αγώνας ~εται συναρπαστικός. ~όμενος ρυθμός ανάπτυξης. Η ~όμενη διάρκεια ζωής (= αναμενόμενη, προσδόκιμη). Βλ. προεξοφλώ.|| (ειδικότ., για μετεωρολόγο, κάνω πρόγνωση:) Νεφώσεις και τοπικές βροχές ~ει για σήμερα η ΕΜΥ. Ο καιρός ~εται αίθριος. Άνεμοι έως οκτώ μποφόρ ~ονται στο Αιγαίο. 2. ρυθμίζω, σχεδιάζω εκ των προτέρων· προνοώ: Τι ~ει η νομοθεσία/ο νόμος/το προεδρικό διάταγμα/το πρωτόκολλο/η συμφωνία/το Σύνταγμα/το σχέδιο για ... (= επιβάλλει, ορίζει). Τι ~εται για την τεχνική υποστήριξη των προγραμμάτων; Μέτρα που ~ονται στην παρούσα απόφαση (πβ. καθορίζω, υπαγορεύω). ~θηκαν χίλιες νέες οργανικές θέσεις εργασίας. Το κόστος είναι μεγαλύτερο απ' ό,τι είχε αρχικά ~θεί (πβ. υπολογίζω). ~όμενος: αριθμός (εισακτέων)/χρόνος (ολοκλήρωσης ενός έργου). ~όμενη: ημερομηνία παράδοσης. ~όμενοι: κανόνες/όροι/στόχοι. ~όμενες: διαδικασίες/διατάξεις/ενέργειες/προθεσμίες/ρυθμίσεις. Οι ~όμενες/~θείσες δαπάνες. ~όμενα: ποσά. Οι ~όμενοι έλεγχοι διενεργούνται από την αρμόδια Αρχή. Οι ~όμενες κυρώσεις/ποινές/συνέπειες, σε περίπτωση που ...|| (ως ουσ.) Νωρίτερα από το ~όμενο. Εφαρμόζονται τα ~όμενα στο άρθρο ...|| Δεν είχε ~ψει για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αν είχαμε ~ψει και είχαμε κάνει κράτηση, τώρα θα βρίσκαμε θέση. Πβ. μεριμνώ. [< μτγν. προβλέπω, γαλλ. prévoir] | |
| 42377 | πρόβλεψη | πρό-βλε-ψη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -έψεως} 1. εκτίμηση βασισμένη σε στοιχεία ή σε διαίσθηση για κάτι που πρόκειται ή ενδέχεται να συμβεί· ειδικότ. πρόγνωση για καιρό: αισιόδοξη/ασφαλής/εφιαλτική/μακροπρόθεσμη/στατιστική ~. Δυσοίωνες/μαύρες~έψεις του μέλλοντος (πβ. προμάντεμα, προφητεία). ~ σεισμού/για σεισμό. Δελτίο ~ης κινδύνου πυρκαγιάς. Επιβεβαιώνεται η ~ για ...|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ των κερδών (μιας επιχείρησης). ~ για άνοδο στο Χρηματιστήριο/για αύξηση του ΑΕΠ. Μακροοικονομικές ~έψεις. Αναθεώρηση ~ης κερδών/πωλήσεων. Πβ. υπολογισμός.|| Αστρολογικές ~έψεις. Ενάντια σε όλες τις/με τις καλύτερες ~έψεις. (σε τυχερά παιχνίδια, ΠΡΟΠΟ κ.ά.:) Σωστές ~έψεις. ΣΥΝ. προγνωστικά.|| ~ της ΕΜΥ. Μετεωρολογικές ~έψεις. 2. ρύθμιση εκ των προτέρων· πρόνοια για μελλοντική κατάσταση: νομοθετική/συνταγματική ~. ~ μέτρων για ...|| Δεν έχει γίνει/υπάρχει ~ για δίκτυο φυσικού αερίου. Πβ. μέριμνα, φροντίδα. 3. ΟΙΚΟΝ. παρακράτηση ποσού για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης δαπάνης ή ζημιάς: ~ κονδυλίου για ... Πβ. μαξιλάρι. Βλ. αποθεματικό. [< 1,2: μεσν. πρόβλεψις, γαλλ. prévision 3: γαλλ. provision] | |
| 42378 | προβλέψιμος | , η, ο προ-βλέ-ψι-μος επίθ.: που μπορεί να προβλεφθεί, αναμενόμενος: ~η: αντίδραση/απάντηση/εξέλιξη/συμπεριφορά. Πβ. προβλεπτός. ΑΝΤ. απρόοπτος.|| (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος. Είναι πολύ ~, ό,τι και αν κάνει. ΑΝΤ. απρόβλεπτος | |
| 42379 | προβλεψιμότητα | προ-βλε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του προβλέψιμου. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. prévisibilité, 1932] | |
| 42380 | πρόβλημα | πρό-βλη-μα ουσ. (ουδ.) {προβλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. πολύπλοκη ή επικίνδυνη κατάσταση που απαιτεί λύση· δυσκολία, δυσλειτουργία που πρέπει να αντιμετωπιστεί: γλωσσικό/δημοσιονομικό/εθνικό/κοινωνικό/κυκλοφοριακό/οικολογικό/οικονομικό/ορμονικό/πολιτιστικό/πρακτικό/σωματικό/τεχνητό (βλ. ψευδο~)/τεχνικό/υπαρκτό ~. Πολιτικό ~ (πβ. πονοκέφαλος). ~ ασφάλειας/στάθμευσης/σύνδεσης με το διαδίκτυο/τραυματισμού/υγείας/ύδρευσης. Η καρδιά του ~ατος. Το ~ του αλκοολισμού/της ανεργίας/του ασφαλιστικού/της μόλυνσης του περιβάλλοντος/των ναρκωτικών/του πληθωρισμού/του ρατσισμού/της στέγασης (πβ. ζήτημα, θέμα). Αίτια/ανάλυση/αντιμετώπιση/διάγνωση/διευθέτηση/έκβαση/εξέλιξη/το κλειδί/πτυχές του ~ατος. Με απασχολεί/επισημαίνω/θέτω/θίγω/ξεπερνώ/συζητώ ένα ~. Δημιουργώ/προκαλώ ~ατα σε κάποιον. Αναδύθηκε/εμφανίστηκε/προέκυψε (ένα) ~. Αποκαταστάθηκε/οξύνθηκε/παρέμεινε/περιορίστηκε το ~. Έχει ~ επικοινωνίας/συνεννόησης (βλ. δυσχέρεια). (Δεν) έχω/υπάρχει (κανένα) ~ με κάποιον/κάτι. Έχω επαγγελματικά/οικογενειακά/προσωπικά/σεξουαλικά ~ατα. Δεν βλέπω/καταλαβαίνω πού βρίσκεται/είναι το ~. Το ~ είναι ότι/πως τα περιθώρια στενεύουν. Παρουσιάστηκαν ~ατα στη λειτουργία του υπολογιστή. Βλ. μικρο~. 2. ερώτημα (συνήθ. με δεδομένα και ζητούμενα) που επιδιώκεται να απαντηθεί επιστημονικά ή ειδικότ. με μαθηματική μέθοδο: ηθικό/θεολογικό/μαθηματικό (πβ. άσκηση)/οντολογικό/φιλολογικό/φιλοσοφικό ~. Το ~ του διπλασιασμού του κύβου/της σκοτεινής ύλης/του τετραγωνισμού του κύκλου. Το ~ της προέλευσης της ζωής. ~ατα άλγεβρας/αριθμητικής/γεωμετρίας/φυσικής/χημείας. Η επιγραφή δημιουργεί/θέτει ένα ιστορικό ~. Το μεταφυσικό ~ και η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου. Διατυπώνεται/εγείρεται/τίθεται ένα θεωρητικό ~. Μέθοδοι επίλυσης ~άτων. Το ~ επιδέχεται/έχει δύο/τρεις λύσεις. Ο καθηγητής έβαλε/έθεσε στους μαθητές ένα πολύ δύσκολο ~. ● Υποκ.: προβληματάκι (το): συνήθ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο πρόβλημα (συνήθ. ειρων.): χρόνιο, μόνιμο, άλυτο ή δυσεπίλυτο ζήτημα: το ~ ~ της λειψυδρίας/της μοναξιάς., ψυχολογικό πρόβλημα: έλλειψη ψυχικής ισορροπίας. Βλ. κατάθλιψη., δήλιο(ν) πρόβλημα βλ. δήλιος, δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα) βλ. δημογραφικός, διαχείριση προβλημάτων βλ. διαχείριση, μαθησιακές δυσκολίες βλ. μαθησιακός ● ΦΡ.: αποτελεί/είναι πρόβλημα: (συνήθ. για κατάσταση που) προκαλεί δυσκολίες: Το άγχος ~ ~, όταν δεν μπορεί να ελεγχθεί. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ~ ~ για την υγεία. Η συμπεριφορά του ~ ~., έχεις πρόβλημα; (προφ.): (ως έκφρ. ενόχλησης) υπάρχει κάτι που σε ενοχλεί;: -Μη μου φέρνεις εμένα αντιρρήσεις! -Γιατί, ~ ~; Κι εσύ τι πρόβλημα έχεις (= τι σε νοιάζει);, έχω πρόβλημα να ...: δυσκολεύομαι, δεν επιθυμώ: ~ ~ τον συναντήσω. Δεν ~ ~ αναλάβω τις ευθύνες μου., κανένα πρόβλημα! (προφ.): ως καθησυχαστική έκφραση σε καταστάσεις που εμφανίζουν δυσκολία ή δυσλειτουργία: Χάλασε; ~ ~! Θα το επισκευάσω αμέσως.|| -Να βρεθούμε καλύτερα το βράδυ; -~ ~ (= ασφαλώς, βεβαίως)! [< αγγλ. no problem] , λύνω το πρόβλημα της ζωής μου: δεν έχω πια οικονομική δυσχέρεια., με προβλήματα/πρόβλημα: για πρόσ. ή κατάσταση που έχει ή δημιουργεί δυσκολίες: Άτομα ~ ~ ακοής/κίνησης/ομιλίας/όρασης/στειρότητας. Εκπαίδευση παιδιών ~ ~ συμπεριφοράς. Έφηβοι ~ ~ ψυχικής υγείας. ~ ~ατα ξεκίνησε η νέα σχολική χρονιά., πρόβλημά μου! (προφ.): (ως έκφρ. ενόχλησης) μην ανακατεύεσαι: -Πώς θα τα καταφέρεις; -~ ~., πρόβλημά σου/του! (προφ.): το ζήτημα αυτό δεν με αφορά: -Δεν ανέχομαι τη συμπεριφορά σου. -~ σου!, χωρίς προβλήματα/πρόβλημα: ομαλά, εύκολα: ~ ~ ολοκληρώθηκε η προετοιμασία της ομάδας. Δουλεύει ~ ~., είναι δικό μου ζήτημα/θέμα/πρόβλημα βλ. ζήτημα [< 1: γαλλ. problème, αγγλ. problem 2: αρχ. πρόβλημα] | |
| 42381 | προβληματίζω | προ-βλη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {προβλημάτι-σε, προβληματί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προβληματίζ-οντας, -όμενος, προβληματι-σμένος}: βάζω κάποιον σε σκέψεις, του προκαλώ ερωτήματα, ανησυχίες, αμφιβολίες, προβληματισμούς: Η ξαφνική του αδιαθεσία ~ει (= ανησυχεί) τους δικούς του. ~ει την αγορά η κάμψη της οικοδομικής δραστηριότητας. Με ~ει η αδιαφορία του. Ανεργία, φτώχεια και εγκληματικότητα ~ουν τους πολίτες. Το έργο του ~σε και ξεσήκωσε το κοινό. Οι αντιδράσεις/τα λόγια/η στάση/η συμπεριφορά του μας ~σαν. Ζητήματα/υποθέσεις που ~σαν (= απασχόλησαν) την κοινή γνώμη. Η ομάδα ηττήθηκε, ~οντας τους οπαδούς της. ● Παθ.: προβληματίζομαι: σκέφτομαι ένα θέμα σε βάθος, καταγίνομαι σοβαρά με αυτό, προσπαθώντας να το επιλύσω ή να το αντιμετωπίσω: Η κυβέρνηση ~εται για τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Δεν ~εται από το γεγονός ότι ... ~ονται αν πρέπει ... (πβ. αναρωτιέμαι, διερωτώμαι). ~στηκε πάνω σε θεμελιώδη ερωτήματα. Πρέπει να ~στεί αρκετά, πριν πάρει την τελική απόφαση. Εμφανίστηκε βαθιά ~σμένος από ... Άτομο ~σμένο (πβ. σκεπτόμενο· ΑΝΤ. απροβλημάτιστο). Πβ. ψάχνομαι. [< μεσν. προβληματίζομαι, αγγλ. problematize, 1910, γαλλ. problématiser] | |
| 42382 | προβληματική | προ-βλη-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το σύνολο των προβλημάτων που αναπτύσσονται γύρω από κάποιο θέμα ή επιστημονικό πεδίο· ειδικότ. η συλλογιστική και ο τρόπος προσέγγισης ενός ζητήματος: Το ερώτημα εντάσσεται σε μια ευρύτερη ~ που αφορά ... Η ~ γύρω από την αρχιτεκτονική. Διατυπώνω/παρουσιάζω την ~ μου πάνω σε ... (πβ. θεματική). Βλ. προβληματισμός. [< γαλλ. problématique, 1936, αγγλ. problematic, γερμ. Problematik] | |
| 42383 | προβληματικός | , ή, ό προ-βλη-μα-τι-κός επίθ.: που προκαλεί, δημιουργεί ή εμφανίζει πολλά προβλήματα, δυσκολίες: ~ός: γάμος/ύπνος/χαρακτήρας. ~ή: επικοινωνία/εφαρμογή/κατάσταση/λειτουργία/συμπεριφορά/σχέση. ~ό: σύστημα. ~ές: επιχειρήσεις (: που παρουσιάζουν ζημία). ~ές: περιοχές. ~ά: άτομα (πβ. απροσάρμοστος). Η τηλεόραση/συσκευή είναι ~ή (: δεν λειτουργεί καλά). ΑΝΤ. απροβλημάτιστος (2) ● επίρρ.: προβληματικά ● ΣΥΜΠΛ.: προβληματικό παιδί βλ. παιδί [< αρχ. προβληματικός ‘σχετικός με το πρόβλημα’, γαλλ. problématique, αγγλ. problematic(al)] | |
| 42384 | προβληματικότητα | προ-βλη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ιδιότητα ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον προβληματικό· ύπαρξη πολλών προβλημάτων: ~ του συστήματος (διοίκησης). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. problématisation, 1907] | |
| 42385 | προβληματισμός | προ-βλη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. νοητική διαδικασία σχετική με τη διατύπωση σκέψεων, αποριών, ερωτημάτων γύρω από κάποιο θέμα, καθώς και η προσπάθεια εξήγησης ή επίλυσής τους: γόνιμος/ηθικός/κοινωνικός/περαιτέρω/πλούσιος/πολιτικός/φιλοσοφικός ~ (βλ. στοχασμός). Αντικείμενο/κλίμα/πηγή ~ού. Ανάπτυξη (του) ~ού μέσα από (τον) διάλογο/(τη) συζήτηση. Χώρος ~ού και επικοινωνίας. Ενίσχυση του ~ού πάνω στην εκπαίδευση/το περιβάλλον. Βλ. προβληματική. 2. ανησυχία, έντονο ενδιαφέρον για ένα ζήτημα, μια κατάσταση: ~ για τη νέα γρίπη. Έντονο ~ό έχει προκαλέσει στην κυβέρνηση η υπόθεση του ... Εξέφρασε τους ~ούς της για την πορεία του έργου. Βλ. -ισμός. | |
| 42386 | προβληματιστής | προ-βλη-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που ασχολείται με το καλλιτεχνικό σκάκι. | |
| 42387 | προβλήτα | προ-βλή-τα ουσ. (θηλ.) & προβλήτας (ο): τεχνητή προέκταση ξηράς, συνήθ. μέσα σε θάλασσα που λειτουργεί κυρ. ως σημείο επιβίβασης ανθρώπων σε πλοία και αποβίβασης από αυτά: πλωτή ~. Πβ. μόλος, ντοκ. Βλ. κυματοθραύστης. ΣΥΝ. λιμενοβραχίονας [< αρχ. προβλής (ἡ/ὁ) ‘αυτός που προεξέχει’] | |
| 42388 | προβλητικός | , ή, ό προ-βλη-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. προβολικός: ~ή: ταύτιση. ~ό: τεστ. [< μτγν. προβλητικός 'παραγωγικός'] | |
| 42389 | προβοδίζω | προ-βο-δί-ζω ρ. (μτβ.) {προβόδισα} (σπάν.-λαϊκό): ξεπροβοδίζω. [< μεσν. προβοδίζω] | |
| 42390 | προβοκάρισμα | προ-βο-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προβοκάρω: ~ αγώνα/κινήματος. Πβ. προβοκάτσια, υπονόμευση. Βλ. -ισμα. | |
| 42391 | προβοκάρω | προ-βο-κά-ρω ρ. (μτβ.) {προβόκαρ-ε κ. -ισε, προβοκάρ-οντας}: προκαλώ με τη συμπεριφορά, τις ενέργειές μου· ειδικότ. ενεργώ ως προβοκάτορας: ~ουν τους αγώνες/τη διαδήλωση/τις κινητοποιήσεις/τη συζήτηση. Πβ. υπονομεύω. [< ιταλ. provocare, γαλλ. provoquer] | |
| 42392 | προβοκάτορας | προ-βο-κά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {θηλ. προβοκατόρισσα}: πρόσωπο που εισχωρεί, με υπόδειξη άλλων, σε ομάδα, συγκέντρωση ή εκδήλωση, με σκοπό να προκαλέσει αναστάτωση ή/και να υποκινήσει τα μέλη της σε πράξεις παράνομες ή ανάρμοστες, συνήθ. προς όφελος της αντίθετης παράταξης: ~ες του καθεστώτος/του συστήματος. Πβ. υπονομευτής. Βλ. -άτορας. [< μτγν. προβοκάτωρ, ιταλ. provocatore, γαλλ. provocateur] | |
| 42393 | προβοκατόρικος | , η, ο προ-βο-κα-τό-ρι-κος επίθ. & (προφ.) προβοκατορικός, ή, ό: που σχετίζεται με το προβοκάρισμα ή τον προβοκάτορα: ~ος: ρόλος. ~η: ενέργεια/επίθεση/στάση/συμπεριφορά. ~ο: άρθρο/επεισόδιο. Πβ. υπονομευτικός. ● επίρρ.: προβοκατόρικα | |
| 42394 | προβοκάτσια | προ-βο-κά-τσια ουσ. (θηλ.): υποκινούμενη συνήθ. δράση, με στόχο την υπονόμευση μιας εκδήλωσης, οργάνωσης ή συγκέντρωσης και την ώθηση ατόμου ή ομάδας σε παράνομες πράξεις. Πβ. προβοκάρισμα. [< ρωσ. provokatsija] | |
| 42395 | προβολέας | προ-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {προβολ-είς, -έων} 1. συσκευή από την οποία εκπέμπονται ακτίνες φωτός σε δέσμη (ή παράλληλες δέσμες) και σε μεγάλη απόσταση: επαναφορτιζόμενος/(εξωτερικός/εσωτερικός) υπέρυθρος ~. ~ εργασίας/ομίχλης (πβ. φανός)/οροφής (πβ. σποτ)/τοίχου. ~ (με λάμπα) αλογόνου/ιωδίνης. ~είς αυτοκινήτου/γηπέδου/θεάτρου/κτιρίου/μνημείου/μοτοσικλέτας. Χειρουργικοί ~είς. ~ υψηλής απόδοσης. Το αεροδρόμιο φωτίστηκε με ειδικούς ~είς. Ο αγώνας θα διεξαχθεί το βράδυ υπό το φως των ~έων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή προβολής: φορητός/ψηφιακός ~. ~ βίντεο (= βιντεο~)/διαφανειών. Πβ. προτζέκτορας.|| Κινηματογραφικοί ~είς. ● Υποκ.: προβολάκι & (προφ.) προβόλι (το): στη σημ. 1: ~ια ομίχλης. ● ΦΡ.: οι προβολείς/τα φώτα/τα φλας της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα [< μτγν. προβολεύς, γαλλ. projecteur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ